Author Archives: Eleftherios Nikolaou

Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με».

Ορθόδοξες Προσευχές


Περὶ μελέτης τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ.

«Τί οὖν μακαριώτερον; τί εὐδαιμονέστερον; ἢ τί γλυκύτερον ἄλλο εἶναι ἢ τὸ νὰ μελετᾷ τις πάντοτε τὸ ἔνδοξον, τὸ τερπνὸν καὶ πολυπόθητον ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὅ,τι καὶ ἂν ζητήσῃ τις ἀπὸ τοῦ Πατρὸς καὶ ἀπ᾿ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ἐξάπαντος τὸ λαμβάνει;…

»Ποία δέ ἔννοια καὶ ἐνθύμησις εἶναι χαριεστέρα καὶ θειοτέρα ἀπὸ τῆς ἐννοίας καὶ ἐνθυμήσεως τοῦ σωτηρίου καὶ θεοπρεποῦς καὶ φοβεροῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα ὀνόματος, εἰς τό ὁποῖον κάμπτουσιν, ἀλλὰ καὶ κάμψουσι τὸ γόνυ τὰ ἐπουράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια;…».

(Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)


Ἡ καρδιακὴ προσευχή

Μέσα στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας «Προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ» ἢ «καρδιακὴ προσευχὴ» ὀνομάστηκε ἡ συνεχὴς καὶ σιωπηλὴ ἐπίκληση τοῦ θείου ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ γίνεται μὲ θέρμη ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ «Προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ» εἶναι γιὰ τοὺς…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 255 επιπλέον λέξεις


Προσευχαὶ εἰς τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους

Ορθόδοξες Προσευχές


Ἄναρχε Λόγε, ἱεραῖς δεήσεσι, τῶν Χερουβεὶμ Σεραφείμ, Ἐξουσιῶν Θρόνων, καὶ θείων Δυνάμεων, Ἀγγέλων Ἀρχαγγέλων τε, Ἀρχῶν Κυριοτήτων, τὰ σὰ ἐλέη τὰ πλούσια, δώρησαι ἡμῖν ὡς φιλάνθρωπος.

Ἐκ τῶν σκανδάλων τοῦ ἐχθροῦ, ὦ Σεραφεὶμ ῥύσασθέ με, Ἐξουσίαι Χερουβεὶμ ἱκετεύω, Κυριότητες, Ἀρχαὶ καὶ Θρόνοι καὶ Ἀρχάγγελοι, σὺν τοῖς Ἀγγέλοις πᾶσι, τὸν Λυτρωτὴν ἱκετεύσατε.

Νοεραί σε Δυνάμεις, νῦν καθικετεύουσιν εὔσπλαχνε Κύριε, Ἐξουσίαι Θρόνοι, Σεραφεὶμ Κυριότητες Ἄγγελοι, σὺν τοῖς Ἀρχαγγέλοις καὶ ταῖς Ἀρχαῖς· Ἵλεῳς ἔσο τῷ λαῷ σου, καὶ σῶσον ὡς εὔσπλαγχος.

Ῥυσθῆναι με τῆς ἐκεῖ, ἀποκειμένης κολάσεως, δεήθητε Χερουβείμ, Θρόνοι Κυριότητες, Ἄγγελοι Ἀρχάγγελοι, Ἀρχαὶ καὶ Δυνάμεις, τὸν Δεσπότην πάσης κτίσεως.

Φωτὸς φῶτα δεύτερα, τοῦ πρώτου ὄντες, ἅγιοι Ἄγγελοι, ἐν μεθέξει ἀΰλῳ καὶ πανολβίῳ καταφαιδρύνεσθε· ὅθεν κραυγάζω· Τὸν νοῦν μου φωτίσατε, ἐσκοτισμένον ἀεὶ βίου τοῖς πάθεσιν.

Ὡς θεῖαι Ἐξουσίαι καὶ Χερουβείμ, Σεραφεὶμ Κυριότητες Ἄγγελοι Θρόνοι, Ἀρχαὶ πᾶσαι καὶ Δυνάμεις πανευκλεεῖς, καὶ ἱεροὶ Ἀρχάγγελοι, δέησιν ποιεῖτε πρὸς τὸν Θεόν, καλῶς ἡμᾶς βιῶσαι, τυχεῖν τε σωτηρίας…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 64 επιπλέον λέξεις


Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλεοῦσα Θεοτόκον, «Παναγία τοῦ Ἄξιόν ἐστι»

Ορθόδοξες Προσευχές

Μυροβλύτισσα Παρθένε, Παναγιά μου στοργική,
Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ Λόγου, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Λυτρωτῆ.

Μάνα ἀληθινὴ σὲ ἔχω καὶ σὲ σένανε προστρέχω,
ὦ γλυκειά μου Παναγία, τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία.

Ἐλεεῖς καὶ προστατεύεις κάθε τέκνο σου πιστό,
τὸ σκεπάζεις, τὸ φυλάττεις ἀπ᾿ τὸν ὕπουλο ἐχθρό.

Στὴν εἰκόνα σου προστρέχω, Παναγιά μου καὶ κοιτῶ,
πλημμυρίζω ἀπὸ δέος καὶ ἐσὲ παρακαλῶ.

Μάνα ἀληθινὴ σὲ ἔχω καὶ σὲ σένανε προστρέχω,
ὦ γλυκειά μου Παναγία, τῶν πιστῶν ἡ Σωτήρια.

Ποῦ νομίζετε ὅτι ἐλπίζω ὁ ταλαίπωρος ἐγώ,
στὴν γλυκειὰ τὴν Παναγία, πού ῾χει γιό της τὸν Χριστό.

Σὲ παρακαλοῦμε πάντες, γλυκυτάτη Παναγιά,
χαριζέ μας τὴν εἰρήνη καὶ ψυχῆς παρηγοριά.

Ὦ ἀγάπη τῆς ψυχῆς μου, ὦ ἐλπίδα μας γλυκειά,
ὦ φιλόστοργη Μαρία, σὺ ἐλέησον ἡμᾶς.

Μάνα ἀληθινὴ σὲ ἔχω καὶ σὲ σένανε προστρέχω,
ὦ γλυκειά μου Παναγία, τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία.

Δείτε την αρχική δημοσίευση


Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης

Ορθόδοξες Προσευχές

Μία προσευχὴ ποὺ βοηθᾷ στὸν αὐτοέλεγχο, τὴν ἠρεμία καὶ τὴν γαλήνη
Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Διακονία καὶ Μαρτυρία, Μάιος-Ἰούνιος 2006,
ἔκδ. Ἱ.Μ. Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας.

Θεέ μου, κᾶνε με νὰ ἔχω εὐγένεια.

Ὅταν οἱ πόρτες δίπλα μου βροντοῦν, βοήθησέ με νὰ μιλῶ ἤρεμα.

Ὅταν οἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἄλλων ξεπερνοῦν τὴν ἀντοχή μου, δῶσε γλυκύτητα στὴ φωνή μου.

Ὅταν ἔχω νὰ κάνω μὲ τοὺς ἄλλους ποὺ μὲ πληγώνουν, δῶσε μου τὴ σιωπὴ τῆς ταπεινοφροσύνης.

Νἆναι ἡ φωνή μου ἁπαλὴ ὅταν ὑπογραμμίζει, νἆναι τρυφερὴ ὅταν ὑποδεικνύει, ἔτσι ποὺ νὰ ἐγγίζει χωρὶς νὰ ξεσκίζει. Νὰ εἰσχωρεῖ στὴν καρδιὰ χωρὶς νὰ ματώνει.

Ἂς ἔχω θεέ μου, ἰσορροπία στὶς μικρὲς ἀναποδιὲς καὶ στὰ μεγάλα προβλήματα. Ἂς συνειδητοποιήσω πῶς ἡ εὐγένεια εἶναι ἡ δύναμη καὶ ὄχι ὁ πόλεμος ποὺ καταρρακώνει τὴν ἀξιοπρέπεια τῶν ἄλλων καὶ θάβει τὴν δική μου ὑπόληψη.

Ἂς μὴν καταναλίσκω πολύτιμη ἐνέργεια μὲ τὴν διαπεραστική, ἄγρια φωνή μου, ποὺ μόνο θύελλες ξεσηκώνει καὶ καμία…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 264 επιπλέον λέξεις


Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος – Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεόν

Ορθόδοξες Προσευχές

Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Ἀττικῆς

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Δέσποτα, Κύριε οὐρανοῦ καὶ γῆς ποὺ μὲ προώρισες πρὸ καταβολῆς κόσμου νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σ᾿ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα, ποὺ πρόσταξες νὰ γεννηθῶ, ἐσὺ ὁ μόνος ἀθάνατος, ὁ μόνος παντοδύναμος, ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, κατέβηκες ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἁγίου κατοικητηρίου σου, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους, σαρκώθηκες καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία. Ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες, μ᾿ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση καὶ μοῦ προετοίμασες τὴν ἄνοδο στοὺς οὐρανούς. Ἔπειτα σὰν γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα λίγο, μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιο τῆς ἀναπλάσεως βάπτισμα, μὲ στόλισες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι ποὺ ἐνηλικώθηκα.

Ἔκρινες ὅμως δίκαιο νὰ σῳζόμαστε ὄχι μὲ τὴν βία ἀλλὰ μὲ τὴν…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 3.026 επιπλέον λέξεις


Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΜΕΤΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τελευτῶν, δοξολογῶ καὶ πάλιν ἀπὸ καρδίας τὸν Ἅγιον Θεόν, Ὅστις ἅπαξ ἔτι ἐπέτρεψέ μοι νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τὰ θεῖα Αὐτοῦ λόγια (ὁμιλῶ οὕτω, διότι ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν δὲν εἶνε ἄλλο τι εἰμὴ ὑπομνηματισμὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς), καὶ παρακαλῶ Αὐτὸν ὅπως, ἱλέῳ ὄμματι ἐπιβλέπων καὶ ἐπὶ τὴν παροῦσαν ταπεινὴν ἐργασίαν τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου Αὐτοῦ, εὐλογήσῃ αὐτὴν καὶ καταστήσῃ αὐτὴν ἱκανὴν νὰ βοηθήσῃ πιστὰς ψυχὰς εἰς τὴν κατανόησιν τῶν ὡραιοτάτων τῆς «Ἀκαθίστου Ἀκολουθίας» ποιημάτων, τῶν ὑμνούντων τὴν Ἀειπάρθενον Μητέρα τοῦ μονογενοῦς Αὐτοῦ Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Εὐλογητοῦ εἰς τοὺς αἰῶνας…

Ἔγραφον ἐν Ἀθήναις κατ᾿ Ὀκτώβριον τοῦ σωτηρίου ἔτους 1968.

ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ Ι. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ἀρχιμανδρίτης

Σημ. Ἡ στίξις τῶν τροπαρίων δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὸ μέλος, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὸ νόημα.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, εἶνε ἡ πλέον ἴσως δημοφιλὴς ἱερὰ Ἀκολουθία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἀκολουθία αὕτη ψάλλεται εἰς τοὺς ἱεροὺς Ναούς μας κατὰ τὰς πρώτας πέντε ἑβδομάδας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἐν ἡμέρᾳ Παρασκευῇ. Κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς (ἢ «τῶν Νηστειῶν») ψάλλονται οἱ ἓξ πρῶτοι «οἶκοι» τοῦ Ὕμνου, ἤτοι οἱ «οἶκοι» Α-Ζ· κατὰ τὴν δευτέραν ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Η-Μ· κατὰ τὴν τρίτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Ν-Σ· κατὰ τὴν τετάρτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Τ-Ω· κατὰ δὲ τὴν πέμπτην ἑβδομάδα ψάλλεται ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος.

Τόσον τὰ τμήματα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὅσον καὶ ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος, ψάλλονται μαζὶ μὲ εἰδικὸν «Κανόνα», ὁ ὁποῖος ἀρχίζει μὲ τὸν εἱρμὸν «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου». Ψάλλονται δὲ ἀμφότερα εἰς τὸ μέσον περίπου τοῦ «Μικροῦ Ἀποδείπνου», ἤτοι τῆς ὡραίας ἐκείνης προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ λέγεται καθημερινῶς μετὰ τὸ Δεῖπνον. Ὀνομάζεται «Μικρὸν Ἀπόδειπνον» διὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸ «Μέγα Ἀπόδειπνον», τὸ ὁποῖον λέγεται κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν, πλὴν τῶν ἡμερῶν Παρασκευῆς (ὁπότε λέγεται τὸ «Μικρὸν» μετὰ τῆς Ἀκολουθίας τῶν «Χαιρετισμῶν»), Σαββάτου καὶ Κυριακῆς.

(Ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, συμφώνως πρὸς τὸ Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου δὲν συνδυάζεται μὲ τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον, ἀλλὰ μὲ ἄλλας Ἀκολουθίας.)

Ἐν συνεχείᾳ θὰ ἴδωμεν δι᾿ ὀλίγων τί εἶνε ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ποία ἡ ἱστορία του καὶ ποῖος ὁ ποιητής του. Μετὰ ταῦτα δὲ θὰ ὁμιλίσωμεν περὶ «Κανόνων» καὶ «ᾨδῶν», ὡς καὶ περὶ τῆς σημασίας τῶν διαφόρων ὀνομασιῶν τῶν τροπαρίων, τέλος δὲ θὰ εἴπωμεν ὀλίγα καὶ περὶ τοῦ «Κανόνος» τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶνε «Κοντάκιον». «Κοντάκια» παλαιοτερον ἐλέγοντο ὁλόκληροι ὕμνοι, ἀνάλογοι πρὸς τοὺς «Κανόνας». Ἡ ὀνομασία ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὸ κοντὸν ξύλον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτυλίσσετο ἡ μεμβράνα ποὺ περιεῖχε τὸν ὕμνον. Τὸ πρῶτον τροπάριον ἐλέγετο «προοίμιον» ἢ «κουκούλιον» καὶ τὰ ἀκολουθοῦντα ἐλέγοντο «οἶκοι», ἴσως διότι ὁ ὅλος ὕμνος ἐθεωρεῖτο ὡς σύνολον οἰκοδομημάτων ἀφιερωμένων εἰς μνήμην ἁγίου τινός. Κοντάκον λέγεται συνήθως σήμερον τὸ πρῶτον τροπάριον ἑνὸς τοιούτου ὕμνου (Κοντακίου).

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος περιέχει προοίμιον καὶ 24 «οἴκους». Τὸ προοίμιόν του παλαιότερον δὲν ἧτο τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῶ» ποὺ εἶνε σήμερον, ἀλλ᾿ ἕτερον. («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει».) Ἡ «ἀκροστιχὶς» τοῦ ὕμνου εἶνε ἀλφαβητική. (Βραδύτερον θὰ εἴπωμεν τί σημαίνει ἡ λέξις «ἀκροστιχίς».) «Ἐφύμνια» ἔχει δύο: Τὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» καὶ τὸ «Ἀλληλούϊα». Τὸ πρῶτον ἀπαντᾷ εἰς τὸ προοίμιον καὶ εἰς τοὺς περιττοὺς «οἴκους» (1, 3, 5, 7, κ.τ.λ.), τὸ δὲ δεύτερον εἰς τοὺς ἀρτίους «οἴκους» (2, 4, 6, 8, κ.τ.λ.). «Ἐφύμνιον» λέγεται ἡ τελευταία λέξις ἡ φράσις τοῦ ὕμνου, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐπανελάμβανεν, ἀφοῦ βεβαίως οἱ ψάλται ἔψαλλον ὁλόκληρον τὸν ὕμνον.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀρχίζει μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παρθένου, καὶ ἔπειτα ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐν συνεχείᾳ γεγονότα. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπισκέψεως τῆς Παρθένου πρὸς τὴν Ἐλισάβετ, περὶ τῶν ὑποψιῶν τοῦ προστάτου τῆς Παρθένου Ἰωσήφ, περὶ τῆς προσκυνήσεως τοῦ Κυρίου ὑπὸ τῶν ποιμένων καὶ τῶν μάγων, περὶ τῆς φυγῆς τοῦ Χριστοῦ εἰς Αἴγυπτον καὶ περὶ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ εἰς τὸ πρῶτον ἥμισυ. Εἰς τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ὕμνου γίνεται λόγος περὶ τῆς σαρκώσεως τοῦ Κυρίου, τῆς θεώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς θεομητορικῆς ἀξίας τῆς Παναγίας.

Ποῖος ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν ἐδόθη μέχρι σήμερον ἀπάντησις ποὺ νὰ μὴ ἐπιδέχεται ἀντιῤῥήσεις. Παρ᾿ ὅλας τὰς ἐρεύνας καὶ τὰς συζητήσεις, τὸ πρόβλημα παραμένει ἀκόμη πρόβλημα. Ἄλλοι -καὶ εἶνε οἱ περισσότεροι- θεωροῦν τὸν Ὕμνον ὡς ἔργον τοῦ Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ. Ἄλλοι θεωροῦν αὐτὸν ὡς ἔργον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Ἄλλοι τὸν ἀποδίδουν εἰς τὸν Γεώργιον Πισίδην. Ἄλλοι εἰς τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸν τὸν Α´ καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλους.

Ἱστορικά

Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὕμνος ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος», εἶνε ὁ ἑξῆς, συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν:

Κατὰ τὸ ἔτος 626 ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπολιορκήθη ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων ἐπὶ τινὰς μῆνας. Ὁ βασιλεὺς Ἡράκλειος ἀπουσίαζεν εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, πολεμῶν ἐκεῖ τοὺς Πέρσας. Ὅταν ἔμαθεν ὅτι ἡ πόλις πολιορκεῖται, ἔστειλεν ἐκ τοῦ στρατοῦ του δώδεκα χιλιάδας ἄνδρας εἰς τὸν φρούραρχον τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βῶνον διὰ νὰ ὑπερασπίσουν, μαζὶ μὲ τὴν φρουράν, τὴν πρωτεύουσαν τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Βῶνος μετὰ τοῦ Πατριάρχου Σεργίου ἐξώπλισαν καὶ ὅσους ἐκ τῶν πολιτῶν ἠδύναντο νὰ φέρουν ὅπλα. Ὅλοι ἀπεφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν μέχρις ἐσχάτων. Ὁ Πατριάρχης περιέτρεχε τὴν πόλιν καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὰ πλήθη καὶ τοὺς μαχητάς. Ἡ πόλις ὁλόκληρος εἶχεν ἐναποθέσει τὰς ἐλπίδας της εἰς τὴν Προστάτριαν της, τὴν «Ὑπέρμαχον Στρατηγόν», τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ἡ πολιορκία ἧτο στενὴ καὶ ἰσχυρά. Παρὰ ταῦτα ἡ πόλις ἀνθίστατο εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῶν πολιορκητῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἐπέμενον εἰς τὴν πολιορκίαν. Αἰφνιδίως ὅμως φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος καταστρέφει τὸν στόλον των καὶ τοιουτορόπως ἀναγκάζονται κατὰ τὴν νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8ην Αὐγούστου νὰ λύσουν τὴν πολιορκίαν καὶ νὰ φύγουν ἄπρακτοι. Ἡ βασιλεύουσα ἐσώθη! Ὁ λαὸς τῆς πόλεως, πανηγυρίζων τὴν σωτηρίαν του, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς Θεομήτορος, συνηθροίσθη εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις Ναὸν τῆς Παναγίας, ὅπου ἐτελέσθη, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Σεργίου, ὁλονύκτιος εὐχαριστήριος Ἀκολουθία. Τότε «ὀρθοστάδην ἅπας ὁ λαὸς ἔψαλε» τὸν Ὕμνον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἔκτοτε ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος». Βεβαίως ὁ Ὕμνος προϋπῆρχε καὶ ἐψάλλετο πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καθιερώθη πλέον κατὰ τρόπον ἐπίσημον καὶ πανηγυρικὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας. Τὸ τροπάριον «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ» (τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ προϋπάρχον «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς») συνετέθη ἀναμφιβόλως κατ᾿ ἐκείνας τὰς ὥρας.

Δι᾿ αὐτοῦ ὁλόκληρος ἡ λυτρωθεῖσα ἐκ τῆς συμφορᾶς πόλις «ἀνέγραψε τὰ νικητήρια», ἀπέδωσε δηλαδὴ εὐγνωμόνως τὴν νίκην, εἰς τὴν Προστάτριαν αὐτῆς Θεοτόκον.

Τί σημαίνει «Κανών»

Ὡς εἴπομεν, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἔχει καὶ «Κανόνα». Ἡ λέξις «Κανὼν» σημαίνει τὴν εὐθεῖαν ῥάβδον, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς μέτρησιν καὶ καθορισμὸν ἄλλων πραγμάτων, καὶ γενικῶς τὸ μέτρον, τὸ ὑπόδειγμα, τὸν ῥυθμιστήν. Εἰδικῶς δὲ εἰς τὴν ὑμνολογίαν, «Κανὼν» λέγεται μακρὸς ὕμνος, ἀποτελούμενος ἐξ «ᾨδῶν», τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ποικίλλει, ἀλλ᾿ οὐδέποτε εἶνε μεγαλύτερος τοῦ ἐννέα. Ἑκάστη ᾨδὴ (ἡ λέξις σημαίνει ὕμνον, ᾆσμα, ἐκ τοῦ ῥήματος ᾄδω παραγομένη), ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ «εἱρμοῦ» καὶ τῶν ἀκολουθούντων τριῶν-τεσσάρων συνήθως «τροπαρίων». Εἱρμὸς λέγεται ἡ πρώτη στροφὴ ἑκάστης ᾨδῆς, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ῥυθμίζονται αἱ ὑπόλοιποι στροφαὶ (τροπάρια). Ὁ εἱρμὸς δηλαδὴ χρησιμεύει ὡς ὑπόδειγμα καὶ βάσις. Ἡ λέξις παράγεται ἐκ τοῦ ῥήματος εἴρω, ποὺ σημαίνει συνάπτω, συνδέω, συμπλέκω. Αἱ ὑπόλοιποι στροφαί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν πρώτην, τὸν εἱρμὸν δηλαδή, ὀνομάζονται τροπάρια, προφανῶς διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, τρέπονται συμφώνως πρὸς τὸν εἱρμόν, ἤτοι ἀκολουθοῦν τονικῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ μετρικῶς καὶ μουσικῶς, τὸν εἱρμόν. (Ὑπάρχουν πάντως καὶ ἄλλαι ἑρμηνεῖαι τῆς λέξεως τροπάριον.)

Οἱ Κανόνες (ὅπως καὶ τὰ Κοντάκια,) πολλάκις ἔχουν «ἀκροστιχίδα». Τὸ πρῶτον γράμμα δηλαδὴ τῶν εἱρμῶν καὶ τῶν τροπαρίων, λαμβανόμενον κατὰ σειρὰν καὶ ἐν ἀδιασπάστῳ συνεχείᾳ, μᾶς δίδει μίαν φράσιν. Ἡ φράσις αὕτη λέγεται «ἀκροστιχὶς» καὶ ἀναφέρεται ἄλλοτε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ποιητοῦ τοῦ Κανόνος, ἄλλοτε εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑορτῆς κ.τ.λ.. Πολλάκις ἡ ἀκροστιχὶς εἶνε ἀλφαβητική, δηλαδὴ ἀκολουθεῖ τὴν σειρὰν τῶν γραμμάτων Α, Β, Γ, Δ, κ.τ.λ..

Ἕκαστος Κανὼν ἀποτελεῖται ἐκ διαφόρου, ὡς προελέχθη, ἀριθμοῦ ᾨδῶν, κατ᾿ ἀνώτατον δὲ ὅριον ἐννέα. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐννέα εἶνε αἱ βιβλικαὶ ᾨδαί, ἤτοι αἱ ᾨδαὶ περιεχόμεναι εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, τὰς ὁποίας ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν λατρείαν της μαζὶ μὲ τοὺς Ψαλμούς. Διὰ τὰς ἐννέα αὐτὰς ᾨδάς, δηλαδὴ διὰ τοὺς ἐννέα αὐτοὺς θρησκευτικοὺς ὕμνους ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινὰ πρὸς διαφώτισιν τῶν ἀναγνωστῶν.

Αἱ ἐννέα βιβλικαὶ ᾨδαί

α) Ὅπως εἶνε γνωστόν, οἱ Ἰσραηλῖται εἶχον γίνει δοῦλοι εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὅταν ὁ Θεὸς ἀπεφάσισε νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ, ἔστειλε τὰς δέκα «πληγὰς» (συμφορὰς) εἰς τοὺς Φαραώ, ἤτοι τὸν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου, καὶ οὕτως ἐκεῖνος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ φύγουν. Τότε οἱ Ἰσραηλῖται, μὲ τὸν ἡγέτην των Μωϋσῆν, ἤρχισαν τὴν πορείαν τῶν πρὸς τὴν «Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας», τὴν εὔφορον Χαναάν, ποὺ τοὺς εἶχεν ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός. Εὐθὺς ὅμως μετὰ τὴν ἀναχώρισίν των ὁ Φαραὼ μετενόησε, διότι τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν καὶ ἔχασε τόσας ἐργατικὰς χεῖρας, καὶ ἔσπευσε, μὲ στατὸν πολὺν καὶ ἅρματα φοβερά, νὰ τοὺς προλάβῃ καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν Αἴγυπτον. Τοὺς ἔφθασεν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης. Ἡ θέσις τῶν Ἰσραηλιτῶν κατέστη τραγική. Ἐμπρός των ἐξετείνετο, ἀδεαπέραστος καὶ κυματώδης, ἡ Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ὀπίσω των ἤρχετο ἡ ἐμπνέουσα τρόμον στρατιὰ τοῦ Φαραώ. Τότε ὁ Μωϋσῆς ὑψώνει, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, τὴν ῥάβδον του ὑπεράνω τῶν ὑδάτων καί, ὢ τοῦ θαύματος! Τὰ ὕδατα χωρίζονται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης γίνεται πέρασμα στερεόν. Οἱ Ἰσραηλῖται εἰσέρχονται εἰς τὸν πρωτοφανῆ αὐτὸν διάδρομον καὶ σπεύδουν νὰ περάσουν ἀπέναντι. Ὀπίσω των εἰσέρχονται καὶ τὰ στρατεύματα τοῦ Φαραώ. Ἀλλ᾿ ὅταν ἐπέρασε καὶ ὁ τελευταῖος Ἰσραηλίτης, ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε πάλιν τὴν ῥάβδον του ὑπεράνω τῶν ὑδάτων καὶ τὰ ὕδατα ἡνώθησαν καὶ ἔπνιξαν τὰ στρατεύματα τῶν Αἰγυπτίων. Τότε ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ Ἰσραηλῖται, βαθύτατα εὐγνώμονες πρὸς τὸν Σωτῆρα Θεὸν ἔψαλλαν ἐνθουσιώδη ὕμνον πρὸς Αὐτόν. Ὁ ὕμνος αὐτὸς ἀπετέλεσε τὴν πρώτην βιβλικὴν ᾨδὴν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὕμνου εἶνε: «ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τῆς Ἐξόδου (ἐν κεφαλαίῳ ιε´).

β) Ἡ Δευτέρα ᾨδὴ συνετέθη καὶ αὐτὴ ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἐν εἴδει διαμαρτυρίας πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας διὰ τὴν ἀχαριστίαν των ἔναντι τοῦ συνεχῶς εὐεργετοῦντος αὐτοὺς Θεοῦ. Ἡ ᾨδὴ αὕτη δὲν ἔχει χαρακτῆρα πανηγυρικὸν καὶ χαρμόσυνον, ἀλλὰ πένθιμον καὶ ἐλεγκτικόν, συνετέθη δὲ ὀλίγον πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Μωϋσέως. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Πρόσεχε, οὐρανέ, καὶ λαλήσω καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ῥήματα ἐκ τοῦ στόματός μου». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Δευτερονομίου (ἐν κεφ. λβ´).

γ) Ἡ Τρίτη ᾨδὴ συνετέθη ὑπὸ τῆς προφήτιδος Ἄννης μητρὸς τοῦ Σαμουήλ, καὶ ἀποτελεῖ εὐχαριστήριον ὕμνον πρὸς τὸν Θεόν, διότι εἱσήκουσε τὰς προσευχάς της καὶ ἔλυσε τὴν ἀτεκνίαν της, χαρίσας εἰς αὐτὴν τὸν Σαμουήλ. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐστερεώθη ἡ καρδία μου ἐν Κυρίῳ, ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου ἐπλατύνθη ἐπ᾿ ἐχθρούς μου τὸ στόμα μου, εὐφράνθην ἐν σωτηρίᾳ σου». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει ἡ βίβλος Α´ Βασιλειῶν (ἐν κεφ. β´).

δ) Ἡ Τετάρτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τοῦ προφήτου Ἀββακούμ. Διά του ὕμνου αὐτοῦ ἐξαίρει ὁ προφήτης τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτοχρόνως ἐκφράζει ἔντρομος τὴν κατάπληξίν του, προβλέπων τὸ μυστηριῶδες σχέδιον τῆς θείας οἰκονομίας, διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὕμνου εἶνε: «Κύριε, κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἀββακοὺμ (ἐν κεφ. γ´).

ε´) Ἡ Πέμπτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τοῦ προφήτου Ἡσαΐου πρὸς τὸν Θεὸν καὶ προφητεία περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶνε ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἡσαΐου (ἐν κεφ. κστ´).

στ´) Ἡ ἕκτη ᾨδὴ εἶνε εὐχαριστήριος πρὸς τὸν Θεὸν ὕμνος τοῦ προφήτου Ἴωνα, τὸν ὁποῖον ἔψαλεν ἐκ τῆς κοιλίας τοῦ κήτους. Ὡς γνωστόν, ὁ προφήτης Ἰωνᾶς διετάχθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ μεταβὴ εἰς τὴν πόλιν Νινευΐ, διὰ νὰ κηρύξῃ εἰς αὐτὴν μετάνοιαν. Ὁ Ἰωνᾶς ὅμως παρήκουσε τὸν Θεὸν καὶ εἰσῆλθεν εἰς πλοῖον, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλην πόλιν. Τότε ὁ Θεὸς ἑξαπέλυσε μεγάλην τρικυμίαν καὶ τὸ πλοῖον ἐκινδύνευσε νὰ συντριβῇ. Οἱ ναῦται, διαισθανθέντες ὅτι ὁ Θεὸς εἶχεν ἑξαπολύσει τὴν τρικυμίαν, ἔῤῥιψαν κλήρους, διὰ νὰ εὕρουν τὸν αἴτιον. Ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς τὸν Ἰωνᾶν, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχήν του καὶ ζητεῖ νὰ ῥιφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν ὑπὸ τῶν ναυτῶν. Τοῦτο ἔγινε καὶ εὐθὺς ἐκόπασεν ἡ ταραχὴ τῆς θαλάσσης. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ἄφησε τὸν Ἰωνᾶν νὰ πνιγῇ, ἀλλὰ διέταξεν ἕνα πελώριον ἰχθὺν (κῆτος) νὰ τὸν καταπίῃ καὶ διετήρησε ζῶντα αὐτὸν εἰς τὴν κοιλίαν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἰχθύος τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας. Εὑρισκόμενος δὲ ἐντὸς τῆς κοιλίας τοῦ κήτους ὁ Ἰωνᾶς, προσηυχήθη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἡ προσευχή του ἀπετέλεσε τὴν ἕκτην βιβλικὴν ᾨδὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἱσήκουσέ μου». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἰωνᾶ (ἐν κεφ. β´).

ζ´) Ἡ ἑβδόμη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τῶν τριῶν εὐσεβῶν Ἰσραηλιτῶν νέων Ἀνανίου, Ἀζαρίου καὶ Μισαὴλ (ἡ Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ), οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ προσκυνήσουν τὴν χρυσῆν εἰκόνα τοῦ βασιλέως τῆς Βαβυλῶνος Ναβουχοδονόσορος καὶ πρὸς τιμωρίαν των ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπιρακτώθη αὕτη εἰς μέγιστον βαθμόν. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐφύλαξε τοὺς πιστοὺς νέους καὶ τὸ φοβερὸν πῦρ δὲν ἔβλαψεν οὔτε τρίχα τῆς κεφαλῆς τῶν. Τότε αὐτοί, εὑρισκόμενοι ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς καὶ θαυματουργικὼς δροσιζόμενοι, ἀνέπεμψαν, διὰ στόματος τοῦ πρώτου, ὕμνον εὐχαριστίας, ἐξομολογήσεως καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Εὐεργέτην τῶν Θεόν. Ἡ ἀρχὴ τῆς ᾨδῆς αὐτῆς εἶνε: «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετός, καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ προφήτου Δανιὴλ (ἐν κεφ.γ´).

η´) Ἡ ὀγδόη ᾨδὴ εἶνε πάλιν ὕμνος τῶν τριῶν αὐτῶν νέων, ποὺ ἐψάλη καὶ αὐτὸς ὑπ᾿ ἐκείνων ἀπὸ τὸ μέσον τῆς καιομένης καμίνου. Διὰ τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐξαίρεται τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ καὶ καλοῦνται ὅλα τὰ δημιουργήματα, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα, νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεόν. Ἡ ἀρχὴ τῆς ᾨδῆς αὐτῆς εἶνε: «Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας». Ἡ ᾨδὴ αὕτη εὑρίσκεται ὅπου καὶ ἡ ἀνωτέρω.

θ´) Ἡ ἐνάτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τὸν ὁποῖον αὕτη ἀνέπεμψεν ὀλίγον μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν καὶ τὴν ἐν τῇ κοιλίᾳ της σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἶχεν ἐπισκεφθῇ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μας τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τὴν μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἡ ὁποία τὴν ὕμνησε καὶ τὴν ἐμακάρισε, φωτισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ἡ Ἀειπάρθενος Κόρη, ἡ φέρουσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς τὸν Αἰώνιον, ἀνεβόησε: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῳ Σωτῆρί μου…» Ἡ ᾨδὴ αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Λουκᾶ (ἐν κεφ. α´). Μὲ αὐτὴν δὲ τὴν ᾨδὴν εἶνε ἠνωμένος καὶ ὁ εὐχαριστήριος ὕμνος τοῦ προφήτου Ζαχαρίου διὰ τὴν γέννησιν τοῦ υἱοῦ του Ἰωάννου, τοῦ μετέπειτα Βαπτιστοῦ τοῦ Κυρίου. Ὡς γνωστόν, ὁ Ζαχαρίας δὲν εἶχε πιστεύσει εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ἀγγέλου ὅτι ἡ στείρα καὶ γραία σύζυγός του Ἐλισάβετ θὰ συλλάβῃ υἱόν, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐτιμωρήθη μὲ στέρησιν τῆς λαλιᾶς του. Κατὰ τὴν ὀγδόην ὅμως ἡμέραν ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰωάννου, ἐλύθη ἡ γλῶσσα του καὶ τότε ὕμνησε μὲ ὅλην τὴν καρδίαν τοῦ τὸν Θεόν. Ὁ ὕμνος αὐτὸς περιέχει καὶ προφητείας, εὑρίσκεται δὲ ὅπου καὶ ὁ ἀνωτέρω ὕμνος τῆς Θεοτόκου.

ᾨδαὶ καὶ Κανόνες

Οἱ ποιηταὶ τῶν Κανόνων ἀκολουθοῦν τὰς βιβλικὰς ᾨδάς. Δηλαδὴ διαιροῦν τὰ τροπάριά των εἰς ἑνότητας ἴσου ἀριθμοῦ πρὸς τὰς βιβλικὰς ᾨδάς. Πρῶτον κατασκευάζουν τὸν εἱρμὸν μιᾶς ᾨδῆς (τῆς πρώτης π.χ.) καὶ ἀκολούθως, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ εἱρμοῦ, σειρὰν τροπαρίων. Ἐν συνεχείᾳ κατασκευάζουν ἄλλον εἱρμὸν διὰ τὴν ἑπομένην ᾨδὴν καὶ, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα αὐτοῦ τοῦ εἱρμοῦ, ἄλλην σειρὰν τροπαρίων κ.ο.κ.. Δεν εἶνε ὅμως ἄρτιοι ὅλοι οἱ Κανόνες, δηλαδὴ δὲν περιέχουν ὅλοι ἐννέα ᾨδὰς (ἡ μᾶλλον ὀκτώ, διότι ἡ Δευτέρα ᾨδή, ἐπειδὴ ἔχει, ὡς προείπομεν, ἐλεγκτικὸν καὶ πένθιμον χαρακτῆρα, παραλείπεται συνήθως καὶ σπανιώτατα χρησιμοποιεῖται), ἀλλὰ περιέχουν κάποτε μόνον δύο ἢ τρεῖς ἢ τέσσαρας, ὁπότε λέγονται διώδια, τριώδια καὶ τετραώδια, ὡς π.χ. οἱ Κανόνες τῆς Μ.Δευτέρας, Μ.Τρίτης, Μ.Τετάρτης καὶ ἄλλοι. Μεταξὺ μιᾶς ᾨδῆς Κανόνος καὶ τῆς ἀντιστοίχου βιβλικὴς ᾨδῆς ὑπάρχει βεβαίως σχέσις. Ἡ σχέσις αὕτη ἄλλοτε εἶνε στενή, ἤτοι ὁ εἱρμὸς ἢ καὶ τὰ τροπάρια ἀναφέρονται ῥητῶς καὶ σαφῶς εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς βιβλικὴς ᾨδῆς (π.χ. ἐξιστοροῦν ποιητικῶς τὴν διάβασιν τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ Φαραώ, γεγονότα περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ πρώτη βιβλικὴ ᾨδή), καὶ ἄλλοτε ὑποτυπώδης, ἤτοι ἀναφέρονται ἁπλῶς φράσεις ἢ λέξεις ἐκ τῆς πρώτης βιβλικὴς ᾨδῆς, τὸ «ἐστερεώθη» τῆς τρίτης, τὸ «εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου» τῆς τετάρτης, τὸ «ὀρθρίζω» τῆς πέμπτης κ. τ. τ.).Πρέπει νὰ γνωρίζῃ καλῶς τοῦτο ὁ ἐκκλησιαζόμενος, διότι ἄλλως θὰ ἀπορῇ, ὅταν ἀκούῃ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται συνεχῶς εἰς τὰ τροπάρια τὰ «ὅτι δεδόξασται», τὰ «ἐκ φθορᾶς με ἀνάγαγε», ἢ τὰ «εὐλογεῖτε, ἀνυμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας» κ.τ.λ.. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φράσεις τῶν βιβλικῶν ᾨδῶν καὶ οἱ ποιηταὶ τῶν Κανόνων τὰς ἐνσωματώνουν εἰς τοὺς εἱρμοὺς καὶ τὰ τροπάρια τῶν ἀντιστοίχων ᾨδῶν τῶν Κανόνων.

Σημασία διαφόρων ὀνομασιῶν

Ἡ λέξις «τροπάριον» εἶνε γενικὴ καὶ σημαίνει μικρὸν ἐκκλησιαστικὸν ὕμνον, στροφήν. Τὰ τροπάρια ὅμως ἔχουν καὶ ἄλλας ὀνομασίας, ἀναλόγως τῆς λειτουργικῆς των χρήσεως, ὡς π.χ. «ἀντίφωνα», «ἀπολυτίκια», «ἑξαποστειλάρια», «στιχηρὰ» κ.τ.λ.. Ἐπειδὴ ὁ ἀναγνώστης θὰ συναντᾷ πολλάκις, κατὰ τὰς Ἀκολουθίας τῆς Ἐκκλησίας, τὰς ὀνομασίας αὐτάς, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί σημαίνουν, θὰ εἴπωμεν καὶ περὶ αὐτῶν ὀλίγα. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν θὰ ἀναφέρωμεν ὅλας τὰς γμώμας διὰ τὴν σημασίαν ἑκάστης ὀνομασίας, ἀλλὰ θὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μίαν καὶ μόνην, τὴν πιθανωτέραν. Ἡ ἐκτενὴς ἀνάπτυξις τῶν ζητημάτων αὐτῶν δὲν ἔχει θέσιν ἐνταῦθα. Λοιπόν: «Ἀντίφωνα» ἐλέγοντο κατ᾿ ἀρχὰς μικρὰ τροπάρια, ἐξ ἑνὸς πολλάκις στίχου, ποὺ εἶχον θέσιν ἐπῳδοῦ εἰς τοὺς ψαλλομένους στίχους τῶν Ψαλμῶν. Μετέπειτα τὰ τροπάρια αὐτὰ ἔγιναν ἐκτενέστερα. «Ἀντίφωνα» ὠνομάσθησαν, ἐπειδὴ ἐψάλλοντο κατ᾿ ἀνταπόκρισιν ὑπὸ δύο ψαλτῶν ἢ χορῶν. «Ἀπολυτίκια» λένονται ὡρισμένα τροπάρια, ἀναφερόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑορτῆς, ἐπειδὴ ψάλλονται κατὰ τὸν Ἐσπερινὸν μετὰ τὸ «Νῦν ἀπολύεις…» καὶ πρὸ τῆς ἀπολύσεως, δηλαδὴ τῆς Εὐχῆς ποὺ δίδει τέλος εἰς τὴν Ἀκολουθίαν. Ἐνίοτε τὰ ἀπολυτίκια καὶ τὰ ἑξαποστειλάρια ψάλλονται τρεῖς φορὰς εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Ἀπόστιχα Ἰδιόμελα» λέγονται ὅσα ψάλλονται μὲ μουσικὴν ἰδιάζουσαν. «Ἐξαποστειλάρια» λέγονται ὡρισμένα τροπάρια, ἴσως διότι ἓν ἐκ τῶν τροπαρίων τῆς ὁμάδος αὐτῆς ἀρχίζει μὲ τὴν φράσιν τοῦ Ψαλμοῦ (42, 3) «Ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου…» «Εὑλογητάρια» λέγονται τὰ τροπάρια τῶν ὁποίων προηγεῖται ὁ ψαλμικὸς στίχος «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου». «Θεοτοκία» λέγονται τὰ τροπάρια ποὺ ἐξυμνοῦν τὴν Θεοτόκον. «Καθίσματα» λένονται τὰ τροπάρια ἐκεῖνα ποὺ ἐψάλλοντο μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὡρισμένων ψαλμῶν πρὸς ἀνάπαυσιν τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκάθηντο ἐπ᾿ ὀλίγον. «Καταβασίαι» λέγονται οἱ εἱρμοί, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται ἔπειτα ἀπὸ τοὺς Κανόνας. Ἡ λέξις προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ψάλται παλαιοτερον κατήρχοντο ἐκ τῶν στασιδίων των καὶ τὰς ἔψαλλον ἡνωμένοι εἰς τὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ. (Καταβασίαι ψάλλονται διάφοροι καθ᾿ ὅλον τὸ ἔτος.) «Κoντάκια» εἴπομεν προηγουμένως ποῖα λέγονται. «Στιχηρὰ» λέγονται τὰ τροπάρια τὰ ὁποῖα ψάλλονται ἀφοῦ προταχθοῦν αὐτῶν μεμονωμένοι στίχοι ἐκ τῶν Ψαλμῶν. «Στιχηρὰ ἀπόστιχα» ἢ ἁπλῶς «ἀπόστιχα» λέγονται ὅσα ψάλλονται εἰς τοὺς τελευταίους στίχους Ψαλμῶν, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται ὁλόκληροι. «Στιχηρὰ Ἰδιόμελα» λέγονται ὅσα ψάλλονται μὲ μουσικὴν ἰδιάζουσαν. «Στιχηρὰ προσόμοια» λέγονται ὅσα ψάλλονται κατὰ τὴν μουσικὴν τῶν ἰδιομέλων. «Στιχηρὰ τῶν αἴνων» ἢ ἁπλῶς «αἶνοι» λέγονται τὰ τροπάρια ποὺ συνοδεύουν τοὺς ψαλμικοὺς στίχους «Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν…».

«Ὑπακοὴ» (ἐκ τοῦ «ὑπακούω» μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑποφωνῶ, ὑπηχῶ, ψάλλω ἀπαντῶν εἰς ἄλλον,) λέγεται τὸ τροπάριον ἐκεῖνο ποὺ παλαιότερον ἐψάλλετο ὑφ᾿ ὁλοκλήρου τοῦ χοροῦ, ἀφοῦ ὁ Διάκονος ἔψαλλε τοὺς πρώτους στίχους του.

Ὁ ἀναγνώστης πλὴν τῶν ὀνομασιῶν αὐτῶν, ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὰ τροπάρια, θὰ συναντᾷ εἰς τὰς διαφόρους Ἀκολουθίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰς λέξεις «Ἐκτενής», «Προκείμενον», «Συναπτή», «Ὧραι» κ.τ.λ.. «Ἐκτενὴς Ἱκεσία» ἢ «μεγάλη συναπτὴ» λέγεται ἡ σειρὰ τῶν δεήσεων τὰς ὁποίας ἀπαγγγέλει ὁ Ἱερεὺς («Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ…» κ.τ.λ.). «Μικρὰ συναπτὴ» ἢ «αἴτησις» λέγεται σύντομος δέησις («Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ἀντιλαβοῦ…, Τῆς Παναγίας ἀχράντου… Ὅτι σὲ αἰνοῦσιν… ἢ Ὅτι σὸν τὸ κράτος…» κ.τ.λ.). «Προκείμενον» λέγεται μικρὸς στίχος ἐκ τῶν Ψαλμῶν, ὁ ὁποῖος προτάσσεται τῶν ἀναγνωσμάτων ἐκ τῆς Π. Διαθήκης καὶ τῶν Ἀποστόλων. «Ὧραι» λέγονται σύντομοι Ἀκολουθίαι, τελούμεναι κατὰ τὴν διαρκειαν τῆς ἡμέρας (κυρίως εἰς τὰς ἱερὰς Μονάς). Ἔχομεν τὴν πρώτην Ὥραν, τὴν τρίτην, τὴν ἕκτην καὶ τὴν ἐνάτην. Αἱ Ὦραι αὗται ἀντιστοιχοῦν καθ᾿ ἡμᾶς εἰς τὴν 6ην π.μ., τὴν 9ην π.μ., τὴν 12ην μεσημβρινὴν καὶ τὴν 3ην μ.μ.. Ἡ Ἀκολουθία τῶν Ὠρῶν περιλαμβάνει Ψαλμούς, Εὐχὰς καὶ τροπάρια. Εἰς ὡρισμένας ἑορτὰς (παραμονὴ Χριστουγέννων, παραμονὴ Θεοφανίων καὶ Μ. Παρασκευὴ) αἱ Ἀκολουθίαι τῶν Ὠρῶν εἶνε ἐκτενέστεραι («Μεγάλαι Ὧραι»).

Ὁ Κανὼν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Ὁ «Κανὼν» τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου εἶνε ἄρτιος, δηλαδὴ περιέχει ὀκτὼ ᾨδάς. Ἀκροστιχίδα ἔχει «Χαρᾶς δοχεῖον, σοὶ πρέπει χαίρειν μόνη Ἰωσήφ». Τὸ ὄνομα Ἰωσὴφ σημαίνει τὸν ποιητὴν τοῦ Κανόνος. Οὗτος δὲ εἶνε ὁ Ἰωσὴφ ὁ ὑμνογράφος, καταγόμενος ἐκ Σικελίας καὶ ἀκμάσας κατὰ τὸν θ´ αἰῶνα. Οἱ εἱρμοὶ δὲν ἀνήκουν εἰς αὐτόν, ἀλλ᾿ ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Κανόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Πιθανώτατα ἀνήκουν εἰς τὸν Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν. Ἑκάστη ᾨδὴ τοῦ Κανόνος περιέχει τὸν εἱρμὸν καὶ τέσσαρα τροπάρια. Ἤτοι ἐν συνόλῳ ὁ Κανὼν ἔχει 8 εἱρμοὺς καὶ 32 τροπάρια.

Ὁ Κανὼν αὐτὸς εἶνε ὡραιότατος καὶ πανηγυρικώτατος, χαρακτηρίζεται δὲ ὡς ποιητικὸν ἀριστούργημα. Ἐξυμνεῖ τὴν Ἀειπάρθενον Κόρην ὡς «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον», ὡς «παλάτιον τοῦ μόνου Βασιλέως», «ὡς θρόνον πύρινον τοῦ Παντοκράτορος», ὡς «ἁγνείας θησαύρισμα», ὡς «ἡδύπνοον κρίνον», ὡς «φωτὸς κατοικητήριον», ὡς «ἱλαστήριον τοῦ κόσμου», ὡς «οὐρανῶν ὑψηλοτέραν», ὡς «ἀκατανόητον βάθος» καὶ «ὕψος ἄῤῥητον», ὡς «νυμφῶνα ὁλόφωτον», ὡς «πυρίμορφον ὄχημα τοῦ Λόγου» καὶ «ἔμψυχον Παράδεισον», ὡς «αἰτίαν τῆς τῶν πάντων θεώσεως», ὡς «ἄφλεκτον βάτον», ὡς «ῥάβδον μυστικήν», ὡς «στῦλον πύρινον» κ.τ.λ..

Εἰς αὐτὴν καὶ ἡμεῖς ἂς εἴπωμεν:

«Ἰδού σοι, Χαῖρε, κραυγάζομεν λιμὴν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι, καὶ ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων καὶ τῶν σκανδάλων πάντων τοῦ πολεμήτορος.»

Τῷ δὲ ἐξ αὐτῆς προελθόντι σαρκοφόρῳ Θεῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ
(«ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ»)
ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Τῇ ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Τεσσαρακοστῇ, ἑκάστῃ Παρασκευῇ τῶν πέντε ἑβδομάδων τῶν Νηστειῶν, ἀναγινώσκεται τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον μετὰ τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου καὶ ἀνὰ μία αἱ στάσεις τῶν Οἴκων (Χαιρετισμῶν) τῆς Θεοτόκου, -πλὴν τῆς Ε´ ἑβδομάδος, ὁπότε καὶ ἀναγινώσκονται ὅλαι αἱ στάσεις- κατὰ τὴν ὡς ἕπεται τάξιν. .

Α´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Α´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

.
Ὁ Ἱερεύς· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε· νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν.

Ὁ Ἱερεύς· Δόξα σοι Χριστέ, ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι.

Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου. Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου. Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον. Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν. Κύριε, ἐλέησον (ιβ´). Δόξα. Καὶ νῦν.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ, Χριστῷ τῷ Βασιλεῖ καὶ Θεῷ ἡμῶν.

Μετανοίας (γ´) καὶ εὐθὺς τοὺς Ψαλμούς.

Ὁ Ἱερέας: Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεὸς μας πάντοτε, καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.

Ὁ Ἱερέας: Δόξα πρέπει εἰς Σέ, ὦ Θεὲ μας· ναί! δόξα πρέπει εἰς Σέ.

Ἅγιον Πνεῦμα, Σύ, ποὺ εἶσαι ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ, ὁ Παρηγορητής, ἡ πηγὴ καὶ ὁ διδάσκαλος τῆς ἀληθείας, Σύ, ποὺ ὡς Θεὸς εἶσαι πανταχοῦ παρὼν καὶ γεμίζεις τὰ πάντα μὲ τὴν παρουσίαν Σου, Σύ, ποὺ εἶσαι ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς, ἐλθὲ καὶ κατοίκησε εἰς τὰς καρδίας μας, καὶ καθάρισέ μας ἀπὸ ὅλας τὰς κηλῖδας τῆς ἁμαρτίας, καὶ σῶσε, Ἀγαθέ, τὰς ψυχάς μας.

Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.

Ἅγιος εἶσαι Σύ, ὁ Θεὸς Πατήρ· Ἅγιος ἰσχυρὸς ὁ Υἱὸς· Ἅγιος ἀθάνατος τὸ Ἅγιον Πνεῦμα· (Ὦ Ἁγία Τριὰς) ἐλέησέ μας.

Δόξα ὀφείλεται εἰς τὸν Πατέρα καὶ εἰς τὸν Υἱὸν καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησε μας. Κύριε, δεῖξε εὐσπλαγχνίαν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας. Δέσποτα, συγχώρησε εἰς ἡμᾶς τὰς παραβάσεις τοῦ Νόμου Σου. Ἅγιε, κοίταξε μὲ στοργὴν καὶ θεράπευσε τὰς ἀσθενείας μας· (κάμε ὅλα αὐτὰ) χάριν τοῦ ὀνόματός Σου (τὸ ὁποῖον εἶναι ταυτόσημόν μὲ τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαχνίαν). Κύριε, ἐλέησε μας· Κύριε, ἐλέησε μας· Κύριε, ἐλέησε μας.

Δόξα ὀφείλεται εἰς τὸν Πατέρα καὶ εἰς τὸν Υἱὸν καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Πάτερ ἡμῶν, ποὺ εἶσαι εἰς τοὺς οὐρανούς, (ἀλλὰ μὲ τὴν πανταχοῦ παρουσίαν Σου γεμίζεις τὸ σύμπαν,) ἂς δοξασθῇ τὸ ὄνομά Σου, ἀναγνωριζόμενον ὡς ἅγιον (ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους)· ἂς ἔλθῃ ἡ Βασιλεία Σου (διὰ τῆς ἑκουσίου ὑποταγῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἰς Σέ)· ἂς ἐκτελῆται τὸ θέλημά Σου καὶ εἰς τὴν γῆν (ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους), ὅπως ἐκτελεῖται εἰς τὸν οὐρανὸν (ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους)· δῶσε εἰς ἡμᾶς σήμερον τὸν ἄρτον, ποὺ εἶνε ἀναγκαῖος διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ὑπάρξεώς μας· καὶ συγχώρησε εἰς ἡμᾶς τὰς ὀφειλάς ποὺ ἔχομεν εἰς Σὲ (τὰς ἁμαρτίας μας), ὅπως καὶ ἡμεῖς συγχωροῦμεν τὰς ὀφειλὰς εἰς τοὺς ὀφειλέτας μας (συγχωροῦμεν δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ διέπραξαν εἰς ἡμᾶς ἀδικίας)· καὶ μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ περιπέσωμεν εἰς πειρασμοὺς καὶ δοκιμασίας, ἀλλὰ φύλαξέ μας ἀπὸ τὰς ἐπιθέσεις τοῦ Διαβόλου.

Ὁ Ἱερέας: (Ζητοῦμεν αὐτὰ ἀπὸ Σέ,) διότι εἰς Σὲ ἀνήκει ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, εἰς τὸν Πατέρα καὶ εἰς τὸν Υἱὸν καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν. Κύριε, ἐλέησε μας. (12 φορές). Δόξα. Καὶ τώρα.

Ἔλθετε νὰ προσκυνήσωμεν καὶ νὰ προσπέσωμεν λατρευτικῶς εἰς τὸν Θεόν, ποὺ εἶνε ὁ Βασιλεὺς μας.

Ἔλθετε νὰ προσκυνήσωμεν καὶ νὰ προσπέσωμεν λατρευτικῶς εἰς τὸν Χριστόν, ποὺ εἶνε ὁ Βασιλεὺς μας καὶ ὁ Θεὸς μας.

Ἔλθετε νὰ προσκυνήσωμεν καὶ νὰ προσπέσωμεν λατρευτικῶς (ὄχι εἰς ἄλλον τινά, ἀλλὰ) εἰς Αὐτόν, εἰς τὸν Χριστόν, τὸν Βασιλέα καὶ Θεὸν μας.

Ψαλμὸς Ν´ (50)

Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα. Ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην· ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ, πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Ψαλμὸς Ν´ (50).

Ἐλέησέ με Σύ, ὁ Θεός, (ἐλέησέ με πλουσίως,) ἀναλόγως πρὸς τὸ ἄπειρον ἔλεός Σου, καὶ ἀναλόγως πρὸς τὴν ἄμετρον εὐσπλαχνίαν Σου σβῆσε τελείως (ἀπὸ τὸ βιβλίον Σου) τὴν ἀνομίαν ποὺ διέπραξα. Πλῦνέ με ὁλοσχερῶς καὶ τελείως ἀπὸ τὰς κηλῖδας τῆς ἀνομίας μου, καὶ καθάρισέ με ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν μου. (Ναί, Κύριε! Ἐλέησέ με καὶ εὐσπλαγχνίσου με,) διότι ἐγὼ συναισθάνομαι καὶ ὁμολογῶ τὴν ἀνομίαν μου καὶ ἡ ἁμαρτία μου εἶνε συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μου. (Ζητῶ τὸ ἰδικόν Σου ἔλεος καὶ τὴν ἰδικήν Σου εὐσπλαγχνίαν, διότι) εἰς Σὲ μόνον ἡμάρτησα, καὶ διέπραξα ἐκεῖνό ποὺ ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν Σου εἶνε πονηρὸν (λέγω ὅτι ἡμάρτησα μόνον εἰς Σέ, διότι τὸν ἰδικόν Σου Νόμον παρέβην, ἀδικήσας ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἠδίκησα, ἰδικά Σου πλάσματα ἦσαν, καὶ τὰ ὅσα κατ᾿ αὐτῶν διέπραξα ἰδικήν Σου προσβολὴν ἀπετέλουν. Ὁμολογῶ καὶ δημοσία διακηρύσσω ὅτι εἶμαι βαρύτατα ἔνοχος ἐνώπιόν Σου,) διὰ νὰ φανῇ ὅτι δικαίως ἐνήργησες, ἐκφέρων καταδικαστικὴν ἀπόφασιν κατ᾿ ἐμοῦ, καὶ νὰ ἐξέλθῃς νικητής, ὅταν (ἀνόητοι ἄνθρωποι, ἀγνοοῦντες τὰ βαρυτατα παραπτώματά μου,) σὲ κατακρίνουν (διὰ τὰς κατ᾿ ἐμοῦ ἀποφάσεις Σου). (Ὁμολογῶ τὴν ἐνοχήν μου,) Διότι ἰδού! ἥμην ἁμαρτωλὸς (λόγῳ τῆς προπατορικῆς παρακοῆς) ἀπὸ τὴν στιγμήν ποὺ συνελήφθην ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός μου καὶ ἐξηκολούθουν νὰ εἶμαι ἁμαρτωλὸς ἐν ὅσῳ μὲ ἐκυοφόρει ἡ μήτηρ μου. Σὺ ὅμως, ἰδού! (ἀποστρέφεσαι τὴν ἀνομίαν,) ἀγαπᾷς τὴν εὐθύτητα καὶ ἀπεκάλυψες εἰς ἐμὲ τὰ ἄγνωστα καὶ μυστικὰ τῆς σοφίας Σου (ἵνα οὕτως ἀποφύγω τὴν ἁμαρτίαν καὶ ζήσω συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον Σου). (Ἐγὼ ὅμως τὸν παρέβην καὶ τώρα εἶμαι ἀκάθαρτος. Δι᾿ αὐτὸ καταφεύγω εἰς τὸ ἔλεός Σου καὶ ζητῶ τὴν συγχώρησίν Σου.) Θὰ μὲ ῥαντίσης (μὲ τὸ ἔλεός Σου, ὡς) διὰ ῥαντιστηρίου ἐκ δέσμης κλωνῶν τοῦ φυτοῦ ὑσσώπου, καὶ θὰ καθαρισθῶ, θὰ μὲ πλύνῃς (εἰς τὰ ὕδατα τῆς θείας συγγνώμης Σου) καὶ θὰ γίνω περισσότερον λευκὸς ἀπὸ τὴν χιόνα. Τότε θὰ μὲ κάμῃς νὰ αἰσθανθῶ ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην καὶ θὰ σκιρτήσουν ἀπὸ χαρὰν τὰ (ἐκ τῆς ὀδύνης) συντετριμμένα ὀστᾶ μου. Στρέψε τὸ πρόσωπόν Σου μακρὰν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας μου (ὥστε νὰ μὴ τὰς βλέπῃς καὶ ὀργίζεσαι κατ᾿ ἐμοῦ) καὶ σβῆσε τελείως (ἀπὸ τὸ βιβλίον Σου) ὅλας τὰς ἀνομίας ποὺ διέπραξα. Δημιούργησε μέσα μου, ὦ Θεέ μου, καρδίαν νέαν, καθαράν, (διότι αὐτή ποὺ ἔχω εἶνε τελείως διεφθαρμένη,) καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς ὑπαρξεώς μου ἐγκαθίδρυσε πνεῦμα εὐθύτητος καὶ εἰλικρινείας. Μὴ μὲ ῥίψῃς μακρὰν ἀπὸ τὸ πρόσωπόν Σου (ὥστε νὰ μὴ μὲ βλέπης,) καὶ μὴ ἀφαιρέσῃς ἀπὸ ἐμὲ τὸ πνεῦμά Σου τὸ ἅγιον. (Τώρα ποὺ ἡμάρτησα, ἔχασα τὴν θείαν χαρὰν ποὺ εἶχον προηγουμένως. Σὲ παρακαλῶ λοιπόν). Δός μου πάλιν τὴν εὐφροσύνην, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν προσφέρεις Σύ, καὶ ἐνίσχυσέ με μὲ πνεῦμα ἰσχυρόν, ποὺ κυριαρχεῖ καὶ ἐπιβάλλεται (ἐπὶ τῶν παθῶν. Τότε, ὄχι μόνον ἐγὼ δὲν θὰ πέσω πλέον, ἀλλὰ καὶ ἄλλους θὰ στηρίζω. Προηγουμένως, μὲ τὴν πτῶσίν μου, ἐσκανδάλισα πολλούς. Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἂν μὲ ἀποκαταστήσῃς, θὰ οἰκοδομῶ καὶ θὰ καταρτίζω). Θὰ διδάξω εἰς τοὺς ἀνόμους τὰς ὁδοὺς τοῦ θελήματός Σου, καὶ ἄνθρωποι ἀσεβεῖς θὰ (μετανοήσουν καὶ θὰ) ἐπιστρέψουν εἰς Σέ. (Λοιπόν, καθάρισέ με! Ἀποκατάστησέ με!) Ἁπάλλαξέ με, ὦ Θεέ μου, Θεέ ποὺ δίδεις σωτηρίαν εἰς ἐμέ, ἁπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν ἐνοχὴν τῶν αἱμάτων ποὺ ἔχυσα (φονεύσας ἀνθρώπους,) καὶ τότε ἡ γλῶσσά μου, μὲ ἀσυγκράτητον χαράν, θὰ ψάλη ὕμνους εἰς τὴν φιλανθρωπίαν Σου. Κύριε, θὰ ἀνοίξῃς (μὲ τὴν παροχὴν τῆς συγγνώμης Σου,) τὰ χείλη μού (ποὺ τώρα εἶνε κλειστὰ ἀπὸ ἐντροπὴν καὶ θλῖψιν δι᾿ ὅσα ἔπραξα,) καὶ τὸ στόμα μου θὰ ἀναπέμψῃ ὕμνους δοξολογίας εἰς Σὲ (θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς ὕμνους,) διότι (δὲν θέλεις θυσίας ὑλικὰς) ἐὰν ἤθελες θυσίαν (διὰ νὰ μὲ συγχωρήσῃς), προθύμως θὰ τὴν προσέφερα. Σὺ ὅμως οὐδόλως εὐαρεστεῖσαι εἰς τὰς θυσίας ζῴων ποὺ κατακαίονται ὁλόκληρα ἐπάνω εἰς τὸ θυσιαστήριον. Ἡ μόνη ἀρεστὴ θυσία εἰς Σέ, τὸν Θεόν, εἶνε τὸ ταπεινωμένον φρόνημα (ναί! τοιαύτην θυσίαν, δηλαδὴ) καρδίαν γεμάτην ἀπὸ ταπείνωσιν καὶ συντριβὴν (διὰ τὰς ἁμαρτίας τῆς), οὐδέποτε θὰ καταφρονήσῃ ὁ Θεός. Εὐδόκησε, Κύριε, νὰ δείξῃς τὴν ἀγαθότητά Σου πρὸς τὴν Σιὼν (Ἱερουσαλήμ), καὶ ἂς οἰκοδομηθοῦν τὰ (κατεστραμμένα) τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ. Τότε θὰ εὐδοκήσης νὰ δεχθῇς θυσίαν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου προσφερομένην (θὰ εὐδοκήσῃς νὰ δεχθῇς) θυσίαν προσφορὰς καρπῶν καὶ θυσίαν ζῴων ποὺ κατακαίονται ὁλόκληρα εἰς τὸ θυσιαστήριον. Τότε θὰ ἀναβιβάσουν ἐπάνω εἰς τὸ θυσιαστήριόν Σου μόσχους (καὶ θὰ τοὺς θυσιάσουν εἰς Σέ).

Ψαλμὸς ΞΘ´ (69)

Ὁ Θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον. Αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου· ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ βουλόμενοί μου κακά. Ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι εὖγε, εὖγε! Ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν ἐπὶ σοὶ πάντες οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεός, καὶ λεγέτωσαν διαπαντός· Μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ ἀγαπῶντες τὸ σωτήριόν σου. Ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ, Κύριε· μὴ χρονίσῃς.

Ψαλμὸς ΞΘ´ (69)

Ὦ Θεέ, δῶσε προσοχὴν εἰς τὴν ἀνάγκην ποὺ ἔχω διὰ τὴν βοήθειάν Σου. Κύριε, σπεῦσε ταχέως καὶ ἐλθὲ διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃς. Ἂς καλυφθοῦν ἀπὸ αἰσχύνην καὶ ἀπὸ ἐντροπὴν ἐκεῖνοί ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ λάβουν τὴν ζωήν μου (νὰ μὲ φονεύσουν). Ἂς ὀπισθοχωρήσουν τάχιστα, γεμάτοι ἀπὸ ἐντροπήν, ἐκεῖνοί ποὺ λέγουν δι᾿ ἐμέ: Ὡραία! Ὡραία! (Καλὰ νὰ πάθῃς! Χαίρομεν διὰ τὴν δυστυχίαν σου!). Ἂς γεμίσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν καὶ ἂς εὐφρανθοῦν ἐξ αἰτίας Σοῦ ὅλοι, ὅσοι Σὲ ἐπικαλοῦνται (καὶ καταφεύγουν εἰς Σέ), ὦ Θεέ, καὶ ὅλοι αὐτοί, ποὺ ἐπιζητοῦν τὴν ἰδικήν Σου βοήθειαν καὶ σωτηρίαν, ἂς λέγουν συνεχῶς: «Ἂς δοξάζεται μὲ μεγάλην δόξαν ὁ Κύριος!» Ἐγὼ δὲ εἶμαι πτωχὸς καὶ ταλαίπωρος. Βοήθησέ με, ὦ Θεέ μου! Βοηθός μου καὶ ἐλευθερωτής μου εἶσαι Σύ. Κύριε, μὴ βραδύνης (ἀλλ᾿ ἐλθὲ ἀμέσως εἰς βοήθειάν μου).

Ψαλμὸς ΡΜΒ´ (142)

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου. Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου· ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος, καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου· καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σού εἰμι.

Ψαλμὸς ΡΜΒ´ (142)

Κύριε, ἄκουσε εὐμενῶς τὴν προσευχήν μου, δέξαι εἰς τὰ ὦτα Σου τὴν ἱκεσίαν μου, Σύ, ποὺ εἶσαι πιστὸς εἰς τὴν τήρησιν τῶν ὑποσχέσεών Σου· (ναί, Κύριε,) ἄκουσέ με εὐμενῶς, Σύ, ποὺ εἶσαι δίκαιος (καὶ προστατεύεις τοὺς ἀδικουμένους). Καὶ μὴ θελήσῃς νὰ εἰσέλθῃς εἰς δικαστήριον μαζί μὲ τὸν δοῦλον Σου, διότι οὐδεὶς ἄνθρωπος θὰ εὑρεθῇ δίκαιος ἐνώπιόν Σου· (παραιτήσου λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐναντίον μου δίκην καὶ ἄκουσε εὐμενῶς τὴν ἱκεσίαν ποὺ Σοῦ ἀπευθύνῳ ἵνα μὲ βοηθήσῃς,) διότι ὁ ἐχθρὸς κατεδίωξε τὴν ὕπαρξίν μου, ἔρριψεν εἰς τὸ ἔδαφος τὴν ζωήν μου, καὶ οὕτω τὴν ἐξηυτέλισε, μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω εἰς τοὺς σκοτεινοὺς τόπους (τοῦ Ἅιδου), ὅπως (κάθηνται) ἐκεῖνοι ποὺ ἀπέθανον ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτάτους χρόνους. Καὶ (ἕνεκα αὐτῶν τῶν συμφορῶν μου) κατελήφθη ἀπὸ ἀθυμίαν τὸ πνεῦμα μου καὶ μὲ βαρύνει, ἡ δὲ καρδία μου μέσα εἰς τὸ ἐσωτερικόν μου ἐγέμισεν ἀπὸ ταραχήν· (εὑρισκόμενος εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν,) ἔφερα εἰς τὴν μνήμην μου (διὰ νὰ ἀντλήσω παρηγορίαν καὶ θάῤῥος) ἡμέρας Παλαιὰς (κατὰ τὰς ὁποίας ἐξεδηλοῦτο ἄμεσος καὶ ἰσχυρὰ ἡ προστασία Σου), προσήλωσα τὴν σκέψιν μου εἰς ὅλας τὰς ἐνεργείας Σου (διὰ τῶν ὁποίων μᾶς ἔσῳζες), ἐσκεπτόμην βαθέως τὰ ἔργα τῶν χειρῶν Σου. Ὕψωσα πρὸς Σὲ (ἰκετευτικῶς) τὰς χεῖρας μου, ἡ δὲ ψυχή μου εἶνε ἐνώπιόν Σου ὅπως ἡ κατάξηρος γῆ (καὶ ἀναμένει μὲ πόθον νὰ ἐκχύσῃς ἐπάνω τῆς τὰ ὕδατα τῶν οἰκτιρμῶν Σου καὶ νὰ τὴν ποτίσῃς). Ταχέως εἰσάκουσέ με, Κύριε, (καὶ βοήθησέ με,) διότι (ἀπὸ τὰς ταλαιπωρίας) σβήνει τὸ πνεῦμα μου (κινδυνεύω δηλαδὴ νὰ ἀποθάνω). Μὴ στρέψῃς μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ τὸ πρόσωπόν Σου, διότι (ἂν πράξῃς αὐτό) θὰ γίνω ὅμοιος μὲ ἐκείνους ποὺ κατέρχονται (νεκροὶ) εἰς τὸν λάκκον τοῦ τάφου. Κάμε νὰ αἰσθανθῶ τὸ πρωὶ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ἐλέους Σου, διότι εἰς Σὲ (καὶ ὄχι εἰς ἀνθρώπους) ἐναπέθεσα τὰς ἐλπίδας μου. Κατάστησε, Κύριε, γνωστὴν εἰς ἐμὲ τὴν ὁδόν ποὺ πρέπει νὰ βαδίσω (διὰ νὰ ἀποφύγω τοὺς πανταχοῦ ἐνεδρεύοντας ἐχθρούς μου), διότι ἐγὼ πρὸς Σὲ ἀνύψωσα τὴν ψυχήν μου (ὥστε νὰ Σὲ φθάσω καὶ νὰ λάβω τὸ ἔλεός Σου). Ἀπάλλαξέ με, Κύριε, ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, διότι εἰς Σὲ ἐζήτησα προστασίαν καὶ καταφύγιον. (Δὲν ζητῶ ὅμως μόνον αὐτό, τὴν σωτηρίαν μου ἀπὸ τὸν κίνδυνον· ἐπιθυμῶ καὶ κάτι ἀκόμη:) Δίδαξέ με, Κύριε, νὰ ἐκτελῶ τὸ θέλημά Σου, διότι Σὺ εἶσαι ὁ Θεός μου (καὶ ἑπομένως ὀφείλω πάντοτε τὸ ἰδικόν Σου θέλημα νὰ ἐκτελῶ). Τὸ πνεῦμα Σου τὸ ἀγαθὸν εἴθε νὰ μὲ ὁδηγήσει εἰς χώραν ὁμαλὴν καὶ εὐθεῖαν (εἰς τὴν χώραν τῆς ἀρετῆς). Χάριν (ὄχι τῆς ἰδικής μου ἀξίας, ἀλλὰ) τοῦ ὀνόματός Σου (τὸ ὁποῖον εἶνε ταυτόσημον μὲ τὸ ἔλεος), εἴθε, Κύριε, νὰ μὲ διατηρήσῃς ἐν ζωὴ (εἰς πεῖσμα τῶν ἐχθρῶν μου)· εἴθε, κινούμενος ἀπὸ τὴν δικαίαν εὐσπλαχνία Σου, νὰ ἐξαγάγῃς τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὴν θλίψην (εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται) καί, κινούμενος ἀπὸ τὴν (πρὸς ἐμὲ) ἀγάπην Σου, νὰ ἑξαφανίσῃς τοὺς (ζητοῦντας νὰ μὲ θανατώσουν) ἐχθρούς μου καὶ νὰ καταστρέψῃς ὅλους ἐκείνους ποὺ θλίβουν τὴν ψυχήν μου, διότι ἐγὼ εἶμαι δοῦλος Σου (ἀνήκω εἰς Σέ, εἶμαι ἰδιοκτησία Σου, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ στρέφεται ἐναντίον μου).

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Ὑμνοῦμέν σε, εὐλογοῦμέν σε, προσκυνοῦμέν σε, δοξολογοῦμέν σε, εὐχαριστοῦμέν σοι, διὰ τὴν μεγάλην σου δόξαν. Κύριε Βασιλεῦ, ἐπουράνιε Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ· Κύριε Υἱὲ μονογενές, Ἰησοῦ Χριστέ, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Κύριε, ὁ Θεός, ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρός, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ αἴρων τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου. Πρόσδεξαι τὴν δέησιν ἡμῶν, ὁ καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐλέησον ἡμᾶς. Ὅτι σὺ εἶ μόνος Ἅγιος, σὺ εἶ μόνος Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· Ἀμήν. Καθ᾿ ἑκάστην ἑσπέραν εὐλογήσω σε, καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Κύριε, καταφυγὴ ἐγενήθης ἡμῖν ἐν γενεᾷ καὶ γενεᾷ. Ἐγὼ εἶπα· Κύριε, ἐλέησόν με· ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι. Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Ὅτι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς· ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς. Παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε. Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸν καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας· Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ᾿ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Δέσποτα· συνέτισόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Ἅγιε· φώτισόν με τοῖς δικαιώμασί σου. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα· τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς. Σοὶ πρέπει αἶνος, σοὶ πρέπει ὕμνος, σοὶ δόξα πρέπει, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ

Δόξα ἂς εἶνε εἰς τὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ἂς ἔλθῃ (ἡ θεία) εἰρήνη, (διότι) ὁ Θεὸς ἐξεδήλωσε τὴν ἄκραν εὔνοιάν Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους (ἀποστείλας τὸν μονογενῆ Υἱὸν Του). Ὑμνοῦμεν, εὐχαριστοῦμεν, προσκυνοῦμεν, δοξολογοῦμεν καὶ εὐχαριστοῦμεν Σε, Κύριε, διὰ τὴν ἰδιαιτέρως μεγάλην δόξαν Σου (δηλαδὴ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ τὴν δι᾿ αὐτῆς σωτηρίαν μας). Προσφέρωμεν τὰ ἀνωτέρω (δηλαδὴ τοὺς ὕμνους καὶ τὰς δοξολογίας μας) εἰς Σὲ τὸν Τριαδικὸν Θεὸν· εἰς Σέ, Κύριε καὶ Βασιλεῦ, ἐπουράνιε Θεέ, Πάτερ παντοδύναμε· εἰς Σέ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ εἶσαι ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Πατρὸς· καὶ εἰς Σέ, Πνεῦμα Ἅγιον. Κύριε καὶ Θεέ, Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ εἶσαι ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ (ὁ διὰ θυσίαν προωρισμένος), ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρός, ὁ ἐξαφανίζων (μὲ τὸ Αἷμα Σου) τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἐλέησέ μας· ναί, ἐλέησέ μας Σύ, ποὺ ἐξαφανίζεις (μὲ τὸ Αἷμα Σου) ὅλας τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου. Δέξαι εὐμενῶς τὴν ἱκεσίαν μας Σύ, (ποὺ καὶ ὡς ἄνθρωπος ἐτιμήθης ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα καὶ κάθησαι εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός,) καὶ ἐλέησέ μας. (Ζητοῦμεν ἀπὸ Σὲ νὰ μᾶς ἐλεήσῃς,) διότι Σύ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶσαι ὁ μόνος κατὰ φύσιν καὶ ἀπολύτως Ἅγιος, Σὺ εἶσαι ὁ μόνος πραγματικῶς Κύριος καὶ Βασιλεύς, ὁ Ὁποῖος (μὲ τὴν ἀπολύτως ἁγίαν ζωήν Σου καὶ μὲ τὰ ἐξαίσια θαύματά Σου) ἐδόξασες καὶ δοξάζεις τὸν Θεὸν Πατέρα. Ἀμήν. Καθ᾿ ἑκάστην ἑσπέραν θὰ Σὲ δοξολογῶ καὶ θὰ ἀνυμνῶ τὸ ἅγιον ὄνομά Σου (τόσον εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ὅσον καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν, δηλαδὴ) εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Κύριε, ὑπῆρξες τὸ καταφύγιον (τῆς προστασίας καὶ τῆς σωτηρίας) μας, ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην (καθ᾿ ὅλας δηλαδὴ τὰς ἐποχὰς τῆς ἱστορίας τῶν ἀνθρώπων). Ἐγὼ εἶπα (πρὸς Σέ): Κύριε, ἐλέησέ με, θεράπευσε τὴν ψυχὴν μου, διότι ἔχω ἁμαρτήσει εἰς Σὲ (καὶ ἡ ψυχὴ μου εἶνε γεμάτη ἀπὸ τὰ τραύματα τῆς ἁμαρτίας). Κύριε, πρὸς Σὲ κατέφυγον (ζητῶν προστασίαν)· δίδαξέ με λοιπὸν (καὶ κατάστησέ με ἱκανὸν) νὰ ἐκτελῶ τὸ θέλημά Σου, διότι Σὺ εἶσαι ὁ Θεὸς (καὶ ἑπομένως τὸ ἰδικόν Σου θέλημα πρέπει νὰ ἐκτελῶ)· (πρέπει δὲ νὰ ἐκτελῶ τὸ θέλημά Σου,) διότι πλησίον Σου ὑπάρχει πηγὴ (αἰωνίου) ζωῆς καὶ (μόνον) μέσα εἰς τὸ ἰδικόν Σου φῶς εἶναι δυνατὸν νὰ (ἀνοίξουν οἱ ὀφθαλμοὶ μας καὶ νὰ) ἴδωμεν (Σέ, ποὺ εἶσαι) τὸ ἀληθινὸν φῶς. Συνέχισε νὰ παρέχῃς ἀδιακόπως τὸ ἔλεός Σου εἰς ἐκείνους ποὺ Σὲ γνωρίζουν (ὡς μόνον ἀληθινὸν Θεόν). Καταξίωσε μας, Κύριε, νὰ διαφυλαχθῶμεν ἀναμάρτητοι κατὰ τὴν νύκτα ποὺ ἔρχεται. Δοξασμένος εἶσαι, Κύριε, Σύ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, καὶ τὸ ἅγιον ὄνομά Σου εἶνε ἔνδοξον καὶ ἄξιον νὰ ὑμνῆται αἰωνίως. Ἀμήν. Τὸ ἔλεός Σου, Κύριε, εἴθε νὰ ἐκχυθὴ ἐπάνω μας τόσον πολύ, ὅσον μεγάλη ὑπῆρξεν ἡ ἐλπίς μας εἰς Σέ. Δοξασμένος εἶσαι, Κύριε· ὑπόδειξε εἰς ἐμὲ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις ποὺ ἔχεις ἀπὸ ἐμέ. Δοξασμένος εἶσαι, Δέσποτα· δός μου σύνεσιν, ὥστε νὰ τηρῶ τὰς δικαίας αὐτὰς ἀπαιτήσεις καὶ ἐντολάς Σου. Δοξασμένος εἶσαι, Ἅγιε· φώτισέ με διὰ τῶν ἐντολῶν Σου. Κύριε, τὸ ἔλεός Σου εἶνε ἄπειρον καὶ αἰώνιον· μὴ ἀδιαφορήσης (λοιπὸν) δι᾿ ἡμᾶς ποὺ εἴμεθα πλάσματα τῶν χειρῶν Σου. Εἰς Σὲ ἁρμόζει αἶνος, εἰς Σὲ ἁρμόζει ὕμνος, εἰς Σὲ ἁρμόζει δόξα, εἰς τὸν Πατέρα καὶ εἰς τὸν Υἱὸν καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. Τὸν δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα, καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν. Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε εἷς· καὶ αὐτὸς εἶνε Πατήρ, ἐξουσιαστὴς τοῦ παντός, Δημιουργὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ ὅλων τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων κόσμων.

Πιστεύω ὅτι Κύριος εἶνε εἷς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶνε Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μονογενὴς καὶ ἐγεννήθη ἐκ τοῦ Πατρὸς πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Εἶνε φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθεὶς καὶ ὄχι δημιουργηθείς· εἶνε τῆς αὐτῆς μὲ τὸν Πατέρα οὐσίας· τὰ πάντα ἐδημιουργήθησαν δι᾿ Αὐτοῦ.

Αὐτὸς κατῆλθεν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔλαβε σάρκα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἔγινεν ἄνθρωπος, χάριν ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ πρὸς σωτηρίαν μας.

Καὶ ἐσταυρώθη ὑπὲρ ἡμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ποντίου Πιλάτου καὶ ὑπέμεινε παθήματα καὶ (ἀαθᾳνῶν) ἐτάφη.

Καὶ ἀνέστη κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, συμφώνως πρὸς τὰς προφητείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Καὶ ἀνῆλθεν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐκάθισεν εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός.

Καὶ πάλιν θὰ ἔλθῃ ἐνδόξως διὰ νὰ κρίνῃ ζῶντας καὶ νεκρούς· ἡ Βασιλεία Αὐτοῦ θὰ εἶνε αἰωνία καὶ ἀτελεύτητος.

Πιστεύω ἀκόμη ὅτι ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖον εἶνε κυρίαρχος καὶ ζωοποιὸς Ὑπόστασις, ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός, ἔχει τὴν ἰδίαν ἀξίαν καὶ (δι᾿ αὐτὸ) πρέπει νὰ λατρεύεται καὶ νὰ δοξολογεῖται εἰς ἴσον βαθμὸν μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱόν. Αὐτὸ ἐλάλησε διὰ μέσου τῶν προφητῶν.

Πιστεύω ὅτι μία Ἐκκλησία ὑπάρχει· καὶ αὐτὴ εἶνε ἁγία, καθολική, καὶ ἀποστολική.

Διακηρύσσω ὅτι μίαν φορὰν γίνεται τὸ βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

Ζῶ μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀναμονὴν τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν·

Καὶ τῆς ἀπολαύσεως νέας ζωῆς εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ ἐμφανισθὴ Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

Θεοτοκίον.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Θεοτοκίον.

Ὀρθὸν καὶ πρέπον εἶνε ἀληθῶς νὰ μακαρίζωμεν σέ, τὴν Θεοτόκον, διότι εἶσαι πάναγνος καὶ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ μας καὶ σοῦ ἀξίζουν ἀκατάπαυστα ἐγκώμια. Δοξάζομεν, ὦ Παρθένε, μὲ μεγάλην δόξαν ἐσέ, ποὺ εἶσαι ἀσυγκρίτως τιμιωτέρα ἀπὸ τὰ Χερουβεὶμ καὶ ἀσυγκρίτως ἐνδοξοτέρα ἀπὸ τὰ Σεραφεὶμ (δηλαδὴ εἶσαι ὑψηλοτέρα καὶ ἀνωτέρα ὅλων τῶν Ἀγγελικῶν ταγμάτων), ἐσέ, ποὺ χωρὶς νὰ φθαρῇ ἡ παρθενία σου, ἐγέννησες τὸν Θεὸν Λόγον, ἐσέ, ποὺ πραγματικῶς εἶσαι Μήτηρ τοῦ Θεοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς, λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσήφ, σπουδῇ ἐπέστη, ὁ Ἀσώματος, λέγων τῇ Ἀπειρογάμῳ· Ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί. Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε!

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ´.

Ὁ ἀσώματος Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, λαβὼν γνῶσιν, κατὰ τρόπον–Ἀκατάληπτον εἰς ἡμᾶς, τῆς προσταγῆς τοῦ Θεοῦ, παρουσιάσθη ἀμέσως εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ (προστάτου τῆς Παρθένου) Ἰωσὴφ καὶ εἶπεν εἰς τὴν μὴ ἔχουσαν πεῖραν γάμου Κόρην: Αὐτός, ὁ Ὁποῖος, μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπεριγράπτου καὶ ἀπερινοήτου ταπεινώσεώς Του νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, ἐχαμήλωσε[1] τοὺς οὐρανοὺς (διὰ νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν γῆν), εἰσέρχεται (τώρα) ὁλόκληρος ἐντός σου, χωρὶς νὰ ὑποστῇ καμμίαν μετατροπὴν καὶ ἀλλοίωσιν (εἰς τὴν θείαν φύσιν Του). Βλέπων δὲ ἤδη Αὐτὸν μέσα εἰς τὴν κοιλίαν σου νὰ λαμβάνῃ μορφὴν δούλου, (δηλαδὴ νὰ γίνεται ἄνθρωπος,) καταλαμβάνομαι ἀπὸ θαυμασμὸν καὶ δέος καὶ κραυγάζω εἰς σέ: Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε[2].

Εἶτα ἄρχονται οἱ Χοροὶ ψάλλοντες τὸν Κανόνα τῆς Θεοτόκου, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Χαρᾶς δοχεῖον, σοὶ πρέπει χαίρειν μόνῃ. Ἰωσήφ.
Ποίημα Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου.

ᾨδὴ α´. Ἦχος δ´. Ὁ Εἱρμός.

» Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται
» πνεύματος, καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλί-
» δι Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρί-
» ζων, καὶ ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τὰ θαύματα. (δίς)

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σε Πνεύματι, ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, Ἁγνὴ θεώμενος, ἐπεφώνει σοι· Χαῖρε χαρᾶς δοχεῖον, δι᾿ ἧς τῆς Προμήτορος, ἀρὰ λυθήσεται.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἀδὰμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε Θεόνυμφε, τοῦ ᾍδου ἡ νέκρωσις· χαῖρε πανάμωμε, τὸ παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως· χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος.

Δόξα.

Ῥόδον τὸ ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα· τὸ μῆλον τὸ εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα· τὸ ὀσφράδιον, τοῦ πάντων Βασιλέως· χαῖρε Ἀπειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

Καὶ νῦν.

Ἁγνείας θησαύρισμα, χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐκ τοῦ πτώματος, ἡμῶν ἐξανέστημεν· χαῖρε ἡδύπνοον, κρίνον Δέσποινα, πιστοὺς εὐωδιάζον· θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον.

Εἶτα ψάλλεται ὁ Κανών:

ᾨδὴ α´. Ἦχος δ´. Ὁ Εἱρμός.

Θὰ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ αὐτὸ θὰ γεμίσῃ ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ θὰ εἴπω λόγους (ἐγκωμιαστικοὺς) πρὸς τὴν Βασίλισσαν Μητέρα (τοῦ Κυρίου)· καὶ θὰ μὲ ἴδουν νὰ πανηγυρίζω μὲ λαμπρότητα, καὶ θὰ ἀνυμνήσω γεμάτος ἀπὸ εὐφροσύνην τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα, τῶν ὁποίων αὕτη ἠξιώθη.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, (διὰ τῶν πεσβειῶν σου στὸν Ὑἱόν σου καὶ Θεὸν ἡμῶν), σῶσε μας.

Ὦ Ἁγνή, ὁ μέγας Ἀρχάγγελος Γαβριήλ (ποὺ ἐστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ σοῦ εἴπῃ ὅτι θὰ γεννήσῃς τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου), βλέπων σὲ νὰ εἶσαι τὸ ἔμψυχον βιβλίον τοῦ Χριστοῦ[3], τὸ ἐσφραγισμένον ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀνεφώνει πανηγυρικῶς πρὸς σέ: Χαῖρε, σύ, ποὺ (ἐδέχθης εἰς τὴν κοιλίαν σου τὴν χαρὰν ὅλου τοῦ κόσμου, δηλαδὴ τὸν Κύριον, καὶ τοιουτοτρόπως) εἶσαι τὸ σκεῦος τῆς χαρᾶς· (χαῖρε,) σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ καταργηθὴ ἡ κατάρα ποὺ ἔλαβε (διὰ τὴν παρακοὴν τῆς) ἡ πρόγονός μας Εὔα[4].

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, Παρθένε, Νύμφη τοῦ Κυρίου, σύ, πού (μὲ τὸ νὰ φέρῃς εἰς τὸν κόσμον τὸν Λυτρωτὴν) ἀνορθώνεις ἀπὸ τὴν πτῶσιν τοῦ τὸν Ἀδὰμ καὶ θανατώνεις τὸν ᾌδην. Χαῖρε, πάναγνε Κόρη, ποὺ εἶσαι τὸ ἀνάκτορον τοῦ μοναδικοῦ Βασιλέως. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ πύρινος θρόνος τοῦ Παντοκράτορος[5].

Δόξα Πατρί…

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἐβλάστησες τὸ (θεῖον) τριαντάφυλλον, τὸ ὁποῖον δὲν μαραίνεται ποτέ (δηλαδὴ τὸν Κύριον). Χαῖρε, σύ, ποὺ ἐγέννησες τὸ μῆλον, τὸ ὁποῖον εὐωδιάζει, σύ, ποὺ ἐγέννησες Ἐκεῖνον ποὺ ἀποτελεῖ τὴν εὐωδίαν τὴν ὁποίαν ὀσφραίνεται[6] ὁ Βασιλεὺς τῶν ὅλων. Χαῖρε, σύ, ποὺ δὲν ἔλαβες πεῖραν γάμου, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.

Καὶ νῦν…

Χαῖρε, ὦ Θεοτόκε, θησαυρὲ τῆς παρθενίας, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ἠγέρθημεν ἀπὸ τὴν πτῶσιν μας. Χαῖρε, ὦ Δέσποινα, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ εὐῶδες κρίνον, τὸ ὁποῖον ἀναδίδει τὴν εὐωδίαν τοῦ εἰς τοὺς πιστούς· εἶσαι ἀκόμη εὔοσμον θυμίαμα καὶ πολύτιμον μύρον.

Καὶ πάλιν: «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου…»

ᾨδὴ γ´. Ὁ Εἱρμός.

» Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ἡ ζῶσα καὶ
» ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας, πνευ-
» ματικὸν στερέωσον· καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου,
» στεφάνων δόξης ἀξίωσον. (δίς)

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Στάχυν ἡ βλαστήσασα τὸν θεῖον, ὡς χώρα ἀνήροτος σαφῶς, χαῖρε ἔμψυχε τράπεζα, ἄρτον ζωῆς χωρήσασα· χαῖρε τοῦ ζῶντος ὕδατος, πηγὴ ἀκένωτος Δέσποινα.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Δάμαλις τὸν μόσχον ἡ τεκοῦσα, τὸν ἄμωμον, χαῖρε τοῖς πιστοῖς· χαῖρε Ἀμνὰς κυήσασα, Θεοῦ Ἀμνὸν τὸν αἴροντα, κόσμου παντὸς τὰ πταίσματα· χαῖρε θερμὸν ἱλαστήριον.

Δόξα.

Ὄρθρος φαεινὸς χαῖρε, ἡ μόνη, τὸν Ἥλιον φέρουσα Χριστόν, φωτὸς κατοικητήριον· χαῖρε τὸ σκότος λύσασα, καὶ τοὺς ζοφώδεις δαίμονας, ὁλοτελῶς ἐκμειώσασα.

Καὶ νῦν.

Χαῖρε Πύλη μόνη, ἣν ὁ Λόγος, διώδευσε μόνος, ἡ μοχλούς, καὶ πύλας ᾍδου Δέσποινα, τῷ τόκῳ σου συντρίψασα· χαῖρε ἡ θεία εἴσοδος, τῶν σῳζομένων Πανύμνητε.

ᾨδὴ γ´. Ὁ Εἱρμός.

Θεοτόκε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ζωντανὴ καὶ ἀστείρευτος πηγή, στερέωσε (εἰς τὴν πέτραν τῆς πίστεως) ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, συγκροτήσαντες πνευματικὸν χορόν, σὲ ὑμνολογούν, καὶ ἀξίωσέ τους νὰ λάβουν στεφάνους δόξης εἰς τὴν θείαν δόξαν τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου κατοικεῖς.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, σύ, ἡ ὁποία, ὡσὰν ἀγρὸς[7] ποὺ πραγματικῶς δὲν ὠργώθη ποτέ, (ἔμεινες δηλαδὴ πάντοτε Παρθένος,) ἐβλάστησες τὸν θεῖον στάχυν (τὸν Ἰησοῦν)· (χαῖρε), σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἔμψυχος τράπεζα[8], ἡ ὁποία ἐχώρησε τὸν Ἄρτον τῆς ζωῆς (τὸν Κύριον). Χαῖρε, ὦ Δέσποινα, ποὺ εἶσαι ἡ ἀνεξάντλητος πηγὴ τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς[9].

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, σύ, ἡ (θεία) Δάμαλις, ποὺ ἐγέννησες χάριν (τῆς σωτηρίας) τῶν πιστῶν τὸν Μόσχον τὸν ἄμωμον (ποὺ ἦτο προωρισμένος νὰ θυσιασθῇ δι᾿ αὐτούς). Χαῖρε, σύ, ἡ (θεία) Ἀμνάς, ποὺ ἐγέννησες τὸν Ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος (διὰ τοῦ αἵματός Του) ἐξαλείφει ὅλου τοῦ κόσμου τὰ πταίσματα. Χαῖρε, σύ, ἡ ὁποία εἶσαι τὸ θερμὸν ἱλαστήριον[10].

Δόξα Πατρί…

Χαῖρε, σύ, ἡ φωτεινὴ αὐγή[11], ἡ ὁποία βαστάζεις εἰς τὰς ἀγκάλας σου τὸν ἥλιον (τῆς Δικαιοσύνης) Χριστὸν καὶ εἶσαι ἡ κατοικία τοῦ φωτὸς (τοῦ Χριστοῦ). Χαῖρε, σύ, ποὺ ἐξηφάνισες τὸ σκότος (τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας) καὶ ἐξεμηδένισες τοὺς σκοτεινοτάτους δαίμονας.

Καὶ νῦν…

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ μοναδικὴ πύλη[12], ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπέρασε (καὶ ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον) ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μόνος (καὶ οὐδεὶς ἄλλος)· (χαῖρε,) σύ, ὦ Δέσποινα, ἡ ὁποία, μὲ τὸ νὰ γεννήσῃς τὸν Σωτῆρα, συνέτριψες τοὺς μοχλοὺς καὶ τὰς πύλας τοῦ Ἅιδου (διὰ νὰ ἐξέλθουν οἱ ἐκεῖ φυλακισμένοι). Χαῖρε, ὦ ἀξία παντὸς ὕμνου Κόρη, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ θεία εἴσοδος ἡ εἰσάγουσα εἰς τὸν Παράδεισον ὅλους ὅσοι σῴζονται.

Καὶ πάλιν: «Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους…»

ᾨδὴ δ´. Ὁ Εἱρμός.

» Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ, ἐπὶ θρόνου Θεότη-
» τος, ἐν νεφέλῃ κούφῃ, ἦλθεν Ἰησοῦς ὁ ὑπέρ-
» θεος, τῇ ἀκηράτῳ παλάμῃ, καὶ διέσωσε, τοὺς
» κραυγάζοντας· Δόξα Χριστὲ τῇ δυνάμει σου.

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἐν φωναῖς ᾀσμάτων πίστει, σοὶ βοῶμεν Πανύμνητε· Χαῖρε πῖον ὄρος, καὶ τετυρωμένον ἐν Πνεύματι· χαῖρε λυχνία καὶ στάμνε, μάννα φέρουσα, τὸ γλυκαῖνον, τὰ τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἱλαστήριον τοῦ κόσμου, χαῖρε ἄχραντε Δέσποινα· χαῖρε κλῖμαξ γῆθεν, πάντας ἀνυψώσασα χάριτι· χαῖρε ἡ γέφυρα ὄντως, ἡ μετάγουσα, ἐκ θανάτου, πάντας, πρὸς ζωὴν τοὺς ὑμνοῦντάς σε.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Οὐρανῶν ὑψηλοτέρα, χαῖρε γῆς τὸ θεμέλιον, ἐν τῇ σῇ νηδύϊ, Ἄχραντε ἀκόπως βαστάσασα, χαῖρε κογχύλη, πορφύραν θείαν βάψασα, ἐξ αἱμάτων σου, τῷ Βασιλεῖ τῶν Δυνάμεων.

Δόξα.

Νομοθέτην ἡ τεκοῦσα, ἀληθῶς χαῖρε Δέσποινα, τὸν τὰς ἀνομίας, πάντων δωρεὰν ἐξαλείφοντα· ἀκατανόητον βάθος, ὕψος ἄῤῥητον, Ἀπειρόγαμε, δι᾿ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθημεν.

Καὶ νῦν.

Σὲ τὴν πλέξασαν τῷ κόσμῳ, ἀχειρόπλοκον στέφανον, ἀνυμνολογοῦμεν, Χαῖρέ σοι Παρθένε κραυγάζοντες, τὸ φυλακτήριον πάντων καὶ χαράκωμα, καὶ κραταίωμα, καὶ ἱερὸν καταφύγιον.

ᾨδὴ δ´ . Ὁ Εἱρμός.

Αὐτὸς ποὺ κάθηται ἐνδόξως ἐπάνω εἰς τὸν θρόνον τῆς Θεότητος, ὁ μέγας καὶ ὕψιστος Θεὸς Ἰησοῦς, ἦλθεν (εἰς τὸν κόσμον) μέσῳ μιᾶς ἐλαφρᾶς νεφέλης[13] (τῆς Παρθένου Μαρίας καὶ μὲ τὴν ἄχραντον παλάμην Του (μὲ τὴν θεϊκὴν δηλαδὴ δύναμίν Του) ὠδήγησεν εἰς σωτηρίαν ἐκείνους ποὺ (μὲ πίστιν) κραυγάζουν: Δόξα, Χριστέ, εἰς τὴν δύναμίν Σου.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Εἰς σέ, ὦ Θεοτόκε, ποὺ εἶσαι ἀξία παντὸς ὕμνου, βοῶμεν μὲ ἱερὰς ψαλμωδίας: Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὄρος παχὺ καὶ εὔφορον[14], ὄρος συμπαγὲς καὶ στερεοποιημένον ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ πηκτὸς τυρός. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι λυχνία[15], (φέρουσα τὸ θεῖον φῶς) καὶ στάμνος, φέρουσα ἐντὸς της τὸ (θεῖον) μάννα[16], τὴν τροφὴν ποὺ γλυκαίνει τὰ (πνευματικὰ) αἰσθητήρια τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, ὦ ἁγνὴ Δέσποινα, ποὺ εἶσαι τὸ ἱλαστήριον τοῦ κόσμου[17]. Χαῖρε, θεία κλῖμαξ («σκάλα»)[18], ποὺ μᾶς ἀνύψωσες ὅλους ἀπὸ τὴν γῆν (εἰς τὸν οὐρανόν), χωρὶς ἡμεῖς νὰ τὸ ἀξίζωμεν. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ γέφυρα ἡ ὁποία πραγματικῶς μεταφέρεις ὅλους τοὺς ὑμνητὰς σου ἀπὸ τὸν θάνατον πρὸς τὴν (αἰώνιον) ζωήν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, ὦ ἀμόλυντε Παρθένε, ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν, σύ, ποὺ χωρὶς κανέναν κόπον ἐβάστασες εἰς τὴν κοιλίαν σου (Ἐκεῖνον ποὺ ἀποτελεῖ) τὸ θεμέλιον[19] τῆς γῆς (καὶ ὁλοκλήρου τῆς Δημιουργίας). Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ κογχύλη («ἀχιβάδα»), ἡ ὁποία ἀπὸ τὰ αἵματά σου ἔβαψες θείαν πορφύραν διὰ νὰ τὴν φορέσῃ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἀγγελικῶν στρατευμάτων (ἔδωσες δηλαδὴ σῶμα εἰς Αὐτόν).

Δόξα Πατρί…

Χαῖρε, ὦ Δέσποινα, σύ, ποὺ ἐγέννησες ἀληθῶς τὸν Νομοθέτην, ὁ Ὁποῖος συγχωρεῖ δωρεὰν τὰς ἁμαρτίας ὅλων· (χαῖρε) σύ, ποὺ εἶσαι βάθος εἰς τὸ ὁποῖον κανεὶς νοῦς δὲν δύναται νὰ διεισδύσῃ, καὶ ὕψος τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν δύναται νὰ περιγράψῃ, διότι σύ, ὦ Δέσποινα, ποὺ δὲν ἔλαβες πεῖραν γάμου, εἶσαι ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας ὠδηγήθημεν εἰς τὴν θέωσιν.

Καὶ νῦν…

Ὑμνολογοῦμέν σε, ἡ ὁποία ἔπλεξες χάριν τοῦ κόσμου στέφανον[20], ποὺ δὲν τὸν ἔκαμαν χεῖρες ἀνθρώπων, (ἐγέννησες δηλαδὴ τὸν Χριστὸν ἄνευ ἀνδρικοῦ σπέρματος, μὲ μόνην τὴν ἐπισκίασιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,) καὶ κραυγάζομεν πρὸς σέ: Χαῖρε, Παρθένε, ποὺ εἶσαι δι᾿ ὅλους μας τὸ φρούριον καὶ τὸ ὀχυρὸν στρατόπεδον καὶ τὸ στήριγμα καὶ τὸ ἱερὸν καταφύγιον.

Καὶ πάλιν: «Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ…»

ᾨδὴ ε´. Ὁ Εἱρμός.

» Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου·
» σὺ γὰρ ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἔσχες ἐν μήτρᾳ
» τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν, καὶ τέτοκας ἄχρονον
» Υἱόν, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσί σε, σωτηρίαν βρα-
» βεύοντα.

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ὁδὸν ἡ κυήσασα, ζωῆς, χαῖρε Πανάμωμε, ἡ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας, σώσασα κόσμον· χαῖρε Θεόνυμφε, ἄκουσμα καὶ λάλημα φρικτόν· χαῖρε ἐνδιαίτημα, τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἰσχὺς καὶ ὀχύρωμα, ἀνθρώπων, χαῖρε Ἄχραντε, τόπε ἁγιάσματος τῆς δόξης· νέκρωσις ᾍδου, νυμφὼν ὁλόφωτε· χαῖρε τῶν Ἀγγέλων χαρμονή· χαῖρε ἡ βοήθεια, τῶν πιστῶς δεομένων σου.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Πυρίμορφον ὄχημα, τοῦ Λόγου, χαῖρε Δέσποινα, ἔμψυχε Παράδεισε, τὸ ξύλον, ἐν μέσῳ ἔχων ζωῆς τὸν Κύριον· οὗ ὁ γλυκασμὸς ζωοποιεῖ, πίστει τοὺς μετέχοντας, καὶ φθορᾷ ὑποκύψαντας.

Δόξα.

Ῥωννύμενοι σθένει σου, πιστῶς ἀναβοῶμέν σοι· Χαῖρε πόλις τοῦ Παμβασιλέως, δεδοξασμένα καὶ ἀξιάκουστα, περὶ ἧς λελάληνται σαφῶς· ὄρος ἀλατόμητον, χαῖρε βάθος ἀμέτρητον.

Καὶ νῦν.

Εὐρύχωρον σκήνωμα, τοῦ Λόγου, χαῖρε Ἄχραντε· κόχλος ἡ τὸν θεῖον μαργαρίτην, προαγαγοῦσα, χαῖρε πανθαύμαστε· πάντων πρὸς Θεὸν καταλλαγή, τῶν μακαριζόντων σε, Θεοτόκε ἑκάστοτε.

ᾨδὴ ε´ . Ὁ Εἱρμός.

Ὅλα τὰ δημιουργήματα ἔμειναν ἐκστατικά, βλέποντα τὴν μεγάλην θείαν δόξαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασες, ὦ Παρθένε, σύ, ποὺ δὲν ἔλαβες πεῖραν γάμου· (εἶνε δὲ μεγάλη ἡ δόξα σου,) διότι ἠξιώθης νὰ δεχθῇς εἰς τὴν κοιλίαν σου τὸν Θεόν, ποὺ ἐξουσιάζει τὰ πάντα, καὶ ἐγέννησες Υἱόν, ὁ Ὁποῖος δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴν οὔτε τέλος (ἀφοῦ, ὡς Θεός, ὑπῆρχε καὶ θὰ ὑπάρχει πάντοτε). Ὁ Υἱός σου Αὐτὸς δίδει ὡς βραβεῖον, εἰς ἐκείνους ποὺ (μὲ πίστιν) σὲ ὑμνοῦν, τὴν σωτηρίαν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, ὦ πάναγνε Παρθένε, σύ, ποὺ ἐγέννησες τὴν ὁδὸν[21] τῆς ζωῆς (τὸν Χριστὸν) καὶ ἔσωσες τὸν κόσμον ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν[22] τῆς ἁμαρτίας. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι Νύμφη τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἱερὸν δέος εἰς ὁποῖον τὸ ἀκούει ἢ τὸ λέγει. Χαῖρε, ὦ κατοικία τοῦ Κυριάρχου τῆς Κτίσεως.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, ἄχραντε Θεοτόκε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ (προστατευτικὴ) δύναμις καὶ τὸ ἰσχυρὸν φρούριον τῶν ἀνθρώπων, ὁ ἅγιος τόπος τὸν ὁποῖον ἔκαμε κατοικίαν Του ὁ ἔνδοξος Θεός· (χαῖρε) σύ, ποὺ ἐθανάτωσες τὸν ᾌδην (μὲ τὸ νὰ γεννήσῃς τὸν Νικητὴν τοῦ θανάτου), σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ὁλόφωτος νυμφικὸς θάλαμος (ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς Λόγος ἡνώθη μὲ τὴν κτιστὴν ἀνθρωπίνην φύσιν). Χαῖρε, ἡ ἀγαλλίασις τῶν Ἀγγέλων. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ βοήθεια ὅλων ὅσοι σὲ παρακαλοῦν μὲ πίστιν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, Δέσποινα, σύ, ἡ ὁποία, ὡσὰν ἅρμα πύρινον[23], ἐδέχθης μέσα σου τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ (καὶ τὸν μετέφερες ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὴν γῆν)· (χαῖρε,) σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ἔμψυχος Παράδεισος[24], ὁ ἔχων ἐν τῷ μέσῳ του τὸ δένδρον τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τὸν Κύριον. Ἡ γλυκύτης τῶν καρπῶν αὐτοῦ τοῦ δένδρου (δηλαδὴ τοῦ Κυρίου) δίδει ζωὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως μὲν εἶχον ὑποκύψει εἰς τὸν θάνατον (διότι ἔφαγον καρπὸν ἀπὸ τὸ ἀπηγορευμένον δένδρον, ποὺ ἦτο ἐντὸς τοῦ Παραδείσου τῆς Ἐδέμ), τώρα δὲ γεύονται μὲ πίστιν τοὺς καρποὺς τοῦ δένδρου αὐτοῦ.

Δόξα Πατρί…

Λαμβάνοντες ἰσχὺν διὰ τῆς ἰδικῆς σου δυνάμεως, κραυγάζομεν πρὸς σὲ μὲ πίστιν: Χαῖρε, ὦ πόλις τοῦ Βασιλέως τῶν ὅλων, διὰ τὴν ὁποίαν πολλὰ ἔνδοξα καὶ ἄξια νὰ ἀκουσθοῦν[25] ἐλάλησαν σαφῶς οἱ προφῆται (προφητεύοντες τὰ μελλοντικὰ μεγαλεῖα τῆς Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἦτο προτύπωσις ἰδική σου). Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὄρος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠνοίχθησαν λατομεῖα[26] (δηλαδὴ παρθένον ὄρος), καὶ βάθος (πνευματικόν), τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν δύναται νὰ μετρήσῃ.

Καὶ νῦν…

Χαῖρε, ὦ ἁγνὴ Κόρη, σύ, ποὺ ἀποτελεῖς εὐρύχωρον κατοικίαν τοῦ Λόγου, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ κογχύλη («ἀχηβάδα»), ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς ἡμᾶς τὸν θεῖον μαργαρίτην (τὸν Χριστόν). Χαῖρε, πανθαύμαστε, σύ, ποὺ συμφιλιώνεις πρὸς τὸν Θεὸν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πάντοτε σὲ μακαρίζουν.

Καὶ πάλιν: «Ἐξέστη τὰ σύμπαντα…»

ᾨδὴ Ϛ´. Ὁ Εἱρμός.

» Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον, τελοῦντες
» ἑορτὴν οἱ θεόφρονες, τῆς Θεομήτορος, δεῦτε
» τὰς χεῖρας κροτήσωμεν, τὸν ἐξ αὐτῆς
» τεχθέντα Θεὸν δοξάζοντες. (δίς)

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Παστὰς τοῦ Λόγου ἀμόλυντε, αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, χαῖρε Πανάχραντε, τῶν Προφητῶν περιήχημα· χαῖρε τῶν Ἀποστόλων τὸ ἐγκαλλώπισμα.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἐκ σοῦ ἡ δρόσος ἀπέσταξε, φλογμὸν πολυθεΐας ἡ λύσασα· ὅθεν βοῶμέν σοι· Χαῖρε ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος, ὃν Γεδεὼν Παρθένε προεθεάσατο.

Δόξα.

Ἰδού σοι, Χαῖρε, κραυγάζομεν, λιμὴν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι, καὶ ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων, καὶ τῶν σκανδάλων πάντων τοῦ πολεμήτορος.

Καὶ νῦν.

Χαρᾶς αἰτία χαρίτωσον, ἡμῶν τὸν λογισμὸν τοῦ κραυγάζειν σοι· Χαῖρε ἡ ἄφλεκτος βάτος, νεφέλη ὁλόφωτε, ἡ τοὺς πιστοὺς ἀπαύστως ἐπισκιάζουσα.

ᾨδὴ στ´ . Ὁ Εἱρμός.

Ἡμεῖς οἱ εὐσεβεῖς, ποὺ ἐπιτελοῦμεν τὴν θείαν καὶ τιμιωτάτην αὐτὴν ἑορτὴν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου μας, ἔλθετε νὰ κτυπήσωμεν (σκιρτῶντες ἀπὸ ἀγαλλίασιν) τὰς χεῖρας, δοξάζοντες (μὲ αὐτὸν τὸν ἐνθουσιώδη τρόπον) τὸν Θεόν ποὺ ἐγεννήθη ἐξ αὐτῆς.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, ὦ ἄσπιλε Κόρη, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ἀμόλυντος νυμφικὸς θάλαμος τοῦ Λόγου (μέσα εἰς τὸν ὁποῖον Οὗτος -ὁ Λόγος- ἡνώθη μὲ τὴν κτιστὴν ἀνθρωπίνην φύσιν), σύ, ποὺ εἶσαι ἡ αἰτία τῆς θεώσεως ὅλων (τῶν πιστῶν), ὁ Ἦχος ποὺ ἀκούεται γύρω ἀπὸ τοὺς προφήτας[27]. Χαῖρε, σύ, ἡ ὁποία εἶσαι τὸ ἔνδοξον στόλισμα τῶν ἀποστόλων.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ἀπὸ σὲ ἔσταξεν ἡ δρόσος (ὁ Χριστός), ποὺ ἔσβησε τὴν φλόγα τῆς (εἰδωλολατρικῆς) πολυθεΐας. Διὰ τοῦτο ἀναφωνοῦμεν εἰς σέ: Χαῖρε, Παρθένε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ γεμάτος ἀπὸ δρόσον πόκος[28], τὸν ὁποῖον ὁ Γεδεὼν εἶδε προφητικῶς (κατὰ τὴν παλαιὰν ἐκείνην ἐποχήν).

Δόξα Πατρί…

Ἰδού, κραυγάζομεν εἰς σὲ τό, Χαῖρε! Γίνε (λοιπὸν) λιμὴν δι᾿ ἡμᾶς, ποὺ πλέομεν μέσα εἰς τὴν (τρικυμιώδη) θάλασσαν (τοῦ βίου)· γίνε τόπος ὀχυρὸς ἀνεφοδιασμοὺ καὶ ἐξορμήσεων δι᾿ ἡμᾶς, ποὺ εἴμεθα μέσα εἰς τὸ πέλαγος τῶν θλίψεων καὶ τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων παγίδων τοῦ ἐχθροῦ μας Διαβόλου.

Καὶ νῦν…

Σύ, ποὺ εἶσαι ἡ αἰτία τῆς χαρᾶς (διότι ἐγέννησες τὸν Λυτρωτὴν τοῦ κόσμου), γέμισε μὲ τὴν χάριν σου τὴν σκέψιν μας, ὥστε νὰ κραυγάζωμεν πρὸς σέ: Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ (φλογιζομένη καὶ μὴ καιομένη[29] βάτος, (τὴν ὁποίαν εἶδε συμβολικῶς ὁ Μωϋσῆς,) καὶ ἡ ὁλόφωτος νεφέλη[30], ἡ συνεχῶς ῥίπτουσα τὴν προστατευτικὴν σκιὰν της ἐπὶ τῶν πιστῶν.

Καὶ πάλιν: «Τὴν θείαν ταύτην…»

ᾨδὴ ζ´. Ὁ Εἱρμός.

» Οὐκ ἐλάτρευσαν, τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες,
» παρὰ τὸν Κτίσαντα· ἀλλὰ πυρὸς ἀπειλήν, ἀν-
» δρείως πατήσαντες, χαίροντες ἔψαλλον· Ὑ-
» περύμνητε, ὁ τῶν Πατέρων Κύριος, καὶ Θεὸς
» εὐλογητὸς εἶ.

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἀνυμνοῦμέν σε, βοῶντες· Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ· ἄμπελος ἀληθινή, τὸν βότρυν τὸν πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζοντα, τὸν τὰς ψυχὰς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σε δοξαζόντων.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἰατῆρα, τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα, χαῖρε Θεόνυμφε· ἡ ῥάβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον, ἡ ἐξανθήσασα· χαῖρε Δέσποινα, δι᾿ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα, καὶ ζωὴν κληρονομοῦμεν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ῥητορεύουσα, οὐ σθένει γλῶσσα Δέσποινα, ὑμνολογῆσαί σε· ὑπὲρ γὰρ τὰ Σεραφίμ, ὑψώθης κυήσασα, τὸν Βασιλέα Χριστόν· ὃν ἱκέτευε, πάσης νῦν βλάβης ῥύσασθαι, τοὺς πιστῶς σε προσκυνοῦντας.

Δόξα.

Εὐφημεῖ σε, μακαρίζοντα τὰ πέρατα, καὶ ἀνακράζει σοι· Χαῖρε ὁ τόμος ἐν ᾧ, δακτύλῳ ἐγγέγραπται, Πατρὸς ὁ Λόγος Ἁγνή· ὃν ἱκέτευε, βίβλῳ ζωῆς τοὺς δούλους σου, καταγράψαι Θεοτόκε.

Καὶ νῦν.

Ἱκετεύομεν, οἱ δοῦλοί σου καὶ κλίνομεν, γόνυ καρδίας ἡμῶν· Κλῖνον τὸ οὖς σου, Ἁγνή, καὶ σῶσον τοὺς θλίψεσι, βυθιζομένους ἡμᾶς, καὶ συντήρησον, πάσης ἐχθρῶν ἁλώσεως, τὴν σὴν Πόλιν Θεοτόκε.

ᾨδὴ ζ´. Ὁ Εἱρμός.

Οἱ εὐσεβεῖς ἐκεῖνοι τρεῖς Ἰσραηλῖται νέοι (ποὺ ἦσαν αἰχμάλωτοι εἰς τὴν Βαβυλῶνα,) δὲν ἐλάτρευσαν τὰ δημιουργήματα (ὅπως ἦτο ἡ εἰκὼν τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορος ποὺ ἐστήθη διὰ νὰ προσκυνῆται λατρευτικῶς), παραμερίζοντες τὸν Δημιουργόν. Καταπατήσαντες δὲ μὲ γενναιότητα τὴν ἀπειλὴν ὅτι θὰ τοὺς ῥίψουν εἰς τὸ πῦρ, (πρὸς τιμωρίαν των,) ἔψαλλον (ἀπὸ τὸ μέσον τῆς καιομένης καμίνου) γεμάτοι χαράν: Δοξασμένος, εἶσαι σύ, ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τῶν προγόνων μας, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ὑμνήσῃ ἐπαξίως.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Σὲ ὑμνοῦμεν, λέγοντες πρὸς σέ, ὦ Θεοτόκε: Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ (θεῖον) ἅρμα τοῦ πνευματικοῦ ἡλίου (Χριστοῦ) καὶ ἡ πραγματικὴ ἄμπελος («κληματαριά») ποὺ ἐβλάστησε τὴν ὡραίαν καὶ ὥριμον σταφυλὴν (τὸν Χριστόν)· ἡ (θεία) σταφυλὴ αὕτη στάζει (οὐράνιον) οἶνον, ὁ ὁποῖος (πινόμενος,) εὐφραίνει τὰς ψυχὰς[31] ἐκείνων, ποὺ μὲ πίστιν σὲ δοξάζουν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Χαῖρε, Νύμφη τοῦ Κυρίου, σύ, ἡ ὁποία ἐγέννησες τὸν Ἰατρὸν τῶν (ψυχικῶν καὶ σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν) ἀνθρώπων· (χαῖρε,) σύ, ποὺ εἶσαι ἡ μυστικὴ ῥάβδος[32] ἡ βλαστήσασα τὸ ἄνθος (τὸν Χριστόν), ποὺ ποτὲ δὲν μαραίνεται. Χαῖρε, ὦ Δέσποινα, σύ, διὰ μέσου τῆς ὁποίας γεμίζομεν ἀπὸ χαρὰν καὶ κληρονομοῦμεν τὴν (αἰώνιον) ζωήν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ὦ Δέσποινα, οὔτε ἡ πλέον ῥητορικὴ γλῶσσα δὲν ἠμπορεῖ νὰ σὲ ὑμνήσῃ ὅσον πρέπει· διότι, μὲ τὸ νὰ γεννήσῃς τὸν Βασιλέα Χριστόν, κατέστης ὑψηλοτέρα καὶ ἀνωτέρα καὶ ἀπ´αὐτὰ τὰ Σεραφείμ (ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ὕψιστον Ἀγγελικὸν Τάγμα). Ἱκέτευε (λοιπὸν) Αὐτὸν νὰ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ οἰονδήποτε κακὸν ἡμᾶς, ποὺ μὲ πίστιν σὲ προσκυνοῦμεν.

Δόξα Πατρί…

Ὅλος ὁ κόσμος, ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον ἕως τὸ ἄλλο, σὲ ἐγκωμιάζει μὲ μακαρισμοὺς καὶ ἀναφωνεῖ πρὸς σέ: Χαῖρε, ὦ ἁγνὴ Παρθένε, ποὺ εἶσαι ὁ πίναξ[33], εἰς τὸν ὁποῖον μὲ τὸν δάκτυλον τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἔχει γραφῆ ὁ Λόγος. Ἱκέτευε (λοιπὸν) Αὐτόν, Θεοτόκε, νὰ γράψῃ τοὺς δούλους σου εἰς τὸ βιβλίον τῆς (αἰωνίου) ζωῆς[34] .

Καὶ νῦν…

Ἡμεῖς οἱ δοῦλοι σου σὲ ἱκετεύομεν καὶ κάμπτομεν (ἐνώπιόν σου) τὰ γόνατα τῆς καρδίας μας. Πλησίασε τὸ οὗς σου (διὰ νὰ ἀκούσῃς τὴν ἱκεσίαν μας), ὦ Ἁγνή, καὶ σῶσε ἡμᾶς ποὺ βυθιζόμεθα μέσα εἰς τὸ πέλαγος τῶν θλίψεων, καὶ φύλαξε τὴν πόλιν σου, ὦ Θεοτόκε, ἀπὸ πάσης ἐχθρικῆς ἐπιθέσεως.

Καὶ πάλιν: «Οὐκ ἐλάτρευσαν…»

ᾨδὴ η´. Ὁ Εἱρμός.

» Παῖδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ, ὁ τόκος τῆς
» Θεοτόκου διεσώσατο, τότε μὲν τυπούμενος·
» νῦν δὲ ἐνεργούμενος, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν,
» ἀγείρει ψάλλουσαν· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ
» ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς
» αἰῶνας.

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Νηδύϊ τὸν Λόγον ὑπεδέξω, τὸν πάντα βαστάζοντα ἐβάστασας· γάλακτι ἐξέθρεψας, νεύματι τὸν τρέφοντα, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, Ἁγνή, ᾧ ψάλλομεν· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Μωσῆς κατενόησεν ἐν βάτῳ, τὸ μέγα Μυστήριον τοῦ τόκου σου· Παῖδες προεικόνισαν, τοῦτο ἐμφανέστατα, μέσον πυρὸς ἱστάμενοι, καὶ μὴ φλεγόμενοι, ἀκήρατε ἁγία Παρθένε· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Οἱ πρῴην ἀπάτῃ γυμνωθέντες, στολὴν ἀφθαρσίας ἐνεδύθημεν, τῇ κυοφορίᾳ σου· καὶ οἱ καθεζόμενοι, ἐν σκότει παραπτώσεων, φῶς κατωπτεύσαμεν, φωτὸς κατοικητήριον Κόρη· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Δόξα.

Νεκροὶ διὰ σοῦ ζωοποιοῦνται· ζωὴν γὰρ τὴν ἐνυπόστατον ἐκύησας· εὔλαλοι οἱ ἄλαλοι, πρῴην χρηματίζοντες, λεπροί, ἀποκαθαίρονται, νόσοι διώκονται, πνευμάτων ἀερίων τὰ πλήθη, ἥττηνται Παρθένε, βροτῶν ἡ σωτηρία.

Καὶ νῦν.

Ἡ κόσμῳ τεκοῦσα σωτηρίαν, δι᾿ ἧς ἀπὸ γῆς εἰς ὕψος ἤρθημεν, χαίροις Παντευλόγητε, σκέπη καὶ κραταίωμα, τεῖχος καὶ ὀχύρωμα τῶν μελῳδούντων Ἁγνή· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ η´ . Ὁ Εἱρμός.

Ὁ Υἱὸς τῆς Θεοτόκου, κατὰ τὴν παλαιὰν ἐποχήν, προτυπούμενος μὲ τὸν ἐμφανισθέντα Ἄγγελον[35], διεφύλαξεν (ἀβλαβεῖς) τοὺς εὐσεβεῖς (Ἰσραηλίτας) νέους, ποὺ ἦσαν μέσα εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός. Τώρα δέ, φανερούμενος (ὄχι πλέον μὲ τύπους καὶ σύμβολα, ἀλλὰ) ἐνεργῶς, σωματικῶς, σηκώνει ἐπάνω ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην καὶ τὴν κάμνει νὰ ψάλλῃ: Ὅλα τὰ δημιουργήματα, δοξολογεῖτε τὸν Κύριον καὶ (διὰ τῶν ὕμνων σας) ὑψώνετε Αὐτὸν ὑπεράνω παντὸς ὕψους καὶ ἀνθρωπίνου μεγαλείου εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ἐδέχθης εἰς τὴν κοιλίαν σου, ὦ ἁγνὴ Παρθένε, τὸν Λόγον τοῦ

Θεοῦ· ἐβάστασες (εἰς τὰς ἀγκάλας σου) Ἐκεῖνον ποὺ βαστάζει ὅλην τὴν δημιουργίαν. Ἔθρεψες μὲ τὸ γάλα σου Ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἕνα νεῦμα του τρέφει ὅλην τὴν οἰκουμένην. Εἰς Αὐτὸν ψάλλομεν: Ὅλα τὰ δημιουργήματα, δοξολογεῖτε τὸν Κύριον καὶ (διὰ τῶν ὕμνων σας) ὑψώνετε Αὐτὸν ὑπεράνω παντὸς ὕψους καὶ ἀνθρωπίνου μεγαλείου εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ὁ Μωϋσῆς ἀντελήφθη ὅτι εἰς τὴν βάτον[36] εἰκονίζετο τὸ μέγα μυστήριον τῆς ὑπὸ σοῦ γεννήσεως τοῦ Κυρίου (διότι, ὅπως ἡ βάτος ἐφλογίζετο χωρὶς νὰ καίεται, τοιουτοτρόπως καὶ σὺ ἐδέχθης ἐντός σου τὸ πῦρ τῆς Θεότητος χωρὶς νὰ κατακαῇς). Ἀλλὰ καὶ οἱ (τρεῖς εὐσεβεῖς Ἰσραηλῖται) νέοι προετύπωσαν σαφέστατα τὸ μυστήριον αὐτό, μὲ τὸ νὰ εὑρίσκωνται μέσα εἰς τὸ πῦρ καὶ νὰ μὴ καίωνται. Δι᾿ αὐτό, λοιπόν, ὦ καθαρωτάτη ἁγία Παρθένε, σὲ ὑμνοῦμεν ἀκαταπαύστως.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ἡμεῖς, ποὺ λόγῳ τῆς ἀπάτης (τοῦ ὄφεως) ἐγυμνώθημεν[37] κατὰ τὴν παλαιὰν ἐκείνην ἐποχήν, τώρα λόγῳ τῆς ἰδικῆς σου ἐγκυμοσύνης ἐνεδύθημεν ἄφθαρτον στολήν· καὶ ἀκόμη, ἡμεῖς οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὸ σκότος τῶν ἁμαρτιῶν, εἴδομεν ἄπλετον φῶς, ὦ Κόρη, ποὺ εἶσαι ἡ κατοικία τοῦ φωτός. Δι᾿ αὐτό, λοιπόν, σὲ ὑμνοῦμεν ἀκαταπαύστως.

Δόξα Πατρί…

Διὰ σοῦ οἱ νεκροὶ γίνονται πάλιν ζωντανοί, διότι ἐγέννησες τὴν ζωήν, ἡ ὁποία εἶνε (ὄχι μία ἁπλὴ κατάστασις, ἀλλὰ) πραγματικὴ ὑπόστασις, πρόσωπον (δηλαδὴ ἐγέννησες τὸ Δεύτερον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ). Διὰ σοῦ ἐπίσης ἐκεῖνοι, ποὺ ἦσαν πρὶν ἄλαλοι, γίνονται ὁμιλητικώτατοι· οἱ λεπροὶ καθαρίζονται, αἱ ἀσθένειαι ἐξαφανίζονται, τὰ πλήθη τῶν ἐναερίων σατανικῶν πνευμάτων συντρίβονται, ὦ Παρθένε, ποὺ εἶσαι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Καὶ νῦν…

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι κατὰ πάντα εὐλογημένη, σύ, ἡ ὁποία ἐγέννησες χάριν τοῦ κόσμου τὸν Σωτῆρα, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ἀνυψώθημεν ἀπὸ τὴν γῆν εἰς τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. Εἶσαι σκέπη καὶ στερέωμα καὶ τεῖχος καὶ ἰσχυρὸν φρούριον, ὦ ἁγνὴ Παρθένε, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ψάλλουν: Ὅλα τὰ δημιουργήματα, δοξολογεῖτε τὸν Κύριον καὶ (διὰ τῶν ὕμνων σας) ὑψώνετε Αὐτὸν ὑπεράνω παντὸς ὕψους καὶ ἀνθρωπίνου μεγαλείου εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Καὶ πάλιν: «Παῖδας εὐαγεῖς…»

ᾨδὴ θ´. Ὁ Εἱρμός.

» Ἅπας γηγενής, σκιρτάτω τῷ πνεύματι,
» λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δέ, ἀΰλων
» Νόων φύσις γεραίρουσα, τὴν ἱερὰν πανήγυ-
» ριν, τῆς Θεομήτορος, καὶ βοάτω· Χαίροις
» παμμακάριστε, Θεοτόκε ἁγνή ἀειπάρθενε.

Τροπάρια.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ἵνα σοι πιστοί, τὸ Χαῖρε κραυγάζωμεν, οἱ διὰ σοῦ τῆς χαρᾶς, μέτοχοι γενόμενοι, τῆς ἀϊδίου, ῥῦσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ, βαρβαρικῆς ἁλώσεως, καὶ πάσης ἄλλης πληγῆς, διὰ πλῆθος, Κόρη παραπτώσεων, ἐπιούσης βροτοῖς ἁμαρτάνουσιν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Ὤφθης φωτισμός, ἡμῶν καὶ βεβαίωσις· ὅθεν βοῶμέν σοι· Χαῖρε ἄστρον ἄδυτον, εἰσάγον κόσμῳ τὸν μέγαν Ἥλιον· χαῖρε Ἐδὲμ ἀνοίξασα, τὴν κεκλεισμένην Ἁγνή· χαῖρε στῦλε, πύρινε εἰσάγουσα, εἰς τὴν ἄνω ζωήν, τὸ ἀνθρώπινον.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Στῶμεν εὐλαβῶς, ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ ἐκβοήσωμεν· Χαῖρε κόσμου Δέσποινα· χαῖρε Μαρία, Κυρία πάντων ἡμῶν· χαῖρε ἡ μόνη ἄμωμος, ἐν γυναιξὶ καὶ καλή· χαῖρε σκεῦος, μύρον τὸ ἀκένωτον, ἐπὶ σὲ κενωθὲν εἰσδεξάμενον.

Δόξα.

Ἡ περιστερά, ἡ τὸν ἐλεήμονα ἀποκυήσασα, χαῖρε Ἀειπάρθενε· Ὁσίων πάντων χαῖρε τὸ καύχημα, τῶν Ἀθλητῶν στεφάνωμα· χαῖρε ἁπάντων τε, τῶν Δικαίων, θεῖον ἐγκαλλώπισμα, καὶ ἡμῶν τῶν πιστῶν τὸ διάσωσμα.

Καὶ νῦν.

Φεῖσαι ὁ Θεός, τῆς κληρονομίας σου, τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πάσας παραβλέπων νῦν, εἰς τοῦτο ἔχων ἐκδυσωποῦσάν σε, τὴν ἐπὶ γῆς ἀσπόρως σε κυοφορήσασαν, διὰ μέγα, ἔλεος θελήσαντα, μορφωθῆναι Χριστὲ τὸ ἀλλότριον.

ᾨδὴ θ´ . Ὁ Εἱρμός.

Ὅλα τὰ τέκνα τῆς γῆς ἂς σκιρτοῦν ἐξ ἀγαλλιάσεως, δεχόμενα εἰς τὸ πνεῦμα των θείας ἐλλάμψεις[38], τὰ δὲ τάγματα τῶν πνευματικῶν καὶ ἀσωμάτων Ἀγγέλων ἂς πανηγυρίζουν ἐγκωμιάζοντα τὴν ἁγίαν ἑορτὴν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, καὶ ἂς ἀναφωνοῦν πρὸς αὐτήν: Χαῖρε Θεοτόκε, ἁγνὴ Ἀειπάρθενε, ἀξία παντὸς μακαρισμοῦ.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ἁπάλλαξέ μας, ὦ ἁγνὴ Κόρη, ἀπὸ πειρασμούς, ἀπὸ βαρβαρικὰς ἐπιθέσεις καὶ ἀπὸ οἰανδήποτε ἄλλην συμφοράν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐναντίον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν παραβάσεων μας, καὶ τότε ἡμεῖς οἱ πιστοί, θὰ κραυγάζωμεν εἰς σὲ τὸ Χαῖρε.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ἀπεδείχθη ὅτι εἶσαι ὁ ἰδικὸς μας φωτισμὸς καὶ ἡ ἰδικὴ μας πεποίθησις. Δι᾿ αὐτὸ ἀναφωνοῦμεν εἰς σέ: Χαῖρε, σύ, ἀνέσπερον ἄστρον, ποὺ φέρεις εἰς τὸν κόσμον τὸν μέγα ἥλιον (τὸν Χριστόν). Χαῖρε, ὦ ἁγνὴ Κόρη, ποὺ ἤνοιξες τὸν παράδεισον τῆς Ἐδέμ, τὸν ὁποῖον εἶχε κλείσει ἡ παρακοὴ μας. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ πύρινος στῦλος[39], ὁ ὁδηγῶν τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τὴν ζωὴν τῆς οὐρανίου Βασιλείας.

Ὑπεραγία Θεοτόκε…

Ἂς σταθῶμεν μὲ εὐλάβειαν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ μας καὶ ἂς ἀναφωνήσωμεν (πρὸς τὴν Θεοτόκον): Χαῖρε, Δέσποινα τοῦ κόσμου. Χαῖρε, Μαρία, Βασίλισσα ὅλων ἡμῶν. Χαῖρε, σύ, ποὺ μεταξὺ τῶν γυναικῶν εἶσαι ἡ μοναδικὴ ἄμωμος καὶ ἐκλεκτή. Χαῖρε, θεῖον σκεῦος, ποὺ ἐδέχθης ἐντός σου τὸ ἀκένωτον μύρον, τὸ ὁποῖον ἐκενώθη καὶ ἐξεχύθη ἐπάνω σου[40].

Δόξα Πατρί…

Χαῖρε, Ἀειπάρθενε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ (θεία) περιστερὰ[41] ἡ γεννήσασα τὸν ἐλεήμονα Θεόν. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ καύχημα ὅλων τῶν ὁσίων καὶ τὸ στεφάνωμα τῶν μαρτύρων. Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὅλων τῶν δικαίων τὸ θεῖον στόλισμα καὶ ἡμῶν τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία.

Καὶ νῦν…

Λυπήσου, ὦ Θεέ, ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἰδικοί Σου καὶ ἀποτελοῦμεν τὴν περιουσίαν Σου, καὶ παράβλεψε ὅλας τὰς ἁμαρτίας μας, ἀφοῦ μάλιστα Σὲ ἱκετεύει δι᾿ αὐτὸ ἐκείνη ποὺ ἐγέννησε καὶ ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ἄνευ ἀνδρικοῦ σπέρματος, Σέ, ὦ Χριστέ, ὁ Ὁποῖος ἀπὸ μεγάλην εὐσπλαχνίαν ἠθέλησες νὰ λάβῃς μορφὴν ξένην πρὸς τὴν θεϊκήν Σου φύσιν (δηλαδὴ μορφὴν ἀνθρωπίνην).

Καὶ πάλιν: «Ἅπας γηγενής…»

Εἶτα τὸ Κοντάκιον δίχορον ἀργῶς.

Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὁ Ἱερεὺς ἱστάμενος εἰς τὸν σωλέα πρὸ τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, ἀπαγγέλλει ἐμμελῶς τὴν Α´ Στάσιν τῶν «Χαιρετισμῶν».

(Ἡ Α´ Στάσῃ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ψάλλεται τὴν Παρασκευὴ τῆς Α´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, δηλαδὴ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.)

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό, Χαῖρε (ἐκ γ´)· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο, καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει·
χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις·
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς·
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα·
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον·
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις·
χαῖρε, δι᾿ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.Ὁ μὲν Ἱερεὺς θυμιᾷ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ὁ δὲ Χορὸς ψάλλει, τό· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Στάση Α´

Ἄγγελος πρώτην θέσιν κατέχων μεταξὺ τῶν Ἀγγέλων (δηλαδὴ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ) ἐστάλη (ὑπὸ τοῦ Θεοῦ) ἀπὸ τὸν οὐρανὸν (εἰς τὴν γῆν) διὰ νὰ εἴπῃ εἰς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ γίνῃ ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, τὸ Χαῖρε![42]

Βλέπων δὲ ὁ Ἄγγελος Σέ, Κύριε, νὰ ἀρχίζῃς νὰ λαμβάνῃς ὑλικὴν σάρκα (μέσα εἰς τὴν κοιλίαν της) τὴν ἰδίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχαιρέτιζε μὲ τὴν ἄϋλον φωνὴν του τὴν Παρθένον, κατελαμβάνετο ἀπὸ μεγάλην ἔκπληξιν καὶ θαυμασμὸν καί, ἱστάμενος ἐμπρὸς εἰς τὴν Παρθένον, ἔλεγε πρὸς αὐτὴν τὰ ἑξῆς:

Χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ λάμψη (εἰς τὸν κόσμον) ἡ χαρὰ (τῆς λυτρώσεως)· χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ ἐξαφανισθῆ ἡ κατάρα (ποὺ ἐδόθη εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος διὰ τὴν παρακοὴν του).

Χαῖρε, σύ, ποὺ γίνεσαι ἡ αἰτία νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Παράδεισον ὁ ἐκπεσὼν Ἀδάμ· χαῖρε, σύ, ποὺ γίνεσαι ἡ αἰτία νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Εὔα ἀπὸ τὰς λύπας καὶ τὰ δάκρυά της[43].

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὕψος, τὸ ὁποῖον δυσκόλως δύνανται νὰ φθάσουν καὶ νὰ κατανοήσουν αἱ διάνοιαι τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι βάθος, τὸ ὁποῖον δυσκόλως δύνανται νὰ ἴδουν καὶ αὐτῶν τῶν Ἀγγέλων οἱ ὀφθαλμοί.

Χαῖρε, διότι εἶσαι θρόνος τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ·

χαῖρε, διότι βαστάζεις εἰς τὴν κοιλίαν σου Ἐκεῖνον, ποὺ βαστάζει ὁλόκληρον τὸ σύμπαν.

Χαῖρε, σύ, ὁ (πρωϊνὸς) ἀστὴρ (αὐγερινός), ποὺ προμηνύει τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἡλίου (Χριστοῦ)· χαῖρε, σύ, εἰς τῆς ὁποίας τὴν κοιλίαν λαμβάνει σάρκα ὁ Θεός.

Χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ἀνακαινίζεται ἡ (ἐκ τῆς ἁμαρτίας διαφθαρεῖσα) Δημιουργία· χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ὁ Δημιουργὸς γίνεται βρέφος.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μεθ᾿ ὃ ὁ Ἱερεὺς συνεχίζει·Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις; κράζων·
Ἀλληλούϊα.

Ὁ μὲν Ἱερεὺς θυμιᾷ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ὁ δὲ Χορὸς ψάλλει τό· Ἀλληλούϊα, μεθ᾿ ὃ ὁ Ἱερεὺς συνεχίζει τὴν ἀπαγγελίαν. Τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται μεθ᾿ ἕκαστον Οἶκον.

Ἡ Ἁγία Παρθένος, γνωρίζουσα ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἁγνὴ καὶ ἀμόλυντος, λέγει μὲ θάῤῥος εἰς τὸν Γαβριήλ: Οἱ λόγοι σου εἶνε παράδοξοι καὶ δὲν εἶνε εὔκολον νὰ τοὺς παραδεχθῇ ἡ ψυχή μου. Διότι σὺ μοῦ λέγεις ὅτι θὰ γεννήσω, ἀφοῦ συλλάβω ἄνευ ἀνδρικοῦ σπέρματος! Πῶς εἶνε τοῦτο δυνατόν; Καὶ ὅμως σὺ αὐτὸ λέγεις καὶ κράζεις:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν Υἱόν, πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω·
Χαῖρε, βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις·
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον·
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός·
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα·
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ Φῶς ἀῤῥήτως γεννήσασα·
χαῖρε, τὸ πῶς, μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν·
χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ἡ Παρθένος, ἐπιζητοῦσα νὰ ἀποκτήσῃ γνῶσιν ἀποκρύφων καὶ ἀγνώστων πραγμάτων (διὰ τὰ ὁποία τῆς ὡμίλει ὁ Ἄγγελος), ἀνεφώνησε πρὸς τὸ ὑπηρετικὸν ὄργανον τοῦ Θεοῦ (δηλαδὴ τὸν Ἄγγελον): Ἀπὸ παρθενικὴν κοιλίαν

(ὅπως εἶνε ἡ ἰδική μου), πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ γεννηθῇ υἱός;

Ἀπάντησέ μου! Τότε ὁ Ἄγγελος εἶπεν εἰς αὐτὴν μὲ φόβον, ἀλλὰ καὶ μὲ σταθερὰν φωνήν, τὰ ἑξῆς:

Χαῖρε, διότι εἶσαι ἡ μύστις τῆς ἀποκρύφου βουλῆς τοῦ Θεοῦ[44]· χαῖρε, διότι εἶσαι ἡ πίστις ὅλων ἐκείνων τῶν θαυμαστῶν πραγμάτων, ποὺ (δὲν ἐπιδέχονται ἔρευναν, ἀλλὰ) γίνονται δεκτὰ μὲ σιγήν[45].

Χαῖρε, διότι εἶσαι ἡ ἀπαρχὴ τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ· χαῖρε, διότι εἶσαι ἡ βάσις τῶν δογμάτων τῆς Πίστεως Αὐτοῦ[46].

Χαῖρε, διότι εἶσαι ἡ ἐπουράνιος κλῖμαξ («σκάλα»)[47], διὰ τῆς ὁποίας κατέβη ὁ Θεὸς (εἰς τὴν γῆν)· χαῖρε, διότι εἶσαι ἡ γέφυρα ἡ μεταφέρουσα τοὺς ἐκ γῆς πλασθέντας ἀνθρώπους εἰς τὸν οὐρανόν.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι μέγας θρῦλος καὶ ἀντικείμενον θαυμασμοῦ διὰ τοὺς Ἀγγέλους· χαῖρε, σύ, ποὺ διὰ τοὺς Δαίμονας εἶσαι τὸ προκαλοῦν πολλοὺς θρήνους τραῦμα.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἀνερμηνεύτως ἐγέννησες[48] τὸ φῶς· χαῖρε, σύ, ποὺ εἰς κανέναν δὲν ἐφανέρωσες τὸν τρόπον τῆς γεννήσεως αὐτῆς.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὑπεράνω τῆς γνώσεως καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν σοφῶν (διότι οὔτε αὐτοὶ δύνανται νὰ κατανοήσουν πῶς ἐκ σοῦ ἔλαβε σάρκα ὁ Θεός)· χαῖρε, σύ, ποὺ φωτίζεις μὲ ἄπλετον φῶς τὰς διανοίας τῶν πιστῶν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμῳ· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
Ἀμέσως τότε (ὅταν δηλαδὴ ἡ Παρθένος εἶπε τὸ «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου»,) ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ ἐπεσκίασε τὴν μὴ ἔχουσα πεῖραν γάμου Κόρην, διὰ νὰ συλλάβῃ (τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ). Καὶ τοιουτοτρόπως τὴν καρποφόρον κοιλίαν της ἀνέδειξεν ἀγρὸν (φέροντα καρπὸν) γλυκὺν δι᾿ ὅλους ἐκείνους, ποὺ θέλουν νὰ θερίζουν τὴν σωτηρίαν των μὲ τὸ νὰ ψάλλουν οὕτως:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Ἔχουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε! καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα·
χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον·
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν·
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις·
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα·
χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία·
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παῤῥησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ἀφοῦ πλέον εἶχε δεχθῇ ἡ Παρθένος ἐντὸς τῆς κοιλίας της τὸν Θεόν, μετέβη πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς (συγγενοῦς της) Ἐλισάβετ. Τὸ δὲ βρέφος (ποὺ ἦτο εἰς τὴν κοιλίαν) τῆς Ἐλισάβετ (ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος,) ἀντελήφθη ἀμέσως τὸν (πρὸς τὴν Ἐλισάβετ) χαιρετισμὸν τῆς Παρθένου (ἐννόησε, δηλαδή, ὅτι ὁ χαιρετισμὸς αὐτὸς προήρχετο ὄχι ἀπὸ ἁπλὴν γυναῖκα, ἀλλ᾿ ἀπὸ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐγέμισεν ἀπὸ χαράν. Χρησιμοποιῶν δὲ ὡς ᾄσματα σκιρτήματα, ἔλεγε πρὸς τὴν Θεοτόκον:

Χαῖρε, κλῆμα, ποὺ παρήγαγες τὸν ἀμάραντον βλαστὸν (τὸν Χριστόν)· χαῖρε, κλῆμα ποὺ μᾶς ἔδωσες τὸν ἄφθαρτον καρπόν.

Χαῖρε, σύ, ποὺ κυοφορεῖς μέσα εἰς τὰ σπλάχνα σου τὸν φιλάνθρωπον Γεωργόν· χαῖρε, σύ, ποὺ γεννᾷς τὸν Δημιουργὸν τῆς ζωῆς μας.

Χαῖρε, γῆ εὐφορωτάτη, ποὺ βλαστάνεις ἀφθονίαν (ὄχι ὑλικῶν καρπῶν, ἀλλὰ θείας) εὐσπλαγχνίας· χαῖρε, τράπεζα, ποὺ βαστάζεις ἐπάνω σου τὸν πλοῦτον τοῦ ἐλέους.

Χαῖρε, διότι κάμνεις νὰ ἀνθίζῃ λειβάδιον (πνευματικῆς) ἀπολαύσεως[49]· χαῖρε, διότι ἑτοιμάζεις λιμένα διὰ τὰς ψυχὰς μας.

Χαῖρε, διότι εἶσαι τὸ θυμίαμα πρεσβείας[50] ποὺ τὸ δέχεται ὁ Θεός· χαῖρε, σύ, ποὺ ἐξιλεώνεις (μὲ τὰς πρεσβείας σου) δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον τὸν Θεόν.

Χαῖρε, διότι μέσῳ σοῦ ὁ Θεὸς ἔδειξε τὴν εὔνοιαν καὶ ἀγαθότητά Του πρὸς τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους· χαῖρε, διότι μέσῳ σοῦ οἱ ἄνθρωποι ἀπέκτησαν θάῤῥος νὰ πλησιάζουν τὸν Θεόν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, ἔφη·
Ἀλληλούϊα.
Ὁ (προστάτης σου) σώφρων Ἰωσήφ, ὦ ἄμεμπτε Παρθένε, ἔχων ἐσωτερικῶς λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ἐπειδὴ σὲ ἐγνώριζεν ἄγαμον καὶ (ὡς ἐκ τούτου) ὑπωπτεύετο ὅτι εἶχες ἀνόμους σχέσεις (εἰς τὰς ὁποίας ἀπέδιδε τὴν ἐγκυμοσύνην σου), ἐταράχθη. Ὅταν ὅμως ἐπληροφορήθη (ἀπὸ τὸν Ἄγγελον) ὅτι ἡ σύλληψις βρέφους ἐν τῇ κοιλία σου ἦτο ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ἀνεφώνησεν:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Β´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Β´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας, ὡς προεγράφη ἀναγινώσκεται τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον. Μετὰ τὸ «Ἄξιόν ἐστιν» ψάλλεται ὑπὸ τῶν Χορῶν ὁ Κανὼν τῆς Θεοτόκου καὶ τὸ Κοντάκιον· «Τῇ ὑπερμάχῳ» ἀργῶς μεθ᾿ ὃ ἀπαγγέλλεται ἐμμελῶς ὑπὸ τοῦ Ἱερέως ἡ Β´ Στάσις τῶν «Χαιρετισμῶν».

(Ἡ Β´ Στάσῃ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ψάλλεται τὴν Παρασκευὴν τῆς Β´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.)

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ἤκουσαν οἱ Ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα, ἣν ὑμνοῦντες, εἶπον·
Χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος Μήτηρ·
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον·
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ·
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα·
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στεῤῥὸν τῆς Πίστεως ἔρεισμα·
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγυμνώθη ὁ ᾍδης·
χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Στάσῃ Β´

Οἱ βοσκοί (ποὺ ἦσαν πλησίον τοῦ σπηλαίου ὅταν ἐγεννήθη ὁ Κύριος,) ἤκουσαν τοὺς Ἀγγέλους νὰ ὑμνοῦν τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Χριστὸς παρουσιάσθη (εἰς τὴν γῆν) μὲ ἀνθρωπίνην σάρκα. Καὶ ἐνῶ ἔσπευσαν πρὸς Αὐτόν, μὲ τὴν σκέψιν ὅτι θὰ Τὸν ἔβλεπον ὡς Ποιμένα (ὡς Ἡγέτην, δηλαδή, ἐν ὅλῃ τῇ λαμπρότητι καὶ μεγαλοπρεπείᾳ Του), ἐν τούτοις βλέπουν Αὐτὸν ὡς ἄμωμον[51] ἀρνίον (κατάλληλον διὰ θυσίαν), τὸ ὁποῖον εἶχε τραφῇ μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Μαρίας. Ὑμνοῦντες δὲ αὐτήν, τῆς εἶπον:

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι Μήτηρ Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος εἶνε καὶ Ἀμνὸς (ὡς ἄνθρωπος) καὶ Ποιμὴν (ὡς Θεός)· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ μάνδρα τῶν λογικῶν προβάτων (δηλαδὴ τῶν πιστῶν).

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ ὅπλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀμυνόμεθα κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν (Δαιμόνων)· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ κλειδίον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνοίγονται αἱ θύραι τοῦ Παραδείσου.

Χαῖρε, διότι ἐξ αἰτίας σου τὰ οὐράνια ἀγάλλονται μαζὶ μὲ τὴν γῆν· χαῖρε, διότι ἐξ αἰτίας σου τὰ ἐπίγεια πανηγυρίζουν μαζὶ μὲ τοὺς οὐρανούς.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ ἀδιάκοπον κήρυγμα τῶν ἀποστόλων (οἱ ὁποῖοι συνεχῶς ὡμίλουν διὰ τὸν ἐκ σοῦ σαρκωθέντα Θεόν)· χαῖρε, σύ, ποὺ ἐμπνέεις εἰς τοὺς μάρτυρας (τῆς Πίστεως) ἀκατάβλητον θάῤῥος.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ ἀσάλευτον βάθρον τῆς Πίστεως· χαῖρε, σύ, εἰς τὸ πρόσωπον τῆς ὁποίας ἐγνωρίσαμεν τὴν λαμπρότητα τῆς χάριτος (τοῦ Θεοῦ).

Χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ἐγυμνώθη ὁ Ἅιδης (ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν του)· χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ἡμεῖς ἐνεδύθημεν (οὐράνιον) δόξαν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον Ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι᾿ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα· καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν, αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούϊα.
Ὅταν οἱ μάγοι εἶδον τὸν ἀστέρα, ὁ ὁποῖος ἐδείκνυε τὸν δρόμον ποὺ ἔφερε πρὸς τὸν (γεννηθέντα) Θεόν, ἠκολούθησαν τὴν λάμψιν του. Ἔχοντες δὲ αὐτὸν ὡς λύχνον (δεικνύοντα τὸν δρόμον), ἐρευνούσαν μὲ αὐτὸν νὰ εὕρουν τὸν (νεογέννητον) ἰσχυρὸν Βασιλέα. Ἀφοῦ δὲ ἔφθασαν τοπικῶς πλησίον Ἐκείνου, ποὺ (ὡς Θεὸς) εἶνε ἄφθαστος καὶ ἀπλησίαστος, ἐγέμισαν ἀπὸ χαρὰν καὶ εἶπον δι᾿ Αὐτόν:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ·
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα·
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς·
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας·
χαῖρε, ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε, πυρὸς προσκύνησιν παύσασα·
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης·
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Εἶδον (λοιπὸν) οἱ μάγοι, οἱ ἀπόγονοι τῶν Χαλδαίων, εἰς τὰς χεῖρας τῆς Παρθένου Ἐκεῖνον, ποὺ ἔπλασε μὲ τὰς χεῖρας Του τοὺς ἀνθρώπους. Καί, αἰσθανόμενοι ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ ἦτο ὁ Κύριος, ἔστω καὶ ἂν εἶχε λάβει μορφὴν δούλου (ἀνθρώπου δηλαδή), ἔσπευσαν νὰ ἐκδηλώσουν τὴν πρὸς Αὐτὸν λατρείαν των μὲ τὴν προσφορὰν δώρων καὶ νὰ εἴπουν εἰς τὴν ἐυλογημένην Μητέρα Του:

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ Μήτηρ τοῦ ἀστέρος ὁ ὁποῖος οὐδέποτε δύει[52]· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ αὐγὴ τῆς μυστικῆς ἡμέρας (δηλαδὴ τῆς αἰωνίου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ).

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἔσβησες τὴν κάμινον τῆς (εἰδωλολατρικῆς) πλάνης· χαῖρε, σύ, ποὺ φωτίζεις τοὺς ὀπαδοὺς τῆς Τριαδικῆς Θεότητος.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἐξεθρόνισες τὸν ἀπάνθρωπον τύῤῥανον (τὸν Διάβολον) ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν του· χαῖρε, σύ, ποὺ παρουσίασες (εἰς τὸν κόσμον) τὸν Χριστὸν ὡς φιλάνθρωπον Κύριον[53].

Χαῖρε, σύ, ποὺ μᾶς ἀπαλλάττεις ἀπὸ τὴν βάρβαρον θρησκείαν (τῆς πολυθεΐας)· χαῖρε, σύ, ποὺ μᾶς ἐλευθερώνεις ἀπὸ τὸν βόρβορον τῶν (αἰσχρῶν) ἔργων.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἔπαυσες τὴν λατρείαν[54] τοῦ πυρός (τὸ ὁποῖον ἐπιστεύετο ὡς θεός)· χαῖρε, σύ, ποὺ μᾶς σῴζεις ἀπὸ τὰς φλόγας τῶν (ἁμαρτωλῶν) παθῶν.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁδηγὸς σωφροσύνης διὰ τοὺς πιστούς· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι χαρὰ καὶ εὐφροσύνη ὅλων τῶν γενεῶν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα· ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν, καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούϊα.
Οἱ μάγοι, ἀφοῦ (μετὰ τὰ ὅσα εἶδον εἰς τὴν Βηθλεὲμ) κατέστησαν κήρυκες τοῦ Θεοῦ, ἐπέστρεψαν (δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ, ὅπως τοὺς εἶπεν ὁ Θεός,) εἰς τὴν (πατρίδα των) Βαβυλῶνα καὶ ἀφοῦ (μὲ τὴν προσφορὰν τῶν δώρων των) ἐξεπλήρωσαν τὸν χρησμόν Σου[55], Σὲ ἐκήρυξαν εἰς ὅλους ὡς τὸν ἀπὸ Θεὸν κεχρισμένον Μεσσίαν, ἄφησαν δὲ τὸν Ἡρῴδην, ὁ ὁποῖος, ὡς μωρολόγος καὶ ἀνόητος ποὺ ἦτο, δὲν ἐγνώριζε νὰ ψάλλῃ:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχύν, πέπτωκεν· οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες, ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων·
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα·
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν·
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε, ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει·
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάννα διάδοχε·
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας·
χαῖρε, ἐξ ἧς ῥέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ἀφοῦ διέχυσες εἰς τὴν Αἴγυπτον (ὅπου ἔφυγες διὰ νὰ σωθῇς ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ Ἡρῴδου,) τὸ φῶς τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας, ἐξηφάνισες τὸ σκότος τῆς ψευδοῦς (εἰδωλολατρικῆς) θρησκείας. Διότι τὰ εἴδωλα τῆς Αἰγύπτου, Σωτήρ, κατέπεσαν, ἐπειδὴ δὲν ὑπέφεραν τὴν ἰσχὺν τῆς παρουσίας Σου. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τὴν ἀπαισίαν ὑποδούλωσιν εἰς τὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων, ἐκραύγαζον πρὸς τὴν Θεοτόκον:

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ κατάπτωσις τῶν Δαιμόνων.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἐπάτησες (καὶ ἐξηφάνισες) τὴν πλάνην τῆς ἀπάτης (τοῦ Διαβόλου)· χαῖρε, σύ, ποὺ ἐφανέρωσες τὸν δόλον (τοῦ Σατανᾶ) ποὺ ὑπεκρύπτετο εἰς τὰ εἴδωλα[56].

Χαῖρε, θάλασσα, ποὺ ἐβύθισες[57] τὸν νοητὸν Φαραὼ (τὸν Διάβολον)· χαῖρε, βράχε, ποὺ (ἀνέβλυσες ὕδωρ καὶ) ἐπότισες[58] ὅσους ἐδίψων τὴν ζωήν.

Χαῖρε, πύρινε στῦλε[59], ποὺ φωτίζεις καὶ (μὲ ἀσφάλειαν) ὁδηγεὶς ὅσους πορεύονται εἰς τὸ σκότος· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, ποὺ εἶσαι πλατυτέρα τῆς (παλαιᾶς ἐκείνης) νεφέλης[60].

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ τροφὴ μας, ἡ ὁποία διεδέχθη τὸ μάννα[61]· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ διάκονος ἁγίας (πνευματικῆς) ἀπολαύσεως[62].

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ Γῆ[63] τῆς Ἐπαγγελίας (ἐκείνη δηλαδὴ ποὺ εἶχεν ὑποσχεθῇ ὁ Θεός)· χαῖρε, σύ, ἐκ τῆς ὁποίας ῥέει (πνευματικὸν) μέλι καὶ γάλα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ᾿ ἐγνώσθης τούτῳ καὶ Θεὸς τέλειος· διό περ ἐξεπλάγη, σοῦ τὴν ἄῤῥητον σοφίαν, κράζων·
Ἀλληλούϊα.
Ὅταν ὁ (πρεσβύτης) Συμεὼν ἔμελλε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωήν, τὴν ματαίαν καὶ ἀπατηλήν, ἐδόθης εἰς τὰς χεῖρας του ὡς βρέφος (κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ «Σαραντισμοῦ»), ἀλλὰ τὸν ἔκαμες νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶσαι (ὄχι μόνον τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ) καὶ τέλειος Θεός. Διὰ τοῦτο ἐστάθη μὲ ἔκπληξιν καὶ θαυμασμὸν ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀπερίγραπτον σοφίαν Σου καὶ ἀνεφώνησεν:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Γ´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Γ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας, ὡς προεγράφη ἀναγινώσκεται τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον. Μετὰ τὸ «Ἄξιόν ἐστιν» ψάλλεται ὑπὸ τῶν Χορῶν ὁ Κανὼν τῆς Θεοτόκου καὶ τὸ Κοντάκιον· «Τῇ ὑπερμάχῳ» ἀργῶς, μεθ᾿ ὃ ἀπαγγέλλεται ἐμμελῶς ὑπὸ τοῦ Ἱερέως ἡ Γ´ Στάσις τῶν «Χαιρετισμῶν».

(Ἡ Γ´ Στάσῃ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ψάλλεται τὴν Παρασκευὴν τῆς Γ´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.)

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν, ἄφθορον· ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες·
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας·
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα·
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί·
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις·
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις·
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παῤῥησίας·
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Στάσῃ Γ´

Νέαν ἔκαμε Δημιουργίαν ὁ Δημιουργὸς καὶ τὴν ἐφανέρωσεν εἰς ἡμᾶς τὰ πλάσματά Του. Τοῦτο ἔπραξε μὲ τὸ νὰ γεννηθῇ ἐκ κοιλίας, ἡ ὁποία δὲν ἐγνώρισεν ἀνδρικὸν σπέρμα, καὶ μὲ τὸ νὰ διατηρήσῃ ταύτην παρθενικὴν καὶ ἀδιάφθορον, ὅπως ἦτο καὶ προηγουμένως, ἵνα ἡμεῖς, βλέποντες τὸ θαῦμα, ὑμνήσωμεν τὴν Παρθένον, βοῶντες πρὸς αὐτήν:

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ ἄφθαρτον καὶ ἀμάραντον ἄνθος· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ στέφανος τῆς παρθενίας.

Χαῖρε, σύ, ποὺ μᾶς δίδεις μίαν λαμπρὰν εἰκόνα τοῦ πῶς θὰ ζῶμεν μετὰ τὴν ἀνάστασιν[64]· χαῖρε, σύ, ποὺ (μὲ τὸν ἰδικόν σου ἄσπιλον βίον) μᾶς φανερώνεις τὸν βίον τῶν Ἀγγέλων.

Χαῖρε, δένδρον, γεμάτον ἀπὸ λαμπροὺς καρπούς, ἐκ τῶν ὁποίων τρέφονται οἱ πιστοί· χαῖρε, δένδρον παχύσκιον, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖον εὐρίσκουν πολλοὶ (ἀναπαυτικὴν) σκιάν.

Χαῖρε, σύ, διότι κυοφορεῖς ὁδηγὸν διὰ τοὺς πλανωμένους (εἰς τὰ σκότη τῆς πλάνης)· χαῖρε, σύ, διότι γεννᾷς ἀπελευθερωτὴν διὰ τοὺς αἰχμαλώτους (εἰς τὸν Διάβολον).

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἱκετεύεις (ὑπὲρ ἡμῶν) τὸν Δίκαιον Κριτήν· χαῖρε, σύ, ποὺ ἐξ αἰτίας τῶν ἱκεσιῶν σου δίδεται εἰς πολλοὺς πταίστας συγχώρησις.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι στολὴ ὅσων στεροῦνται παῤῥησίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ (ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν των)· χαῖρε, σύ, τῆς ὁποίας τὴν στοργὴν ποθοῦμεν περισσότερον παντὸς ἄλλου πράγματος[65].

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός, ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος, τοὺς αὐτῷ βοῶντας·
Ἀλληλούϊα.
Ἐπειδὴ εἴδομεν τὴν ξένην καὶ παράδοξον γέννησιν τοῦ Κυρίου, ἂς ἀποξενωθῶμεν ἀπὸ τὸ κοσμικὸν φρόνημα καὶ ἀπὸ τὰς ὑλικὰς μερίμνας, καὶ ἂς μεταθέσωμεν τὴν σκέψιν μας εἰς τὸν οὐρανόν. Διότι δι᾿ αὐτὸν ὁ ὑψηλὸς Θεὸς ἐχαμήλωσε καὶ παρουσιάσθη εἰς τὴν γῆν ὡς ταπεινὸς ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἑλκύσῃ πρὸς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι (Τὸν πιστεύουν καὶ) ἀναφωνοῦν δι᾿ Αὐτόν:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε· καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα·
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα·
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ·
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα·
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐλύθη παράβασις·
χαῖρε δι᾿ ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας·
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ὁ (Υἱὸς καὶ) Λόγος (τοῦ Θεοῦ), τὸν Ὁποῖον οὐδεὶς τόπος δύναται νὰ περιχωρήσῃ, ἦτο ὁλόκληρος εἰς τὴν γῆν (ἡνωμένος μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ποὺ προσέλαβεν) ἀλλ᾿ οὐδόλως ἀπουσίαζε καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανόν. Αὐτὸ συνέβαινε, διότι ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Λόγου δὲν ἀπετέλει μετάβασιν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἕναν τόπον (τὸν οὐρανὸν) εἰς τὸν ἄλλον (τὴν γῆν), ἀλλὰ μίαν συγκατάβασιν καὶ ταπείνωσιν, τὴν ὁποίαν μόνον ὁ Θεὸς ἠδύνατο νὰ κάμῃ. Ἡ συγκατάβασις δὲ αὐτὴ ἐπραγματοποιήθη μὲ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Κύριος (ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ) ἐγεννήθη ἀπὸ μίαν Παρθένον ἀφοσιωμένην ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν Θεόν, ἡ ὁποία ἀκούει νὰ τῆς λέγουν (τώρα) αὐτὰ τὰ (ἐγκωμιαστικὰ) λόγια:

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἐχώρησες (εἰς τὴν κοιλίαν σου) τὸν Θεόν, τὸν Ὁποῖον δὲν χωρεῖ οὐδεὶς τόπος· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ θύρα (δηλαδὴ ὄργανον πραγματοποιήσεως) τοῦ σεπτοῦ μυστηρίου (τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ).

Χαῖρε, σύ, τὴν ὁποίαν οἱ ἄπιστοι ἀκούουν μὲ πολλὰς ἀμφιβολίας (διότι δὲν πιστεύουν ὅτι ἐκ σοῦ ἐγεννήθη ὁ Θεός)· χαῖρε, σύ, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ πιστοὶ καυχῶνται μὲ πεποίθησιν βαθεῖαν.

Χαῖρε, ἅρμα πανάγιον Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος κάθηται ἐπάνω εἰς τὰ Χερουβείμ[66]· χαῖρε, ὑπερτέλειε τόπε κατοικίας Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος κάθηται ἐπάνω εἰς τὰ Σεραφείμ.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἥνωσες[67] τὰ ἀντίθετα (τὴν γῆν μὲ τὸν οὐρανόν)· χαῖρε, σύ, ποὺ συνδυάζεις παρθενίαν καὶ ἐγκυμοσύνην.

Χαῖρε, σύ, διὰ τῆς ὁποίας συνεχωρήθη[68] ἡ παράβασις τοῦ (Ἀδάμ)· χαῖρε, σύ, διὰ τῆς ὁποίας ἠνοίχθη ὁ Παράδεισος (τὸν ὁποῖον εἶχε κλείσει ἡ ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων).

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ κλειδίον διὰ τοῦ ὁποίου ἀνοίγεται ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἐλπὶς δι᾿ ἡμᾶς ὅτι θὰ ἀπολαύσωμεν τὰ αἰώνια ἀγαθά.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον· ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
Ὅλα τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων, Κύριε, κατελήφθησαν ἀπὸ ἔκπληξιν καὶ θαυμασμὸν ἐμπρὸς εἰς τὸ μέγα γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεώς Σου (συνέβη δὲ αὐτό,) διότι ἔβλεπον Σέ, ποὺ εἶσαι ἀπλησίαστος ὡς Θεός, νὰ ἔχῃς γίνει ἄνθρωπος εὐκολοπλησίαστος ἀπὸ ὅλους τόσον, ὥστε νὰ ζῇς μαζὶ μὲ ἡμᾶς καὶ νὰ ἀκούῃς ἀπὸ ὅλους τοῦτο:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Ῥήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τό, πῶς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριον θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον·
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα·
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί·
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα·
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα·
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι·
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Εἰς τὴν ἰδικήν σου περίπτωσιν, ὦ Θεοτόκε, βλέπομεν τοὺς ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι εἰς ἄλλα θέματα ὁμιλοῦν χωρὶς νὰ τελειώνουν, νὰ μένουν ἄφωνοι ὅπως οἱ ἰχθύες. Διότι εἶνε ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξηγήσουν πῶς καὶ Παρθένος μένεις καὶ νὰ γεννήσῃς ἠδυνήθης. Ἡμεῖς δὲ (πιστεύοντες ἀκραδάντως καὶ μὴ ζητοῦντες διὰ τῆς λογικῆς νὰ ἐξηγήσωμεν τὰ ἀκατάληπτα ἔργα τοῦ Θεοῦ,) θαυμάζομεν τὸ μυστήριον καὶ ἀναφωνοῦμεν εἰς σὲ μὲ πίστιν:

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἔγινες τὸ σκεῦος τῆς σοφίας[69] τοῦ Θεοῦ (διότι εἰς σὲ ἐτελέσθησαν τόσα ἀπερινόητα μυστήρια)· χαῖρε, σύ, ποὺ ἔγινες τὸ θησαυροφυλάκιον τῶν προαιωνίων σχεδίων Αὐτοῦ.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἀποδεικνύεις ἀνοήτους τοὺς φιλοσόφους· χαῖρε, σύ, ποὺ φανερώνεις ὅτι οἱ τεχνολόγοι[70] δὲν ἔχουν λογικήν.

Χαῖρε, διότι ἐξ αἰτίας σου ἀπεδείχθησαν μωροὶ οἱ φημιζόμενοι ὡς ἀκαταμάχητοι διαλεκτικοί· χαῖρε, διότι ἐξ αἰτίας σου ἐξηφανίσθησαν οἱ μυθολόγοι.

Χαῖρε, σύ ποὺ διαλύεις τὰ περίτεχνα λογικὰ κατασκευάσματα τῶν Ἀθηναίων (δηλαδὴ τῶν φιλοσόφων)· χαῖρε, σύ, ποὺ γεμίζεις τὰ (πνευματικὰ) δίκτυα τῶν ἁλιέων (τῶν μαθητῶν δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ).

Χαῖρε, σύ, ποὺ μᾶς ἀνασύρεις ἀπὸ τὸν βυθὸν τῆς (περὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ) ἀγνοίας· χαῖρε, σύ, ποὺ φωτίζεις πολλοὺς μὲ θείαν γνῶσιν.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ (ἀσφαλὲς) πλοῖον δι᾿ ὅσους θέλουν νὰ σωθοῦν· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ λιμὴν τῶν πλεόντων εἰς τὸ πέλαγος τοῦ βίου.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων Κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι᾿ ἡμᾶς ἐφάνη καθ᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούϊα.
Ἐπειδὴ Αὐτὸς ποὺ (ἐδημιούργησε καὶ) ἐστόλισε τὰ πάντα ἠθέλησε νὰ σώσῃ τὸν κόσμον, ᾖλθεν εἰς αὐτὸν κινούμενος ἀπὸ τὴν ἰδίαν Του θέλησιν καὶ ἀγάπην καὶ ἐνῶ ὡς Θεός, ἦτο Βασιλεὺς καὶ Κύριος, ἔγινε χάριν ἡμῶν ὅμοιος μὲ ἡμᾶς, δηλαδὴ ἄνθρωπος. Οὕτω λοιπὸν καλέσας εἰς σωτηρίαν τοὺς ὁμοίους (ἡμᾶς δηλαδὴ τοὺς ἀνθρώπους,) μέσῳ τοῦ ὁμοίου (τῆς ἀνθρωπίνης δηλαδὴ φύσεώς Του), ἀκούει (τώρα) ἀπὸ ὅλους, ὡς Θεὸς ποὺ εἶνε, τοῦτον τὸν ὕμνον:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Δ´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Δ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας, ὡς προεγράφη ἀναγινώσκεται τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον. Μετὰ τὸ «Ἄξιόν ἐστιν» ψάλλεται ὑπὸ τῶν Χορῶν ὁ Κανὼν τῆς Θεοτόκου καὶ τὸ Κοντάκιον· «Τῇ ὑπερμάχῳ» ἀργῶς, μεθ᾿ ὃ ἀπαγγέλλεται ἐμμελῶς ὑπὸ τοῦ Ἱερέως ἡ Δ´ Στάσις τῶν «Χαιρετισμῶν».

(Ἡ Δ´ Στάσῃ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ψάλλεται τὴν Παρασκευὴν τῆς Δ´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.)

ΣΤΑΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας·
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως·
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς·
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα·
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως·
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων·
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Στάσῃ Δ´

Ἐσὺ Θεοτόκε Παρθένε, εἶσαι τὸ (προστατευτικὸν) τεῖχος τῶν παρθένων καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ καταφεύγουν εἰς σέ. Εἶσαι δέ, ὦ Ἁγνὴ Κόρη, τεῖχος (ἰσχυρὸν καὶ ἀπόρθητον), διότι (ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ Αὐτὸς Οὗτος) ὁ Ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς σὲ κατέστησε μὲ τὸ νὰ κατοικήσῃ ἐν τῇ κοιλία σου (καὶ νὰ λάβῃ σάρκα ἐκ τῶν ἁγνῶν αἱμάτων σου). Οὕτω δὲ ἐδίδαξεν ὅλους νὰ λέγουν εἰς σέ:

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ πύλη διὰ τῆς ὁποίας εἰσερχόμεθα εἰς τὴν σωτηρίαν.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἀπετέλεσες τὴν ἀρχὴν τῆς πνευματικῆς νέας δημιουργίας[71]· χαῖρε, σύ, ποὺ παρέχεις εἰς ἡμᾶς τὸ θεῖον ἔλεος.

Χαῖρε, διότι σὺ ἐγέννησες εἰς νέαν (πνευματικὴν) ζωὴν ὅλους ἡμᾶς, ποὺ ἀπὸ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεώς (ἐν τῇ κοιλία τῆς μητρὸς) μας ἤμεθα ἁμαρτωλοί· χαῖρε, διότι σὺ ἔδωσες σύνεσιν εἰς ἡμᾶς, τῶν ὁποίων τὸν νοῦν εἶχεν ἀφαιρέσει ὁ Σατανᾶς.

Χαῖρε, σύ, ποὺ καταργεὶς τὸν Διάβολον, ὁ ὁποῖος διαφθείρει τὴν ὀρθοφροσύνην μας· χαῖρε, σύ, ποὺ ἐγέννησες τὸν σπορέα τῆς ἁγνότητος.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἔγινες νυμφικὸς θάλαμος γάμου ὑπερφυσικοῦ[72]· χαῖρε, σύ, ποὺ ἑνώνεις, ὡς νυμφαγωγός, τὰς ψυχὰς τῶν πιστῶν μὲ τὸν Κύριον.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἰδεώδης τροφὸς (καὶ διδάσκαλος) τῶν παρθένων[73]· χαῖρε, σύ, ποὺ στολίζεις μὲ νυμφικὰ ἐνδύματα τὰς ἁγίας ψυχὰς (καὶ τὰς ὁδηγεὶς εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ).

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούϊα.
Ὅλοι οἱ ὕμνοι ἀποδεικνύονται μηδαμινοί, ὅσον καὶ ἂν προσπαθοῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν πρὸς τὸ πλῆθος τῆς ἀπείρου εὐσπλαγχνίας Σου. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη προσφέρωμεν εἰς Σέ, ὦ Ἅγιε Βασιλεῦ, ψαλμωδίας τόσας εἰς ἀριθμόν, ὅσος εἶνε ὁ ἀριθμὸς τῶν κόκκων τῆς ἄμμου, δὲν πράττομεν τίποτε τὸ ἀντάξιον τῶν εὐεργεσιῶν ποὺ ἔκαμες εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι βοῶμεν διὰ Σέ:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου·
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε,ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα·
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν·
χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον·
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν·
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας·
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Βλέπομεν τὴν ἁγίαν Παρθένον ὡς φωτεινὴν λαμπάδα, ἡ ὁποία ἐδόθη χάριν ἐκείνων ποὺ πορεύονται εἰς τὸ σκότος (τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας). Διότι αὕτη, ἀνάπτουσα τὸ ἄϋλον φῶς, (γεννῶσα δηλαδὴ τὸν Χριστόν,) ὁδηγεῖ ὅλους πρὸς τὴν ἀληθινὴν θεογνωσίαν, φωτίζουσα μὲ τὴν λάμψιν της τὸν νοῦν μας. Δι᾿ αὐτὸ καὶ τιμᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι κραυγάζομεν πρὸς αὐτὴν τὰ ἑξῆς:

Χαῖρε, ἀκτὶς τοῦ πνευματικοῦ ἡλίου (Χριστοῦ)· χαῖρε, λάμψις τοῦ ἄστρου ποὺ δὲν δύει ποτέ.

Χαῖρε, ἀστραπή ποὺ φωτίζεις καὶ λαμπρύνεις τὰς ψυχάς· χαῖρε, σύ, ποὺ ὡς βροντὴ συνταράσσεις καὶ τρομοκρατεῖς τοὺς ἐχθροὺς (Δαίμονας).

Χαῖρε, διότι ἀνατέλλεις (διὰ τῆς γεννήσεως) τὸν πολύφωτον φωτισμὸν (τὸν Χριστὸν)· χαῖρε, διότι ἀναβλύζεις τὸν πολύρρυτον ποταμόν[74].

Χαῖρε, σύ, ποὺ παριστὰς καὶ συμβολίζεις τὴν κολυμβήθραν[75] (διὰ τῆς ὁποίας γεννώμεθα εἰς νέαν ζωήν)· χαῖρε, σύ, ποὺ (διὰ τῆς γεννήσεως τοῦ Λυτρωτοῦ) ἐξαφανίζεις τὸν μολυσμὸν τῆς ἁμαρτίας.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ὡς (θεῖον) λουτρὸν καθαρίζεις τὴν συνείδησίν μας· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον μᾶς προσφέρει ἀγαλλίασιν.

Χαῖρε, σύ, ποὺ ἀναδίδεις τὴν εὐωδίαν τοῦ Χριστοῦ· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ζωὴ τροφοδοτουμένη ἀπὸ μυστικὸν συμπόσιον[76].

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι᾿ ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
Ἐπειδὴ ὁ Κύριος, ὁ ἐξοφλῶν τὰ χρέη ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἠθέλησε νὰ δώσῃ χάριν εἰς Παλαιᾶς ὀφειλὰς μας πρὸς Αὐτὸν (νὰ συγχωρήσῃ δηλαδὴ ὅλας τὰς ἁμαρτίας μας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀδάμ), ᾖλθε πρὸς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν χάριν Του ᾖλθε δὲ διὰ τοῦ Ἰδίου τοῦ Ἑαυτοῦ Του (δηλαδή μὲ τὸ νὰ προσφέρῃ χάριν ἡμῶν τὸν Ἑαυτὸν Του ὡς θυσίαν). Ἐπειδὴ δὲ (μὲ τὴν θυσίαν Του) ἔσχισε τὸ γραμμάτιον τοῦ χρέους μας, ἀκούει (τώρα) ἀπὸ ὅλους τὴν ἑξῆς (εὐγνώμονα) ἀναφώνησιν:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναὸν Θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου·
χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, Κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι·
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν·
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος·
χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια·
χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία·
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Μὲ τὸ νὰ δοξολογῶμεν τὸν Υἱόν Σου, ὦ Θεοτόκε, ἀνυμνοῦμεν σὲ ὅλοι ὡς ἔμψυχον Ναὸν (τοῦ Υἱοῦ Σου). Διότι ὁ Κύριος, ποὺ συγκρατεῖ τὸ σύμπαν μὲ τὴν χεῖρα Του, κατοικήσας εἰς τὴν κοιλίαν σου, σὲ ἡγίασε καὶ σὲ ἐδόξασε καὶ ἐδίδαξεν ὅλους νὰ ἀναφωνοῦν πρὸς σέ:

Χαῖρε, Σκηνὴ (κατοικία δηλαδὴ) τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς· χαῖρε, Ἁγία, ποὺ εἶσαι ὑπερτέρα ἀπὸ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων[77].

Χαῖρε, Κιβωτέ[78], ποὺ σὲ ἐχρύσωσεν (ὄχι χεὶρ ἀνθρωπίνη, ὅπως τὴν Κιβωτὸν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ) τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ἀνεξάντλητος θησαυρὸς τῆς ζωῆς.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι πολύτιμον στέμμα βασιλέων εὐσεβῶν· Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι σεβάσμιον καύχημα ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ἀκλόνητος πύργος τῆς Ἐκκλησίας (ὁ προφυλάσσων αὐτὴν ἀπὸ τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν)· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι τῆς (χριστιανικῆς) πολιτείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, σύ ποὺ εἶσαι ἡ θεραπεία (τῶν ἀσθενειῶν) τοῦ σώματός μου· χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον· (ἐκ γ´) δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούϊα.
Ὦ Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀξίζεις ἀπείρους ὕμνους, σύ, ἡ γεννήσασα τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ, τὸν ὑπερέχοντα εἰς ἁγιότητα ὅλους τοὺς ἁγίους! Δέχθητι τὴν παροῦσαν προσφορὰν τῶν πρὸς σὲ ὕμνων μας καὶ ἀπάλλαξέ μας ἀπὸ οἰανδήποτε συμφορὰν καὶ σῶσε ἀπὸ τὴν μέλλουσαν τιμωρίαν ὅλους ἡμᾶς ποὺ μὲ μίαν φωνὴν βοῶμεν:

Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

Ε´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Ε´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(Κατὰ τὴν Παρασκευὴ τῆς Ε´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.)

Καὶ πάλιν τὸν πρῶτον Οἶκον.

Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό, Χαῖρε· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο, καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει·
χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις·
χαῖρε τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς·
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα·
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον·
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις·
χαῖρε, δι᾿ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Καὶ πάλιν τὸν πρῶτον Οἶκον.

Ἄγγελος πρώτην θέσιν κατέχων μεταξὺ τῶν Ἀγγέλων (δηλαδὴ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ) ἐστάλη (ὑπὸ τοῦ Θεοῦ) ἀπὸ τὸν οὐρανὸν (εἰς τὴν γῆν) διὰ νὰ εἴπῃ εἰς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ γίνῃ ἡ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, τὸ Χαῖρε! Βλέπων δὲ ὁ Ἄγγελος Σέ, Κύριε, νὰ ἀρχίζῃς νὰ λαμβάνῃς ὑλικὴν σάρκα (μέσα εἰς τὴν κοιλίαν της) τὴν ἰδίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχαιρέτιζε μὲ τὴν ἄϋλον φωνὴν του τὴν Παρθένον, κατελαμβάνετο ἀπὸ μεγάλην ἔκπληξιν καὶ θαυμασμὸν καί, ἱστάμενος ἐμπρὸς εἰς τὴν Παρθένον, ἔλεγε πρὸς αὐτὴν τὸ ἑξῆς:

Χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ λάμψη (εἰς τὸν κόσμον) ἡ χαρὰ (τῆς λυτρώσεως)· χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ ἐξαφανισθῆ ἡ κατάρα (ποὺ ἐδόθη εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος διὰ τὴν παρακοὴν του).

Χαῖρε, σύ, ποὺ γίνεσαι ἡ αἰτία νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Παράδεισον ὁ ἐκπεσὼν Ἀδάμ· χαῖρε, σύ, ποὺ γίνεσαι ἡ αἰτία νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Εὔα ἀπὸ τὰς λύπας καὶ τὰ δάκρυά της.

Χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι ὕψος, τὸ ὁποῖον δυσκόλως δύνανται νὰ φθάσουν καὶ νὰ κατανοήσουν αἱ διάνοιαι τῶν ἀνθρώπων

χαῖρε, σύ, ποὺ εἶσαι βάθος, τὸ ὁποῖον δυσκόλως δύνανται νὰ ἴδουν καὶ αὐτῶν τῶν Ἀγγέλων οἱ ὀφθαλμοί.

Χαῖρε, διότι εἶσαι θρόνος τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ· χαῖρε, διότι βαστάζεις εἰς τὴν κοιλίαν σου Ἐκεῖνον, ποὺ βαστάζει ὁλόκληρον τὸ σύμπαν.

Χαῖρε, σύ, ὁ (πρωϊνὸς) ἀστὴρ (αὐγερινός), ποὺ προμηνύει τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἡλίου (Χριστοῦ)· χαῖρε, σύ, εἰς τῆς ὁποίας τὴν κοιλίαν λαμβάνει σάρκα ὁ Θεός.

Χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ἀνακαινίζεται ἡ (ἐκ τῆς ἁμαρτίας διαφθαρεῖσα) Δημιουργία· χαῖρε, σύ, μέσῳ τῆς ὁποίας ὁ Δημιουργὸς γίνεται βρέφος.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Καὶ πάλιν τὸ εἰρημένον Κοντάκιον.

Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Καὶ πάλιν τὸ Κοντάκιον.

Εἰς σέ, ὦ Θεοτόκε, τὴν Ὑπέρμαχον Στρατηγόν, ἀποδίδω εὐγνωμόνως τὴν ἔνδοξον νίκην, ἐγὼ ἡ πόλις σου, ἐπειδὴ (μὲ τὴν ἰδικήν σου βοήθειαν) ἀπηλλάγην ἀπὸ τὰς φοβερὰς συμφορὰς (ποὺ ἐπήρχοντο ἐναντίον μου). Σὺ δέ, ποὺ ἡ δύναμίς σου εἶνε ἀκατανίκητος, ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ παντοειδεῖς κινδύνους, ὥστε νὰ ἀναφωνῶ πρὸς σέ:

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὁ Ἀναγνώστης· Τρισάγιον. Δόξα. Καὶ νῦν. Παναγία Τριάς. Κύριε, ἐλέησον (γ´). Δόξα. Καὶ νῦν. Πάτερ ἡμῶν.Ὁ Ἱερεύς· Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία…

Ὁ Ἀναγνώστης· Ἀμήν.

.
Καὶ ἀναγινώσκει τὸ Κοντάκιον τῆς ἡμέρας.Τῇ Α´ ἑβδομάδι, τὸ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου.

Πίστιν Χριστοῦ ὡσεὶ θώρακα, ἔνδον λαβὼν ἐν καρδίᾳ σου, τὰς ἐναντίας δυνάμεις κατεπάτησας, Πολύαθλε, καὶ στέφει οὐρανίῳ, ἐστέφθης αἰωνίως, ὡς ἀήττητος.

Κύριε, ἐλέησον (μ´) καὶ τὴν Εὐχὴν ταύτην·

Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ πάσῃ ὥρᾳ, ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς προσκυνούμενος, καὶ δοξαζόμενος Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ μακρόθυμος, ὁ πολυέλεος, ὁ πολυεύσπλαγχνος, ὁ τοὺς δικαίους ἀγαπῶν καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐλεῶν, ὁ πάντας καλῶν πρὸς σωτηρίαν διὰ τῆς ἐπαγγελίας τῶν μελλόντων ἀγαθῶν· Αὐτός, Κύριε, πρόσδεξαι καὶ ἡμῶν ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τὰς ἐντεύξεις, καὶ ἴθυνον τὴν ζωὴν ἡμῶν πρὸς τὰς ἐντολάς σου· τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἁγίασον, τὰ σώματα ἅγνισον, τοὺς λογισμοὺς διόρθωσον, τὰς ἐννοίας κάθαρον, καὶ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, κακῶν καὶ ὀδύνης. Τείχισον ἡμᾶς ἁγίοις σου Ἀγγέλοις, ἵνα, τῇ παρεμβολῇ αὐτῶν φρουρούμενοι, καὶ ὁδηγούμενοι, καταντήσωμεν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀπροσίτου σου δόξης· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τό, Κύριε, ἐλέησον (γ´). Δόξα. Καὶ νῦν.

Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν.

Ἐν ὀνόματι Κυρίου, εὐλόγησον, Πάτερ.

Ὁ Ἱερεύς· Ὁ Θεὸς οἰκτειρήσαι ἡμᾶς, καὶ εὐλογήσαι ἡμᾶς, ἐπιφάναι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ ἐλεήσαι ἡμᾶς.

Κύριε, ἐλέησον (μ´) καὶ τὴν Εὐχὴν ταύτην·

Σύ, Χριστέ, ὁ Θεὸς μας, ὁ Ὁποῖος συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως προσκυνεῖσαι καὶ δοξολογεῖσαι (ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα) καὶ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἰς τὴν γῆν Σύ, ποὺ εἶσαι μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαγχνος καὶ ἀγαπᾷς τοὺς δικαίους ἀνθρώπους καὶ εὐσπλαγχνίζεσαι τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ὅλους προσκαλεῖς διὰ νὰ τοὺς σώσῃς, ὑποσχόμενος (εἰς αὐτοὺς) τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς μελλούσης Βασιλείας Σου (τὴν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου) Σὺ (λοιπόν), ὁ Ἴδιος, Κύριε, δέξαι εὐμενῶς καὶ τὰς ἰδικὰς μας προσευχάς, ποὺ ἀναφέρομεν εἰς Σὲ κατ᾿ αὐτὴν τὴν ὥραν, καὶ καθοδήγησε τὴν ζωὴν μας ὥστε νὰ εἶνε σύμφωνος πρὸς τὰς ἐντολάς Σου. Ἁγίασε τὰς ψυχὰς μας, ἑξάγνισε τὰ σώματά μας, κάμε ὀρθὰς τὰς σκέψεις μας, καθάρισε τὰ διανοήματά μας, καὶ ἀπάλλαξέ μας ἀπὸ οἰανδήποτε θλῖψιν καὶ συμφορὰν καὶ ἀπὸ οἰονδήποτε πόνον. Παράταξε γύρω μας, ὡς ἰσχυρὸν τεῖχος, ἁγίους Ἀγγέλους Σου, ὥστε ἡ ἑτοιμοπόλεμος στρατιὰ των νὰ μᾶς προφυλάσσῃ (ἀπὸ τὰς ἐνέδρας τῶν Δαιμόνων) καὶ νὰ μᾶς ὁδηγῇ μὲ ἀσφάλειαν, διὰ νὰ φθάσωμεν ὅλοι εἰς τὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ εἰς τὴν τελείαν γνῶσιν τῆς δόξης Σου, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται κανεὶς νὰ πλησιάσῃ (ἄνευ τῆς ἰδικής Σου βοηθείας) (ζητοῦμεν ἀπὸ Σὲ ὅλα αὐτά,) διότι εἶσαι εὐλογημένος εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Τό, Κύριε, ἐλέησον (γ´). Δόξα. Καὶ νῦν.

Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν.

Ἐν ὀνόματι Κυρίου, εὐλόγησον, Πάτερ.

Ὁ Ἱερέας· Ὁ Θεὸς εἴθε νὰ μᾶς λυπηθῇ καὶ νὰ μᾶς εὐλογήσῃ εἴθε νὰ ἐμφανίσῃ τὸ (γλυκὺ καὶ ἱλαρὸν) πρόσωπόν Του εἰς ἡμᾶς καὶ νὰ ἐλεήσῃ ἡμᾶς.

Ὁ α´ ψάλτης (ἄνευ μετανοιῶν)·

Κύριε, ἐλέησον (γ´). Καὶ σῶσον ἡμᾶς Παναγία Παρθένε.

Εὐχὴ εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

(Παύλου Μοναχοῦ, Μονῆς Εὐεργέτιδος)

Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνὴ Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα, ἡ Θεὸν Λόγον τοῖς ἀνθρώποις, τῇ παραδόξῳ σου κυήσει, ἑνώσασα, καὶ τὴν ἀπωσθεῖσαν φύσιν τοῦ γένους ἡμῶν τοῖς οὐρανίοις συνάψασα, ἡ τῶν ἀπηλπισμένων μόνη ἐλπίς, καὶ τῶν πολεμουμένων βοήθεια, ἡ ἑτοίμη ἀντίληψις τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων, καὶ πάντων τῶν Χριστιανῶν τὸ καταφύγιον, μὴ βδελύξῃ με τὸν ἁμαρτωλόν, τὸν ἐναγῆ, τὸν αἰσχροῖς λογισμοῖς καὶ λόγοις καὶ πράξεσιν ὅλον ἐμαυτὸν ἀχρειώσαντα, καὶ τῇ τῶν ἡδονῶν τοῦ βίου ῥᾳθυμίᾳ γνώμης, δοῦλον γενόμενον. Ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ Μήτηρ, φιλανθρώπως σπλαγχνίσθητι ἐπ᾿ ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ καὶ ἀσώτῳ, καὶ δέξαι μου τὴν ἐκ ῥυπαρῶν χειλέων προσφερομένην σοι δέησιν, καὶ τὸν σὸν Υἱόν, καὶ ἡμῶν Δεσπότην καὶ Κύριον, τῇ μητρικῇ σου παῤῥησίᾳ χρωμένη, δυσώπησον, ἵνα ἀνοίξῃ κἀμοὶ τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τῆς αὑτοῦ ἀγαθότητος, καί, παριδών μου τὰ ἀναρίθμητα πταίσματα, ἐπιστρέψῃ με πρὸς μετάνοιαν, καὶ τῶν αὑτοῦ ἐντολῶν ἐργάτην δόκιμον ἀναδείξῃ με. Καὶ πάρεσό μοι ἀεὶ ὡς ἐλεήμων, καὶ συμπαθής, καὶ φιλάγαθος, ἐν μὲν τῷ παρόντι βίῳ, θερμὴ προστάτις καὶ βοηθός, τὰ τῶν ἐναντίων ἐφόδους ἀποτειχίζουσα, καὶ πρὸς σωτηρίαν καθοδηγοῦσά με, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν περιέπουσα, καὶ τὰς σκοτεινὰς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόῤῥω αὐτῆς ἀπελαύνουσα· ἐν δὲ τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, τῆς αἰωνίου με ῥυομένη κολάσεως, καὶ τῆς ἀποῤῥήτου δόξης τοῦ σοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν κληρονόμον με ἀποδεικνύουσα. Ἧς καὶ τύχοιμι, Δέσποινά μου, ὑπεραγία Θεοτόκε, διὰ τῆς σῆς μεσιτείας καὶ ἀντιλήψεως· χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ, τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εὐχὴ εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἀδιάφθορε, ἀκηλίδωτε, ἁγνὴ Παρθένε, Θεονύμφευτε Δέσποινα, σύ, ποὺ μὲ τὴν παράδοξον καὶ ἀπερινόητον γέννησίν σου ἥνωσες τὸν Θεὸν Λόγον μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ συνέδεσες μὲ τὰ οὐράνια τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία εἶχε γίνει ἐξόριστος καὶ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ (ἀπὸ τὸν Θεὸν ἕνεκα τῆς παρακοῆς) σύ, ποὺ εἶσαι ἡ μοναδικὴ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων καὶ ἡ μοναδικὴ βοήθεια ὅσων πολεμοῦνται (ἀπὸ τὸν Διάβολον) σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ταχεῖα προστασία ὅλων ἐκείνων ποὺ σὲ ἐπικαλοῦνται καὶ τὸ καταφύγιον ὅλων τῶν χριστιανῶν, μὴ περιφρονήσῃς καὶ μὴ ἀποστραφῇς ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλόν, τὸν μολυσμένον ἀπὸ τὰς κακίας μου, ἐμέ, ὁ ὁποῖος μὲ αἰσχροὺς λογισμοὺς καὶ μὲ αἰσχρὰ λόγια καὶ μὲ αἰσχρὰς πράξεις κατέστησα ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν ὅλην τὴν ὕπαρξίν μου, καὶ μὲ τὴν πνευματικὴν ἀποχαύνωσιν ποὺ φέρουν αἱ ἡδοναὶ τοῦ βίου, κατήντησα ἑκουσίως δοῦλος (μὴ μὲ περιφρονήσῃς), ἀλλά, ὡς Μήτηρ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ ποὺ εἶσαι, δεῖξε μὲ πολλὴν φιλανθρωπίαν τὴν εὐσπλαγχνίαν σου καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἄσωτον, καὶ δέξαι τὴν δέησίν μου ποὺ σοῦ τὴν προσφέρω ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα χείλη μου. Καί, χρησιμοποιούσα τὸ θάῤῥος ποὺ ἔχεις πρὸς Αὐτὸν ὡς Μήτηρ Του, παρακάλεσε τὸν ἰδικὸν Υἱὸν καὶ ἰδικόν μας Βασιλέα καὶ Κύριον, διὰ νὰ ἀνοίξῃ καὶ εἰς ἐμὲ τὰ γεμάτα ἀπὸ φιλανθρωπίαν σπλάγχνα τῆς ἀγαθότητός Του καί, ἀφοῦ παραβλέψη τὰς ἀναριθμήτους ἁμαρτίας μου, μὲ ὁδηγήσῃ εἰς μετάνοιαν καὶ μοῦ δώσῃ δύναμιν νὰ ἐκτελῶ καλῶς τὰς ἐντολάς Του. Πάντοτε δὲ νὰ παρίστασαι πλησίον μου (καὶ νὰ μὲ βοηθῇς), σύ, ποὺ εἶσαι εὔσπλαγχνος καὶ ἀγαθὴ καὶ γεμάτη συμπάθειαν. (Νὰ εἶσαι πλησίον μου πάντοτε, τόσον κατὰ τὴν παροῦσαν ζωήν, ὅσον καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου μου, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως). Καὶ κατὰ μὲν τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης ζωῆς μου, νὰ μοῦ δίδῃς τὴν θερμὴν προστασίαν καὶ βοήθειάν σου, νὰ ἀποκρούῃς τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν (Δαιμόνων) καὶ νὰ μὲ καθοδηγῇς πρὸς τὴν σωτηρίαν κατὰ δὲ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου μου, νὰ περιφρουρῇς τὴν ταλαίπωρον ψυχήν μου καὶ νὰ ἐκδιώκῃς μακρὰν ἀπὸ αὐτὴν τοὺς πονηροὺς Δαίμονας ποὺ ἔχουν σκοτεινὰ πρόσωπα καὶ τέλος, κατὰ τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς Κρίσεως, νὰ μὲ ἀπαλλάξῃς ἀπὸ τὴν αἰώνιον Κόλασιν καὶ νὰ μὲ καταστήσῃς κληρονόμον τῆς ἀνεκφράστου δόξης τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ μας. Αὐτὴν τὴν δόξαν εἴθε νὰ ἐπιτύχω, μέσῳ τῆς ἰδικής σου πρεσβείας καὶ βοηθείας, ὦ Δέσποινά μου, Ὑπεραγία Θεοτόκε, διὰ τῆς χάριτος καὶ φιλανθρωπίας τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ σου, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς Αὐτὸν ὀφείλεται πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, καθὼς καὶ εἰς τὸν μὴ ἔχοντα ἀρχὴν Πατέρα Του καὶ εἰς τὸ πανάγιον καὶ ἀγαθὸν καὶ παρέχον ζωὴν Πνεῦμα Του, καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Ὁ β´ ψάλτης·

Εὐχὴ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

(Ἀντιόχου Μοναχοῦ, τοῦ Πανδέκτου)

Καὶ δὸς ἡμῖν, Δέσποτα, πρὸς ὕπνον ἀπιοῦσιν, ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς· καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ζοφεροῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἀπὸ πάσης σκοτεινῆς καὶ νυκτερινῆς ἡδυπαθείας. Παῦσον τὰς ὁρμὰς τῶν παθῶν, σβέσον τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ, τὰ καθ᾿ ἡμῶν δολίως κινούμενα· τὰς τῆς σαρκὸς ἡμῶν ἐπαναστάσεις κατάστειλον, καὶ πᾶν γεῶδες καὶ ὑλικὸν ἡμῶν φρόνημα κοίμησον. Καὶ δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός, γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρόν, καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον. Διανάστησον δὲ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς, ἐστηριγμένους ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου, καὶ τὴν μνήμην τῶν σῶν κριμάτων ἐν ἑαυτοῖς ἀπαράθραυστον ἔχοντας. Παννύχιον ἡμῖν τὴν σὴν δοξολογίαν χάρισαι εἰς τὸ ὑμνεῖν, καὶ εὐλογεῖν, καὶ δοξάζειν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δῶσε, Κύριε, εἰς ἡμᾶς, ποὺ ἀπερχόμεθα τώρα διὰ νὰ ὑπνώσωμεν, ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς, καὶ διαφύλαξε ἡμᾶς ἀπὸ τὸν σκοτεινὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ οἱανδήποτε ἐφάμαρτον ἡδονήν, ποὺ συμβαίνει εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτός. Παῦσε τὰς ὁρμὰς τῶν παθῶν μας, σβῆσε τὰ πύρινα βέλη τοῦ πονηροῦ Διαβόλου, τὰ ὁποῖα ῥίπτει μὲ δόλον ἐναντίον μας, κατάστειλε τὰς ἐπαναστάσεις τῆς σαρκὸς μας καὶ ἀποκοίμισε οἱανδήποτε γηΐνην καὶ κοσμικὴν σκέψιν μας (ὥστε νὰ μὴ μᾶς ἐνοχλῇ). Ἐπιπροσθέτως δώρησαί μας, ὦ Θεέ, διάνοιαν ἀγρυπνοῦσαν, σκέψεις σώφρονας, καρδίαν ποὺ δὲν τὴν καταλαμβάνει ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀπροσεξία, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ ἀπηλλαγμένον ἀπὸ πᾶσαν σατανικὴν φαντασίαν (εἰς τὰ ὄνειρα). Δῶσε δὲ εἰς ἡμᾶς πνευματικὴν ἀνάτασιν καὶ ἐγρήγορσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς (νυκτερινῆς) προσευχῆς[79], καὶ βοήθησέ μας νὰ εὑρεθῶμεν (ὅταν ἐξυπνήσωμεν διὰ τὴν προσευχὴν) ἐστηριγμένοι εἰς τὰς ἐντολάς Σου καὶ ἔχοντες μέσα εἰς τὴν ψυχὴν μας σταθερὰν καὶ ἀμετακίνητον τὴν ἐνθύμησιν τῶν θείων προσταγμάτων Σου. Χάρισε δὲ εἰς ἡμᾶς τὴν διάθεσιν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἰδικῆς Σου ὁλονυκτίου δοξολογίας, διὰ νὰ ὑμνῶμεν καὶ νὰ εὐλογῶμεν καὶ νὰ δοξάζωμεν τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ ἄξιον πάσης τιμῆς ὄνομά Σου, τοῦ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Καὶ πάλιν ἀμοιβαδόν.

Ὑπερένδοξε, ἀειπάρθενε, εὐλογημένη Θεοτόκε, προσάγαγε τὴν ἡμετέραν προσευχὴν τῷ Υἱῷ σου καὶ Θεῷ ἡμῶν, καὶ αἴτησαι, ἵνα σώσῃ διὰ σοῦ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

(Εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωαννικίου).

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ· φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Καὶ πάλιν ἐναλλὰξ οἱ δύο ψάλται.

Ὦ εὐλογημένη Θεοτόκε, Ἀειπάρθενε Κόρη, ὑπερτέρα πάσης δόξης, μετάφερε πλησίον τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ Θεοῦ μας τὴν προσευχὴν μας, καὶ ζήτησε νὰ σώσῃ, διὰ τῶν πρεσβειῶν σου, τὰς ψυχὰς μας.

Ἡ ἐλπὶς μου εἶνε ὁ Πατὴρ τὸ καταφύγιόν μου εἶνε ὁ Υἱὸς ἡ (προστατευτικὴ) σκέπη μου εἶνε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ὦ Ἁγία, δόξα Σοι.

Ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα (τῆς σωτηρίας) μου εἰς σὲ ἐναποθέτω (διότι πιστεύω ὅτι θὰ μεσιτεύσῃς δι᾿ ἐμὲ εἰς τὸν Υἱὸν σου). Ὦ Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξέ με κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην σου (ὅπου ὑπάρχει ἀσφάλεια).

Ὁ Ἱερεὺς ἀμέσως τὴν Ἀπόλυσιν·

Δόξα σοι, ὁ Θεός, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι. Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου καὶ παναμώμου ἁγίας αὐτοῦ Μητρός, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, (τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας, ἐφ᾿ ὅσον ἑορτάζηται), καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλεήσαι καὶ σώσαι ἡμᾶς ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

Ὁ Χορός· Ἀμήν.

.
Εἶτα ὁ Ἱερεὺς λέγει (ἀποκρινομένων ἡμῶν τό· Κύριε, ἐλέησον, συνεχῶς).

Εὐξώμεθα ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου.

Ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος) καὶ πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.

Ὑπὲρ τῶν ἀπολειφθέντων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν.

Ὑπὲρ τῶν διακονούντων καὶ διακονησάντων ἡμῖν.

Ὑπὲρ τῶν μισούντων καὶ ἀγαπώντων ἡμᾶς.

Ὑπὲρ τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτῶν.

Ὑπὲρ ἀναῤῥύσεως τῶν αἰχμαλώτων.

Ὑπὲρ τῶν ἐν θαλάσσῃ καλῶς πλεόντων.

Ὑπὲρ τῶν ἐν ἀσθενείας κατακειμένων.

Εὐξώμεθα καὶ ὑπὲρ εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς.

Καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων, καὶ ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων.

Εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν, τό· Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Εἶτα ὁ Ἱερεὺς λέγει (ἀποκρινομένων ἡμῶν συνεχῶς).

Πρὸ τοῦ «Δι᾿ εὐχῶν…», κι ἐνῷ ὁἱ ἀποκρίνονται τό· Κύριε, ἐλέησον, λέγει:

Ἂς προσευχηθῶμεν διὰ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου.

Ἂς προσευχηθῶμεν διὰ τοὺς εὐσεβεῖς καὶ ὀρθοδόξους χριστιανούς.

Ἂς προσευχηθῶμεν διὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπόν μας (δεῖνα) καὶ δι᾿ ὅλους τοὺς Κληρικούς, ποὺ εἶνε ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας.

Ἂς προσευχηθῶμεν δι᾿ ὅσους πατέρας καὶ ἀδελφοὺς μας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἱερὰν αὐτὴν Ἀκολουθίαν.

Ἂς προσευχηθῶμεν δι᾿ ἐκείνους ποὺ μᾶς ὑπηρετοῦν ἢ μᾶς ὑπηρέτησαν κατὰ τὸ παρελθόν.

Ἂς προσευχηθῶμεν δι᾿ ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν, ἀλλὰ καὶ δι᾿ ὅσους μᾶς μισοῦν.

Ἂς προσευχηθῶμεν δι᾿ ὅσους ἐζήτησαν ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἀναξίους νὰ προσευχώμεθα δι᾿ αὐτούς.

Ἂς προσευχηθῶμεν δι᾿ ἐκείνους ποὺ πλέουν εἰς τὴν θάλασσαν μὲ καλοὺς σκοπούς[80].

Ἂς προσευχηθῶμεν δι᾿ ἐκείνους ποὺ εἶνε κατάκοιτοι λόγῳ ἀσθενείας.

Ἂς προσευχηθῶμεν καὶ διὰ τὴν ἄφθονον παραγωγὴν τῶν καρπῶν τῆς γῆς.

Ἂς προσευχηθῶμεν καὶ δι᾿ ὅλους τοὺς μέχρι σήμερον ἀαθᾳνόντας πατέρας καὶ ἀδελφοὺς μας δι᾿ ὅλους ὅσοι μὲ εὐσέβειαν ἀπέθανον, δι᾿ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους, τόσον τοὺς ταφέντας ἐδῶ, ὅσον καὶ τοὺς ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου.

Ἂς εἴπωμεν δὲ καὶ διὰ τοὺς ἑαυτοὺς μας τό: Κύριε, ἐλέησον Κύριε, ἐλέησον Κύριε, ἐλέησον.

Ὁ Χορός, ψάλλει· Ἦχος γ´.

Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου, καὶ τὸ ὑπέρλαμπρον τὸ τῆς ἁγνείας σου, ὁ Γαβριὴλ καταπλαγείς, ἐβόα σοι Θεοτόκε, ποῖόν σοι ἐγκώμιον, προσαγάγω ἐπάξιον; τί δὲ ὀνομάσω σε; ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι. Διὸ ὡς προσετάγην βοῶ σοι· Χαῖρε, ἡ Κεχαριτωμένη.

Εἶτα ψάλλεται τὸ ἑξῆς Θεοτοκίον. Ἦχος γ´.

Ὦ Θεοτόκε, ὁ Γαβριήλ, καταληφθεὶς ἀπὸ δέος καὶ θαυμασμὸν ἐνώπιον τῆς ὡραιότητος τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ παρθενία σου, καὶ τῆς ὑπερβολικῆς λάμψεως, τὴν ὁποίαν ἠκτινοβόλει ἡ ἁγνότης σου, ἀνεφώνει πρὸς σέ: Ποῖον ἐγκώμιον, ἀντάξιόν σου, νὰ σοῦ προσφέρω; Ποίαν δὲ ὀνομασίαν νὰ σοῦ δώσω; Δεν δύναμαι νὰ εὕρῳ οὔτε ἐγκώμιον οὔτε ὀνομασίαν ἀνταξίαν σου, καὶ μένω ἐκστατικὸς (ἐνώπιον σοῦ) (ἐπειδὴ δέ, δὲν δύναμαι νὰ εὕρῳ λόγια ἀντάξια διὰ σέ,) δι᾿ αὐτὸ (δὲν λέγω τίποτε ἄλλο, παρά), ὡς μὲ διέταξεν ὁ Θεός, βοῶ πρὸς σέ: Χαῖρε, σύ, ποὺ ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεὸν πολλὰς καὶ ἐξαιρετικὰς χάριτας!

Ὁ Ἱερεύς· Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.

Ὁ Χορός· Ἀμήν.

Ὁ Ἱερεύς: Δι᾿ εὐχῶν…

Ὁ Χορός· Ἀμήν.

ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ Τῼ ΒΑΣΙΛΕΙ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
ΑΦΘΑΡΤῼ ΑΟΡΑΤῼ ΜΟΝῼ ΣΟΦῼ ΘΕῼ
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ.
ΑΜΗΝ.


Τυπικά, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν οἴκων

Τῇ Α´ ἑβδομάδι τῶν Νηστειῶν

Εἶτα, τό· Τῇ ὑπερμάχῳ… (σύντομον). Τρισάγιον καὶ ὁ Ἀναγνώστης ἀναγινώσκει τὸ Κοντάκιον τῆς ἡμέρας, ἤτοι τὸ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου.

Πίστιν Χριστοῦ ὡσεὶ θώρακα, ἔνδον λαβὼν ἐν καρδίᾳ σου, τὰς ἐναντίας δυνάμεις κατεπάτησας, Πολύαθλε, καὶ στέφει οὐρανίῳ, ἐστέφθης αἰωνίως, ὡς ἀήττητος.

Εὐθὺς ὁ Ἱερεύς· Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι… Σοφία ὀρθοί, ἀκούσωμεν… Εἰρήνη πᾶσι. Ὁ Χορός· Καὶ τῷ πνεύματί σου. Ὁ Ἱερεύς· Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην… Πρόσχωμεν. Ὁ Χορός· Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι. Καὶ ἀναγινώσκει ὁ Ἱερεὺς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Παννυχίδος. Μεθ᾿ ὃ ὁ Χορός· Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.


Τῇ Β´ ἑβδομάδι τῶν Νηστειῶν

Εἶτα, τό· Τῇ ὑπερμάχῳ… (σύντομον). Τρισάγιον καὶ ἐὰν μὴ τύχῃ Ἑορτὴ ἢ ἑορταζόμενος Ἅγιος τῷ Σαββάτῳ, λέγεται Κοντάκιον·

Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως, τῷ φυτουργῷ τῆς κτίσεως, ἡ οἰκουμένη προσφέρει σοι, Κύριε, τοὺς θεοφόρους Μάρτυρας. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου συντήρησον, Πολυέλεε.

Κύριε, ἐλέησον (μ´). Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ… καὶ Ἄσπιλε, ἀμόλυντε… Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα… κ.λπ. (ἄνευ Εὐαγγελίου). Ἡ Ἀπόλυσις. Εὐξώμεθα… Τὴν ὡραιότητα… Δι᾿ εὐχῶν…


Τῇ Γ´ ἑβδομάδι τῶν Νηστειῶν

Εἶτα, τό· Τῇ ὑπερμάχῳ… (σύντομον). Τρισάγιον καὶ τό· Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως…,

Κύριε, ἐλέησον (μ´). Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ… καὶ Ἄσπιλε ἀμόλυντε…, Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα…, κ.λπ. (ἄνευ Εὐαγγελίου). Ἡ Ἀπόλυσις. Εὐξώμεθα…, Τὴν ὡραιότητα…, Δι᾿ εὐχῶν…


Τῇ Δ´ ἑβδομάδι τῶν Νηστειῶν

Εἶτα ἀποπληροῦμεν τὰ λοιπὰ τῆς Ἀκολουθίας, ἤτοι· Τρισάγιον καὶ τὸ οἰκεῖον Κοντάκιον· Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως…

Κύριε, ἐλέησον (μ´). Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ… καὶ Ἄσπιλε, ἀμόλυντε…, Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα… κ.λπ. (ἄνευ Εὐαγγελίου). Ἡ Ἀπόλυσις. Εὐξώμεθα…, Τὴν ὡραιότητα…, Δι᾿ εὐχῶν…


Τῇ Ε´ ἑβδομάδι τῶν Νηστειῶν

α´. Ὁ Ἀκάθιστος μετὰ Μικροῦ Ἀποδείπνου.

Τῇ Παρασκευῇ τῆς ε´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, καθ᾿ ἣν ἀναγινώσκονται ἅπαντες οἱ Οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, μετὰ τὸ Ἄξιόν ἐστιν, τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου, ψάλλεται δὶς εἰς ἀργὸν βυζαντινὸν μέλος καὶ ἅπαξ σύντομον, τὸ Ἀπολυτίκιον Τροπάριον.

Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς, λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσήφ, σπουδῇ ἐπέστῃ, ὁ Ἀσώματος, λέγων τῇ Ἀπειρογάμῳ· Ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί. Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε!

Ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει ἐμμελῶς τὴν Α´ στάσιν τῶν Οἴκων («Χαιρετισμῶν») τῆς Θεοτόκου, ἥτις περιλαμβάνει τοὺς ἀπὸ τῶν στοιχείων Α, Β, Γ, Δ, Ε καὶ Ζ ἀρχομένους Οἴκους.

Εἶτα ψάλλεται ὑπὸ τῶν Χορῶν ὁ Κανών· «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου». Μετὰ τὴν γ´ ᾨδήν, ψάλλεται σύντομον τό· «Τῇ ὑπερμάχῳ» δίχορον καὶ ἀναγινώσκεται ἡ Β´ στάσις τῶν Οἴκων, ἥτις περιλαμβάνει τοὺς ἀπὸ τῶν στοιχείων Η, Θ, Ι, Κ, Λ καὶ Μ ἀρχομένους Οἴκους.

Εἶτα ὁ β´ Χορὸς ἄρχεται τῆς δ´ ᾨδῆς· «Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ» μέχρι τῆς ς´. Ὁ α´ Χορός, τό· «Τῇ ὑπερμάχῳ» αὖθις σύντομον δίχορον, καὶ ἀναγινώσκεται ἡ Γ´ στάσις τῶν Οἴκων, ἥτις περιλαμβάνει τοὺς ἀπὸ τῶν στοιχείων Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ καὶ Σ ἀρχομένους Οἴκους.

Ὁ α´ Χορὸς ἄρχεται τῆς ζ´ ᾨδῆς· «Οὐκ ἐλάτρευσαν» μέχρι τῆς θ´ (καὶ θυμιᾷ ὁ Διάκονος). Μετὰ τὴν θ´, «Τῇ ὑπερμάχῳ» αὖθις σύντομον δίχορον, καὶ ἀναγινώσκεται ἡ Δ´ τῶν Οἴκων στάσις, ἥτις περιλαμβάνει τοὺς ἀπὸ τῶν στοιχείων Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω καὶ Α, ἀρχομένους Οἴκους.

Εἶτα τὸ Τρισάγιον, τό· Τῇ ὑπερμάχῳ (χῦμα), Κύριε, ἐλέησον (μ´). Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ κλπ, καὶ ἡ Ἀπόλυσις μετὰ τοῦ Εὐξώμεθα. Εἰς τὸ τέλος ψάλλεται ἀργῶς τό· Τὴν ὡραιότητα καὶ τὸ ἐπισφράγισμα· Δι᾿ εὐχῶν…

β´. Ὁ Ἀκάθιστος μετὰ Ὄρθρου.

Τῷ Σαββάτῳ, εἰ ψάλλεται ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἐν τῷ Ὄρθρῳ, ἡ Ἀκολουθία γίνεται κατὰ τὴν ἐν τῷ Τριῳδίῳ τάξιν.

γ´. Ὁ Ἀκάθιστος μεθ᾿ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

1. Ἐὰν ἡ Ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ συμπέσῃ τῇ Παρασκευῇ ἢ τῷ Σαββάτῳ τῆς β´, γ´, ἢ δ´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, τῇ Παρασκευῇ ἑσπέρας, ψάλλεται ὁ Ἑσπερινὸς τῆς Ἑορτῆς ὡς ἔχει ἐν τῷ Μηναίῳ μέχρι τοῦ «Νῦν ἀπολύεις». Μεθ᾿ ὃ ψάλλομεν τὸ Κοντάκιον «Τῇ ὑπερμάχῳ» ἀργὸν καὶ ἀναγινώσκεται ἡ ὡρισμένη Στάσις τῶν Οἴκων («Χαιρετισμῶν»). Εἶτα· «Τῇ ὑπερμάχῳ» σύντομον, τὸ Τρισάγιον. Ὅτι σοῦ ἐστιν, τὸ Ἀπολυτίκιον τῆς Ἑορτῆς (γ´) καὶ Ἀπόλυσις, μὲ τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς ἑορτῆς.

2. Ἐὰν δὲ ἡ Ἑορτὴ συμπέσῃ τῇ Παρασκευῇ τῆς ε´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν ἢ τῷ Σαββάτῳ τοῦ Ἀκαθίστου, ὁ Ἑσπερινὸς ψάλλεται, ὡς ἔχει ἐν τῷ Μηναίῳ, μέχρι τοῦ Νῦν ἀπολύεις (ἄνευ Τρισαγίου), εὐθὺς δὲ ψάλλεται τό· «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς» (γ´) καὶ ἀναγινώσκεται ἡ Α´ Στάσις τῶν Οἴκων («Χαιρετισμῶν»). Εἶτα ἡ α´ καὶ γ´ ᾨδαὶ τοῦ Κανόνος κ.λπ., ὡς προεγράφη. Μετὰ τὴν Δ´ στάσιν τῶν «Χαιρετισμῶν», τὸ Τρισάγιον καὶ μετὰ τό· Ὅτι σοῦ ἐστιν, τὸ Ἀπολυτίκιον, τῆς ἑορτῆς καὶ τὸ ἐπισφράγισμα. Δι᾿ εὐχῶν…


Ἰδιόμελον. Ἦχος πλ. δ´.

Οὐ παυόμεθα κατὰ χρέος ἀνυμνοῦντές σε, Θεοτόκε, καὶ λέγοντες· Χαῖρε, ἡ κεχαριτωμένη.


Σημειώσεις

[1] Ἡ φράσις «ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τοὺς οὐρανοὺς» εἶνε ἐμπνευσμένη ἀπὸ τοὺς Ψαλμούς. Ὁ Ψαλμὸς ιζ´ (στ. 10) λέγει ὅτι ὁ Θεὸς «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη», ἐννοῶν ὅτι ὁ Θεὸς κατῆλθεν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς διὰ νὰ βοηθήσῃ τὸν δοῦλον Του Δαυΐδ. (Ἰδὲ καὶ Ψαλμ. ρμγ´, 5.) Ἀλλ᾿ αὐτὸ ἦτο βεβαίως ποιητικὴ ἔκφρασις, ἴσως δὲ καὶ προφητικὸς ὑπαινιγμός. Ὁ Θεὸς πραγματικῶς μίαν φορὰν ἐχαμήλωσε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη εἰς τὴν γῆν: ὅταν ἔγινεν ἄνθρωπος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου.

[2] Ἡ Παναγία ὀνομάζεται «Νύμφη ἀνύμφευτος», διότι ἐνῶ κατέστη θεόνυμφος Μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔμεινε πάντοτε παρθένος καὶ δὲν ἐγνώρισεν ἄνδρα νυμφίον. Εἶνε λοιπὸν καὶ «νύμφη», ἐφ᾿ ὅσον συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν Υἱὸν -πρᾶγμα ποὺ προϋποθέτει «γάμον»- καὶ «ἀνύμφευτος», ἐφ᾿ ὅσον ἡ σύλληψις τοῦ Υἱοῦ της ἔγινεν ὄχι φυσικῶς, ἀλλ᾿ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ἡ Ἀειπάρθενος ὑπῆρξε «Νύμφη Κυρίου».

[3] Ἡ φράσις «βίβλος ἐσφραγισμένη» ἐνθυμίζει τὸ ε´ κεφ. τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅπου γίνεται λόγος περὶ «βιβλίου γεγραμμένου ἔσωθεν καὶ ὄπισθεν, κατεσφραγισμένου σφραγίσιν ἑπτά». Τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο βιβλίον, οὐδεὶς ἄλλος ἠδυνήθη νὰ ἀνοίξῃ πλὴν τοῦ Ἀρνίου Χριστοῦ. Ὁ ὑμνῳδὸς ὀνομάζει ἐδὼ τὴν Ἀειπάρθενον «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον ἐσφραγισμένην Πνεύματι», διότι: α´) Ὅπως τὸ μυστηριῶδες «βιβλίον» τῆς Ἀποκαλύψεως περιεῖχε τὰ σωτηριώδη σχέδια τῆς θείας Προνοίας διὰ τὸ μέλλον, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Ἀειπάρθενος ὑπῆρξε φορεὺς τοῦ μεγάλου σχεδίου τῆς θείας Προνοίας διὰ τὴν σάρκωσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν σωτηρίαν μας. β´) Ὅπως τὸ «βιβλίον» ἐκεῖνο ἦτο «ἐσφραγισμένον», τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Παναγία ἦτο ἀμόλυντος παρθένος. γ´) Ὅπως τὸ «βιβλίον» ἐκεῖνο μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἠδυνήθη νὰ ἀνοίξῃ, οὕτω καὶ ἡ Παρθένος μόνον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε Μήτηρ, κατὰ τρόπον ὑπερφυσικόν, καὶ οὐδενὸς ἄλλου. Ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ἐσφραγισμένη» δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν παρθενίαν τῆς Παναγίας, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ μέγιστα χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐστόλισεν αὐτὴν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Δι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ ποιητὴς λέγει ὅτι ἡ Ἀειπάρθενος εἶνε «ἐσφραγισμένη Πνεύματι».

[4] Ὁ Θεὸς ἐτιμώρησε, μετὰ τὴν παρακοήν των, τὸν μὲν Ἀδὰμ νὰ τρώγῃ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του τὸν ἄρτον του ἕως ὅτου ἀποθάνῃ, τὴν δὲ Εὔαν νὰ γεννᾷ μὲ ὠδῖνας τὰ τέκνα της (Γεν. γ´ 16-19), ἐξώρισε δὲ ἀμφοτέρους ἐκ τοῦ Παραδείσου. Ἡ Θεοτόκος, διὰ τῆς γεννήσεως τοῦ Λυτρωτοῦ μας, ἔγινεν αἰτία νὰ ἀπαλλαγοῦν καὶ οἱ πρωτόπλαστοι καὶ ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν καταδυναστείαν τοῦ Διαβόλου.

[5] Ἡ φράσις «χαῖρε, θρόνε πύρινε τοῦ Παντοκράτορος» ἐνθυμίζει τὸ χωρίον τοῦ προφήτου Δανιὴλ (ζ´, 9): «Ἐθεώρουν ἕως ὅτου οἱ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ Παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο… Ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον». Ἡ Παναγία, δεχθεῖσα ἐντό της τὸν Δημιουργόν, ἀπετέλεσε πράγματι τὸν «πύρινον θρόνον», ὅπου ἐκάθησεν ὁ Θεός.

[6] Ἡ φράσις «ὀσφράδιον τοῦ πάντων Βασιλέως», εἶνε δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ καὶ διὰ τὸν Κύριον (ὅπως καὶ τὴν ἑρμηνεύομεν) καὶ διὰ τὴν Παναγίαν. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ Παναγία εἶνε μοναδικὴ εὐωδία. Ἡ λέξις «ὀσφράδιον» σημαίνει ἰσχυρὰν ἀρωματώδη οὐσίαν, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς τὴν ἰατρικὴν διὰ νὰ συνέρχωνται οἱ λιποθυμοῦντες. Ἄρα ἐδῶ τὸ «ὀσφράδιον» σημαίνει τὸ ἄρωμα, τὴν εὐωδίαν. Ὁ Κύριός μας λοιπὸν εἶνε ἡ ὑπερτάτη πνευματικὴ εὐωδία, εἶνε τὸ «ὀσφράδιον» τοῦ οὐρανίου Πατρὸς του, τοῦ «μόνου Βασιλέως». Ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι καὶ ἡ Παναγία, κατ᾿ ἄλλον βεβαίως αὐτὴ τρόπον, εἶνε δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ «ὀσφράδιον» τοῦ Βασιλέως Θεοῦ.

[7] Μὲ τὴν φράσιν «ὡς χώρα ἀνήροτος» ὁ ποιητὴς μᾶς μεταφέρει εἰς τὴν ἀγεώργητον γῆν, ἐν ἀρχῇ τῆς Δημιουργίας, ἡ ὁποία, χωρὶς ἀροτρίασιν καὶ χωρὶς σποράν, μὲ μόνον τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, βλαστάνει τὰ φυτὰ της. (Γεν. α´, 11-12). Τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Ἀειπάρθενος, χωρὶς ἀνθρωπίνην μεσολάβησιν, χωρὶς ἀνθρώπινον σπέρμα, διὰ μόνης τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βλαστάνει τὸ θεῖον φυτόν της, τὸν Κύριόν μας καὶ Σωτῆρα μας.

[8] Ὁ Μωϋσῆς, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, εἶχε κατασκευάσει ἐν τῇ «Σκηνῇ τοῦ Μαρτυρίου», ὅπου ἐλατρεύετο ὁ Θεός, μίαν χρυσὴν τράπεζαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔθετον ἄρτους «ἐναντίον (ἐνώπιον) τοῦ Θεοῦ διὰ παντὸς» (Ἐξ. κε´, 29. Πρβλ. καὶ λθ´, 18 καὶ Λευϊτ. κδ´, 5-6 καὶ Ἀρ. δ´, 7). Ἡ Παναγία, ὡς «ἔμψυχος (ζῶσα) τράπεζα», εἶχε μέσα της ὄχι ὑλικοὺς ἄρτους, ἀλλὰ τὸν «Ἄρτον τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. ς´, 35), τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν.

[9] Ὁ ὑμνῳδὸς ἔχει κατὰ νοῦν τὸ χωρίον Ἰωάν. δ´, 14. ὅπου ὁ Κύριος, συνομιλῶν μετὰ τῆς Σαμαρείτιδος, λέγει εἰς αὐτήν: «Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δὸς μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἂν σοι ὕδωρ ζῶν…Ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον».

[10] Τὸ «ἱλαστήριον» ἦτο τὸ σκέπασμα τῆς «Κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης» (δηλαδὴ τοῦ κιβωτίου ποὺ περιεῖχε τὰς πλάκας τοῦ Νόμου, τὰς ὁποίας ὁ Θεὸς ἔδωσεν εἰς τὸν Μωϋσῆν). Ἐπὶ τοῦ «ἱλαστηρίου» αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἐφανέρωνε τὸν Ἑαυτόν Του καὶ ἐλάλει εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν (Ἐξ. κε´, 16-21 καὶ Λευϊτ. ις´, 2). Ἐῤῥαντίζετο δὲ τὸ «ἱλαστήριον» μὲ τὸ αἷμα τῶν θυσιαζομένων ζῴων πρὸς ἐξιλέωσιν τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ (Λευϊτ. ις´, 10-16). Ἡ Παναγία ὀνομάζεται «ἱλαστήριον», διότι: α) Δι᾿ αὐτῆς ἐφανερώθη ὁ Θεὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐλάλησεν εἰς αὐτούς, καὶ β) Μὲ τὸ αἷμα ποὺ ἐπῆρεν ὁ Κύριος ἀπὸ αὐτήν, ἔγινε θυσία διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, ἔγινεν «ἱλαστήριον» δι᾿ ἡμᾶς. («Τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ…καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας», «Αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α´ Ἰωάν. α´, 7, β´, 2).

[11] Ἡ φράσις « ὄρθρος φαεινὸς» ἐνθυμίζει τὸ χωρίον τοῦ Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων (ς´, 10): «Τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἥλιος, θάμβος ὡς τεταγμέναι;» (Δηλαδή: Ποία εἶνε αὐτὴ ἡ ὁποία προβάλλει ὡς ἡ αὐγή, ὡραία ὡς ἡ σελήνη, λαμπρὰ ὡς ὁ ἥλιος καὶ προκαλεῖ θάμβος, ὅπως προκαλοῦν αἱ παρατεταγμέναι στρατιωτικαὶ δυνάμεις;). Τὰ λόγια αὐτά, λεγόμενα διὰ τὴν συμβολικὴν νύμφην τοῦ Ἄσματος, ἐφαρμόζονται κατ᾿ ἐξοχὴν εἰς τὴν Παναγίαν Μητέρα τοῦ Κυρίου, εἰς τὴν θεόνυμφον Παρθένον. Οὐδὲν ἄλλο πρόσωπον ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, οὐδεὶς Ἄγγελος ἢ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ὡραιότητα καὶ τὴν λαμπρότητα τῆς Παρθένου καὶ προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸν ποὺ προκαλεῖ αὐτή. Δανείσασα σάρκα εἰς τὸν Θεόν, κατέστη «ἡ τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἡ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ».

[12] Ἡ φράσις ἔχει ληφθῇ ἀπὸ τὸν προφήτην Ἰεζεκιὴλ (μδ´ 1 κ. ε.). Ὁ προφήτης οὗτος εἶδεν ἐν ὁράματι «τὴν πύλην τῶν ἁγίων (τοῦ Ναοῦ) τὴν ἐξωτέραν τὴν βλέπουσαν κατὰ ἀνατολάς, καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη». Ἤκουσε δὲ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅτι «ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται καὶ οὐδεὶς μὴ διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη». Θαυμασία πράγματι προτύπωσις τῆς Θεοτόκου! Τὴν «πύλην» αὐτὴν μόνος ὁ Κύριος «διώδευσε», δηλαδὴ ἐγεννήθη ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν πάλιν «κεκλεισμένην», ἤτοι διεφύλαξεν ἀλώβητον τὴν παρθενίαν αὐτῆς. Ἂς παραληροῦν οἱ αἱρετικοὶ ὅτι ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου ἐγέννησεν ἀκολούθως καὶ ἄλλα τέκνα διὰ τῆς φυσικῆς ὁδοῦ. Ἡ Θεοτόκος ἦτο Παρθένος «καὶ πρὸ τόκου καὶ ἐν τόκῳ καὶ μετὰ τόκον». Οὐδεὶς ἄλλος πλὴν τοῦ Λόγου «διώδευσε» τὴν «πύλην» τοῦ Θεοῦ.

[13] Ὁ προφήτης Ἡσαΐας (ιθ´, 1) εἶδεν ἐν ὁράματι, ὅτι ὁ Κύριος «κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης καὶ ἥξει εἰς Αἴγυπτον καὶ σεισθήσεται τὰ χειροποίητα (εἴδωλα) Αἰγύπτου ἀπὸ προσώπου Αὐτοῦ». Καὶ τοῦτο εἶνε προτύπωσις τῆς Παναγίας. Αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς «νεφέλη κούφη», δηλαδὴ ἐλαφρά, τρόπον τινὰ ἐξαϋλωμένη, ἐπὶ τῆς ὁποίας καθήμενος «ᾖλθεν Ἰησοῦς ὁ ὑπέρθεος» εἰς τὴν γῆν, ἡ ὁποία ἦτο γεμάτη ἀπὸ εἴδωλα ὅπως ἡ παλαιὰ Αἴγυπτος, καὶ κατέλυσε τὴν πλάνην καὶ τὸ σκότος, ὡδήγησε δὲ πρὸς τὸ φῶς τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας τοὺς ἀνθρώπους και ἔσωσεν αὐτούς.

[14] Ἡ φράσις «ὄρος πῖον καὶ τετυρωμένον…» ἐνθυμίζει τὸ χωρίον τῶν Ψαλμῶν (ξζ´, 16) «ὄρος τοῦ Θεοῦ, ὄρος πῖον, ὄρος τετυρωμένον», ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ (Σιών). Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦτο καὶ αὐτὴ προτύπωσις τῆς Παναγίας.

[15] Ὁ Θεὸς ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸν Μωϋσῆν νὰ κατασκευάσῃ «λυχνίαν ἐκ χρυσίου καθαροῦ» (Ἐξ. κε´, 30 κ.ε.) καὶ νὰ τὴν τοποθετήσῃ εἰς τὴν Σκηνὴν ὅπου ἐλατρεύετο ὁ Θεός. Ἡ «λυχνία» αὕτη εἶχεν «ἑπτὰ λύχνους», ἦτο δὲ προτύπωσις τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία, ὡς ἀληθινὴ καὶ ζῶσα «Λυχνία», εἶχεν ὡς «Λύχνον» πάμφωτον τὸν Χριστόν, τὸ «φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. η´, 12).

[16] Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἐξῆλθον ἐκ τῆς Αἰγύπτου καὶ περιεπλανῶντο εἰς τὴν ἔρημον, ἐγγόγυζον κατὰ τοῦ Θεοῦ δι᾿ ἔλλειψιν τροφῆς. Ὁ Θεὸς τότε ἔστειλεν εἰς αὐτοὺς μίαν οὐράνιον τροφήν, ποὺ τὴν ὠνόμασαν οἱ ἴδιοι «μάννα» (Ἐξ. ις´, 13 κ.ε.). Ὁ Μωϋσῆς δὲ εἶπεν εἰς τὸν Ἀαρὼν νὰ γεμίσῃ μὲ «μάννα» ἓν δοχεῖον, μίαν στάμνον χρυσήν, καὶ νὰ ἐναποθέσῃ αὐτὴν εἰς τὴν «Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης», μέσα εἰς τὴν «Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου» (Ἐξ. ις´, 33-34), ὥστε νὰ ἐνθυμίζῃ διαρκῶς εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ στάμνος αὕτη ἦτο προτύπωσις τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἔφερεν ἐντός της τὸν «Ἄρτον τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. ς´, 35), τὸν Κύριον Ἰησοῦν, ὁ Ὁποῖος εἶνε διὰ τοὺς πιστοὺς τροφὴ πραγματικὴ ἐν τῷ Μυστηρίῳ τῆς θ. Εὐχαριστίας, ἀπείρως γλυκυτέρα τοῦ παλαιοῦ «μάννα».

[17] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 10 σημείωσιν.

[18] Ὁ Ἰακὼβ εἶδεν εἰς τὸν ὕπνον του «κλίμακα ἐστηριγμένην ἐν τῇ γῆ, ἧς ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο εἰς τὸν οὐρανόν…ὁ δὲ Κύριος ἐπεστήρικτο ἐπ᾿ αὐτῆς» (Γεν. κη´, 12-13). Ἡ Θεοτόκος εἶνε πράγματι «κλῖμαξ» («σκάλα»), διότι δι᾿ αὐτῆς κατῆλθεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὴν γῆν καὶ ἀνύψωσε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν γῆν εἰς τὸν οὐρανόν.

[19] Ἡ φράσις «γῆς τὸ θεμέλιον» δὲν ἀναφέρεται ὑπὸ τοῦ ὑμνῳδοῦ εἰς τὴν Θεοτόκον, ὅπως ἔγραψαν ἐσφαλμένως ἑρμηνευταί τινες, ἀλλ᾿ εἰς τὸν Κύριον. Ἡ Θεοτόκος «ἐβάστασεν» ἀκόπως ἐν τῇ κοιλία της «γῆς τὸ θεμέλιον», δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἡ φράσις «ἀκόπως βαστάσασα» σημαίνει ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐκυοφόρησε τὸν Υἱόν της χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ οὐδόλως κόπον ἢ βάρος. Ὁ Κύριός μας συνελήφθη ἀσπόρως, ἐκυοφορήθη ἀκόπως, ἐγεννήθη ἀνωδίνως.

[20] Ἡ φράσις «πλέξασα ἀχειρόπλοκον στέφανον» εἶνε δυνατὸν νὰ λάβῃ δύο ἑρμηνείας: α) Ἡ Θεοτόκος ἔδωσε σάρκα εἰς τὸν Κύριον, «ἔπλεξε στέφανον», ἐπειδὴ ὅμως ὁ Κύριος συνελήφθη ἀσπόρως, εἶνε στέφανος «ἀχειρόπλοκος». β) Ἡ Θεοτόκος ἔδωσε σάρκα, «ἔπλεξε στέφανον», εἰς τὸν ἄκτιστον καὶ ἀδημιούργητον («ἀχειρόπλοκον») Θεόν. Ἡ πρώτη δηλαδὴ ἑρμηνεία καὶ τὰς δύο λέξεις («πλέκω»-«ἀχειρόπλοκος») ἀναφέρει εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Κυρίου· ἡ δευτέρα ἑρμηνεία ὅμως τὴν μίαν λέξιν («πλέκω») ἀναφέρει εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἄλλην («ἀχειρόπλοκος») εἰς τὴν θείαν.

[21] Ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἐγώ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰμὴ δι᾿ ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιδ´, 6). Ἄλλη ὁδὸς ὁδηγοῦσα εἰς τὸ φῶς, εἰς τὴν ζωήν, εἰς τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, δὲν ὑπάρχει. Ὁ Κύριος εἶνε ἡ μοναδικὴ ὁδός.

[22] Ὅταν ὁ Θεὸς ἔκαμε τὸν παλαιὸν κατακλυσμόν, ὁ Νῶε καὶ τὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς του ἐσώθησαν μὲ τὴν Κιβωτὸν (Γέν. κεφ. στ´, κ.ἑ.). Ὁ κόσμος ὅμως, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν τὸν φυσικὸν κατακλυσμόν, ἐγνώρισε καὶ ἄλλον κατακλυσμόν, πνευματικόν: τὸν κατακλυσμὸν τῆς ἁμαρτίας. Ἡ Παναγία, γεννήσασα Ἐκεῖνον ποὺ εἶνε «ἡ ὁδὸς τῆς ζωῆς», μᾶς ἔσωσεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κατακλυσμὸν καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὰς ὑψηλὰς κορυφὰς τῆς ἁγίας ζωῆς, ἐκεῖ ὅπου τὰ κύματα τῆς ἁμαρτίας δὲν ἠμποροῦν νὰ φθάσουν.

[23] Ἡ φράσις «πυρίμορφον ὄχημα» ἐνθυμίζει τὸ «ἅρμα πυρὸς» (τὸ πύρινον δηλαδή, τὸ φλεγόμενον ἅρμα», μὲ τὸ ὁποῖον ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνελήφθη πρὸς τοὺς οὐρανοὺς (Δ´ Βασιλ. β´, 11). Ἡ Θεοτόκος, ὡς «πυρίμορφον ὄχημα», εἶχε μέσα εἰς τὴν κοιλίαν της τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ, τὸν Βασιλέα τοῦ σύμπαντος.

[24] Ὁ παλαιὸς Παράδεισος τῆς Ἐδὲμ εἶχεν ἐντὸς του, ὡς κέντρον του, τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς» (Γεν. β´, 9). Ἡ Παναγία, ὡς ἔμψυχος καὶ ζῶν Παράδεισος, εἶχεν ἐντὸς τῆς κοιλίας της τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ τέλος καὶ τὸ κέντρον τῶν πάντων, τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶνε ὄντως τὸ «ξύλον τῆς ζωῆς» καὶ δίδει ζωὴν ἀπείρως καλλιτέραν καὶ ἀνωτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔδιδε τὸ δένδρον τοῦ Παραδείσου τῆς Ἐδέμ. Ὁ «γλυκασμὸς» τῶν καρπῶν τοῦ δένδρου αὐτοῦ, δηλαδὴ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὸ Μυστήριον τῆς θ. Εὐχαριστίας, ἀνιστᾷ καὶ ζωοποιεῖ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐθανάτωσεν ἡ ἁμαρτία.

[25] Ἡ φράσις ἔχει ληφθῇ ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς (πς´, 3), ὅπου λέγεται: «Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ». Πρόκειται βεβαίως περὶ τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ὅμως, ὡς εἴπομεν καὶ προηγουμένως, ἦτο εἰς πολλὰ προτύπωσις τῆς Παναγίας. Ἂν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ὑπῆρχεν ὁ Ναὸς ὅπου ἐλατρεύετο ὁ Θεός, ἡ Παναγία ἔγινεν ἡ ἰδία ἔμψυχος Ναός, πραγματικὴ κατοικία τῆς Θεότητος. Πόσον λοιπὸν μεγαλυτέρα ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου!

[26] Εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ (β´, 34-35) ἀνατρέχει προφανῶς ὁ ποιητής. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ἓν ἀποκαλυπτικὸν ὄνειρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔκ τινος ὄρους «ἐτμήθη (ἐκόπη) λίθος ἄνευ χειρῶν» καὶ συνέτριψεν ἓν πελώριον ἄγαλμα, ἀκολούθως δὲ ὁ λίθος αὐτὸς ἐμεγάλωσε καὶ ἔγινεν ὄρος ποὺ ἐκάλυψεν ὅλην τὴν γῆν. Ἡ Παναγία συγκρίνεται πρὸς τὸ ὄρος αὐτὸ τοῦ Δανιήλ, διότι ἐξ αὐτῆς, ἄνευ ἀνθρωπίνης μεσολαβήσεως, προῆλθε κατὰ σάρκα ὁ Χριστός, ὁ ἀκρογωνιαῖος Λίθος τοῦ σύμπαντος. Ἡ διδασκαλία δὲ τοῦ Κυρίου κατ᾿ ἀρχὰς μὲν προσείλκυσεν ὀλίγους, ἔπειτα ὅμως ἐξηπλώθη εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, ὅπως ὁ μικρὸς λίθος.

[27] Ὁ ὑμνῳδὸς ὀνομάζει τὴν Θεοτόκον «περιήχημα» τῶν προφητῶν, ἔχων ὑπ᾿ ὄψιν του ὄχι μόνον τὴν σαφῆ προφητείαν τοῦ Ἡσαΐου «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ» (Ἡς. ζ´, 14), ἀλλὰ καὶ πλείστας προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου, αἱ ὁποῖαι ἀπαντοῦν εἰς τοὺς προφήτας, ἀπὸ τοῦ Μωϋσέως μέχρι τοῦ Δανιήλ. Ἡ ῥάβδος τοῦ Ἀαρών, ἡ στάμνος τοῦ μάννα, ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης, ἡ τράπεζα τῆς προθέσεως, ἡ χρυσῆ λυχνία, ἡ κεκλεισμένη πύλη, τὸ ἀλατόμητον ὄρος κ.τ.λ. κ.τ.λ. τὶ ἄλλο ἦσαν εἰμὴ σύμβολα καὶ προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου; Ποίαν ἄλλην «προκατήγγειλε τῶν προφητῶν ὁ σύλλογος στάμνον καὶ ῥάβδον καὶ πλάκα καὶ ἀλατόμητον ὄρος»; (Ἐξαποστειλάριον τῆς 21ης Νοεμβρίου.) «Ῥήσεις προφητῶν καὶ αἰνίγματα (ὑπαινιγμοῖ) τὴν σάρκωσιν (τοῦ Χριστοῦ) ὑπέφηναν τὴν ἐκ Παρθένου». (Καταβασία τῆς 15ης Αὐγούστου.) Δι᾿ αὐτὸ ἡ Παρθένος εἶνε τὸ «περιήχημα». (Δοξαστικὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς 8ης Σεπτεμβρίου).

[28] Ὁ κριτὴς τοῦ Ἰσραὴλ Γεδεών, ὅταν ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ σώσῃ τὸν Ἰσραήλ, εἶχε ζητήσει ἓν θαῦμα εἰς ἀπόδειξιν ὅτι ὄντως θὰ σωθῇ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς δι᾿ αὐτοῦ. Τὸ θαῦμα συνίστατο εἰς τοῦτο: ἐνῶ πανταχοῦ θὰ ὑπῆρχε ξηρασία τὴν ἑπομένην πρωΐαν, εἰς ἕναν «πόκον ἐρίου» («ποκάρι» μαλλιῶν), τὸ ὁποῖον ὁ Γεδεὼν ἔθεσεν ἔξω εἰς τὸ ὕπαιθρον, θὰ ὑπῆρχε δρόσος. Ὁ Θεὸς ἐπετέλεσε τὸ θαῦμα καὶ ὁ «πόκος» εἶχε τόσην δρόσον, ὥστε ὁ Γεδεών, πιέσας τὸν «πόκον», ἐγέμισε μίαν λεκάνην ὕδατος (Κριτ. ς´, 37 κ.ε.). Ὁ ὑμνῳδὸς ὀνομάζει «πόκον ἔνδροσον» τὴν Παναγίαν, διότι αὕτη, ὅλως θαυματουργικῶς καὶ ὑπερφυσικῶς, συνέλαβε καὶ ἐγέννησε τὸν Κύριον, ὁ Ὁποῖος, ὡς οὐράνιος δρόσος, κατῆλθεν εἰς αὐτὴν ἠσύχως καὶ ἀθορύβως, χωρὶς νὰ προξενήσῃ φθορὰν εἰς τὴν παρθενίαν της.

[29] Ὁ Μωϋσῆς, εὑρισκόμενος εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους Χωρήβ, ἀντελήφθη φλόγας εἰς μίαν βάτον. Ἐπλησίασε καὶ εἶδε τότε «ὅτι ὁ βάτος καίεται πυρί, ὁ δὲ βάτος οὐ κατεκαίετο» (Ἐξ. γ´, 2). Ἡ βάτος αὐτὴ προεικόνιζε τὴν Παναγίαν, ἡ ὁποία, καίτοι ἐδέχθη ἐντός της τὸ φοβερὸν πῦρ τῆς Θεότητος, ἐν τούτοις, κατὰ τρόπον θαυμαστὸν καὶ ὑπερφυσικόν, δὲν ἐκάη.

[30] Κατὰ τὴν ἔξοδον τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐκ τῆς Αἰγύπτου ὁ Θεὸς ἐσκέπαζε καὶ ἐπροστάτευεν αὐτοὺς κατὰ τὴν ἡμέραν μὲ μίαν νεφέλην, ἡ ὁποία τοὺς ἐδείκνυε καὶ τὴν ὁδὸν ποὺ ἔπρεπε νὰ βαδίσουν, κατὰ δὲ τὴν νύκτα τοὺς ἐφώτιζε μὲ ἕναν «στῦλον πυρὸς» (Ἐξ. ιγ´, 21). Ἐπίσης πολὺ συχνὰ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ὁ Θεὸς ἢ ἡ «δόξα Κυρίου» ἐμφανίζεται ἐν νεφέλῃ (Ἐξ. ις´, 10, κδ´, 15 κ.τ.λ.). Ἡ νεφέλη αὕτη ἦτο ἡ φανέρωσις τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία ὑπερβαίνει ἀσυγκρίτως τὴν παλαιὰν νεφέλην, διότι δι᾿ αὐτῆς ἔλαμψεν εἰς τὸν κόσμον σωματικῶς αὐτὸς ὁ Θεός. Ῥίπτει δὲ τὴν προστατευτικὴν σκιάν της ἐφ᾿ ὅλων τῶν πιστῶν καὶ τοὺς ὁδηγεῖ μὲ τὸ παράδειγμά της καὶ μὲ τὰς πρεσβείας της πρὸς τὴν νέαν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, τὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν.

[31] Ἡ φράσις ἐνθυμίζει τὸ χωρίον τῶν Ψαλμῶν (ργ´, 15) «καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου». Ἂν ὁ ὑλικὸς οἶνος εὐφραίνῃ τὸν ἄνθρωπον, πόσῳ μᾶλλον εὐφραίνει καὶ ζωοποιεῖ αὐτὸν ὁ θεῖος καὶ οὐράνιος Οἶνος, τὸ γλυκύτατον Αἷμα τοῦ Κυρίου μας, τὸ ὁποῖον πίνομεν ἐν τῷ Μυστηρίῳ τῆς θ. Εὐχαριστίας!…

[32] Εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ἡ ξηρὰ ῥάβδος τοῦ Ἀαρὼν ἐβλάστησε θαυματουργικῶς· «ἐξήνεγκε βλαστὸν καὶ ἐξήνθησεν ἄνθη» (Ἀρ. ιζ´, 23). Καὶ αὐτὸ τὸ θαῦμα ἦτο προτύπωσις τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἐκ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία, ἐνῶ ἦτο Παρθένος, ἐγέννησεν Υἱόν. Θαῦμα μέγα τὸ νὰ ἀνθήσῃ ἡ ξηρὰ ῥάβδος! Ἀλλὰ θαῦμα ἀπείρως μεγαλύτερον καὶ παραδοξότερον τὸ νὰ γεννήσῃ ἡ Παρθένος!

[33] Ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἔλαβε παρὰ Θεοῦ τὴν διαταγὴν νὰ γράψῃ εἰς «τόμον καινοῦ μεγάλου» (δηλαδὴ εἰς πίνακα καινουργῆ καὶ μέγαν) προφητείαν περὶ μελλόντων πραγμάτων (Ἡσ. η´, 1). Ὁ ὑμνῳδὸς ὀνομάζει τὴν Παναγίαν «τόμον», δηλαδὴ πίνακα, βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει γραφῇ, ὄχι διὰ χειρὸς ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ τοῦ δακτύλου τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὸ ἐννοεῖ ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Κυρίου ἔγινεν ὑπερφυσικῶς, διὰ μόνης τῆς προσταγῆς τοῦ Θεοῦ.

[34] Ἐν τῇ Ἀποκαλύψει τοῦ Ἰωάννου (κα´, 27) ἀναφέρεται, ὅτι εἰς τὴν Ἄνω Ἱερουσαλὴμ οὐδεὶς ἄλλος θὰ εἰσέλθῃ «εἰμὴ οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου». (Βλ. καὶ γ´, 5, ιγ´, 8 καὶ κ´, 12 καὶ Φιλιπ. δ´, 3). Ὁ ὑμνῳδὸς ζητεῖ ἀπὸ τὴν Θεοτόκον νὰ ἱκετεύσῃ τὸν Υἱόν της, ἵνα γράψῃ ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τὸ βιβλίον, ὅπου ἀναγράφονται οἱ λυτρωθέντες διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου καὶ προοριζόμενοι διὰ τὴν αἰώνιον Αὐτοῦ Βασιλείαν. Οἱ ἄνθρωποι χαίρουν πολλάκις, διότι τὸ ὄνομά των ἐγράφη εἰς ἐπίσημα βιβλία τοῦ κόσμου τούτου, εἰς Καταλόγους δηλαδὴ ἐπισήμων προσώπων, Ὑπουργῶν, Καθηγητῶν Πανεπιστημίων, Πρεσβευτῶν κ.τ.λ. Ἀλλ᾿ οἱ Κατάλογοι αὐτοὶ εἶνε, φεῦ!, τόσον μάταιοι! Μόνον ἂν τὸ ὄνομά μας γραφῇ εἰς τὸν Κατάλογον τοῦ Οὐρανοῦ, εἰς τὸ αἰώνιον καὶ ἀθάνατον «βιβλίον τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου», πρέπει νὰ χαίρωμεν.

[35] Ὁ βασιλεὺς τῆς Βαβυλῶνος Ναβουχοδονόσωρ κατεσκεύασε μίαν πελωρίαν «εἰκόνα χρυσὴν» καὶ διέταξεν ὅλους νὰ προσφέρουν εἰς αὐτὴν λατρευτικὰς τιμάς. Οἱ τρεῖς εὐσεβεῖς Ἰσραηλῖται νέοι Ἀνανίας, Ἀζαρίας καὶ Μισαήλ, πιστοὶ ὑπήκοοι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἠρνήθησαν νὰ προσκυνήσουν τὸ εἴδωλον αὐτό. Ὁ βασιλεὺς τότε διέταξε νὰ τοὺς ῥίψουν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός, ἀφοῦ αὕτη πυρακτωθῇ «ἑπταπλασίως». Ἡ διαταγὴ τοῦ βασιλέως ἐξετελέσθη καὶ οἱ τρεῖς νέοι ἐῤῥίφθησαν δεμένοι εἰς τὰς φλόγας τῆς φοβερᾶς καμίνου. «Ὁ δὲ Ἄγγελος Κυρίου συγκατέβη ἅμα τοῖς περὶ τὸν Ἀζαρίαν εἰς τὴν κάμινον καὶ ἐξετίναξε τὴν φλόγα τοῦ πυρὸς ἐκ τῆς καμίνου καὶ ἐποίησε τὸ μέσον τῆς καμίνου ὡς πνεῦμα δρόσου διασυρίζον» (Δαν. κεφ. γ´). Ποῖος ἦτο ἄραγε ὁ Ἄγγελος αὐτός; Ἦτο ἁπλοῦς Ἄγγελος; Ὁ νεώτερος Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ θεῖος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, λέγει περὶ αὐτοῦ τὰ ἑξῆς: «Ὁ Ἄγγελος οὗτος δὲν ἦτον ἕνας ἀπὸ τοὺς ἁπλοὺς Ἀγγέλους, ἀλλ᾿ ἦτον ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος, Ὅστις διὰ τῆς συγκαταβάσεώς Του ταύτης ἐπρομήνυε τὴν διὰ σαρκὸς αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς γενησομένην κατάβασιν.» («Ἐορτοδρόμιον» σελ.45). Τὴν γνώμην αὐτήν, στηριζομένην καὶ εἴς τινα χωρία παλαιότερων Πατέρων, εὐνοεῖ καὶ ἡ ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας. Βλ. π.χ. τοὺς εἱρμοὺς τῆς η´ ᾨδῆς τῶν Κανόνων τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ («…ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον καὶ τὸν πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα…»), τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου («Σὲ τὸν ἐν πυρὶ δροσίσαντα παῖδας θεολογήσαντας καὶ Παρθένῳ ἀκηράτῳ ἐνοικήσαντα Θεὸν Λόγον ὑμνοῦμεν …») καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου («Φλόγα δροσίζουσαν ὁσίους, δυσσεβεῖς δὲ καταφλέγουσαν, Ἄγγελος Θεοῦ ὁ πανσθενὴς ἔδειξε παισὶ ζωαρχικὴν δὲ πηγὴν εἰργάσατο τὴν Θεοτόκον…»). Παράβαλε ἀκόμη καὶ τὸν εἱρμὸν τῆς ζ´ ᾨδῆς τοῦ Μ. Σαββάτου «…Ὁ ἐν καμίνῳ ῥυσάμενος τοὺς ὁσίους παῖδας ἐκ φλογός, ἐν τάφῳ νεκρὸς ἄπνους κατατίθεται…», ὡς καί τινα ἕτερον εἱρμὸν ζ´ ᾨδῆς «Θεοῦ συγκατάβασιν τὸ πῦρ ᾐδέσθη ἐν Βαβυλῶνι ποτε…». Ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, λέγων διὰ τὸν Κύριον τὴν φράσιν «τότε μὲν τυπούμενος», ἢ ἐκλαμβάνει τὸν εἰς τὴν κάμινον κατελθόντα «Ἄγγελον» ὡς ἁπλοῦν Ἄγγελον, προτυποῦντα τὸν ἐκ Παρθένου θαυμαστῶς τεχθέντα Κύριον, ἢ ἐκλαμβάνει αὐτὸν ὡς τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ βλέπει τὸ σχῆμα τοῦ Ἀγγέλου, ποὺ ἔλαβε τότε, ὡς προτύπωσιν καὶ ὡς προμήνυμα τῆς μελλούσης σαρκώσεώς Του.

[36] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθ. 29 σημείωσιν.

[37] Ὁ ποιητὴς ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐξαπάτησιν τῶν πρωτοπλάστων ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ μὲ μορφὴν ὄφεως. Τότε οἱ πρωτόπλαστοι, ἀφοῦ δηλαδὴ ἐξηπατήθησαν καὶ ἔφαγον ἐκ τοῦ ἀπηγορευμένου δένδρου, «ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν καὶ ἔῤῥαψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα» (Γεν. γ´, 7). Πλὴν αὐτῆς ὅμως τῆς γυμνώσεως, οἱ πρωτόπλαστοι ὑπέστησαν καὶ ἄλλην γύμνωσιν: Ἐγυμνώθησαν καὶ ἀπὸ τὰ θεία χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τοὺς εἶχε κοσμήσει ὁ Θεός, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν οἰκειότητα καὶ παῤῥησίαν ποὺ εἶχον πρὸς τὸν Δημιουργὸν των. Ἡ Παναγία ἐγέννησεν Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐνέδυσεν «στολὴν ἀφθαρσίας» καὶ μᾶς «προσήγαγε πρὸς τὸν Πατέρα» (Ἐφεσ. β´, 18).

[38] Ἡ λέξις «λαμπαδουχούμενος» (ἐκ τοῦ «λαμπαδοῦχος») εἶνε σπανιωτάτη. Ἴσως δὲν ἀπαντᾷ εἰς οὐδένα ἐκ τῶν παλαιῶν (κλασικῶν) συγγραφέων. Ἀπαντᾷ εἰς αὐτοὺς τὸ ῥῆμα, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἐνεργητικήν του φωνὴν (λαμπαδουχῶ). Ἐπειδὴ δὲ τὸ «λαμπαδουχῶ» σημαίνει κρατῶ εἰς χεῖρας λαμπάδας, ἑπομένως φωτίζω, τὸ «λαμπαδουχοῦμαι» σημαίνει προφανῶς φωτίζομαι, δέχομαι ἐλλάμψεις. Ἄρα «λαμπαδουχούμενος τῷ πνεύματι» (ἡ λέξις «πνεύματι» τοῦ κειμένου πρέπει νὰ συνδεθῇ πρὸς τὸ ἑπόμενον «λαμπαδουχούμενος», καὶ ὄχι πρὸς τὸ προηγούμενον «σκιρτάτω»), σημαίνει: «δεχόμενος εἰς τὸ πνεῦμα του θείας ἐλλάμψεις». Ἂν δὲ ἡ λέξις «πνεύματι» θεωρηθῇ ὡς ἀναφερομένη εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα («…σκιρτάτω, τῷ Πνεύματι λαμπαδουχούμενος»), τότε θὰ ἔχωμεν τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: «Ὅλοι οἱ ἐκ τῆς γῆς πλασθέντες ἄνθρωποι ἂς σκιρτοῦν ἐξ ἀγαλλιάσεως, φωτιζόμενοι καὶ λαμπρυνόμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα…».

[39] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 30 σημείωσιν.

[40] Εἰς τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων (α´, 3) λέγεται διὰ τὸν Χριστὸν «Μύρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σου». Ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται «μύρον», τὸ ὁποῖον (ἐκ)κενοῦται (πρβλ. Φιλιπ. β´, 7)· δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ταπεινώνεται μὲ τὸ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος. Ἡ «κένωσις» αὐτὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου γίνεται ἐν τῇ σαρκώσει Του, ἀλλὰ παραμένει ὁ Ἴδιος Θεὸς ἀναλλοίωτος· διὰ τοῦτο καὶ λέγεται «μύρον ἀκένωτον».

[41] Ὁ ὑμνῳδὸς ἔχει εἰς τὴν σκέψιν του τὴν περιστερὰν τοῦ Νῶε, ἡ ὁποία ἀποστέλλεται ὑπ᾿ αὐτοῦ ἔξω τῆς Κιβωτοῦ καὶ ἐπιστρέφουσα φέρει «φύλλον ἐλαίας», εἰς ἀπόδειξιν ὅτι ὁ κατακλυσμὸς ἐκόπασε (Γεν. η´, 8-11). Ὁ «ἐλεήμων» Χριστός, τὸν Ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὸν κόσμον ἡ ἁγία «Περιστερά», ἡ Θεοτόκος, εἶνε ἡ «καλλιέλαιος» (Ρωμ. ια´, 24). Ὁ κλάδος ἐλαίας ποὺ ἔφερεν ἡ περιστερὰ τοῦ Νῶε, ἦτο σύμβολον εἰρήνης Θεοῦ καὶ κόσμου· ὁ «ἐλεήμων» Χριστός, τὸν Ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ Παναγία, εἶνε ἡ μοναδικὴ καὶ τελεία «εἰρήνη» ἡμῶν (Ἐφεσ. β´, 14 κ.ε.) καὶ ἡ «καταλλαγὴ» (συμφιλίωσις) ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸν (Ρωμ. ε´, 11).

[42] Πολλὰς φορὰς ὁ Θεὸς ἔστειλεν Ἀγγέλους νὰ διαβιβάσουν μηνύματά Του εἰς ἀνθρώπους, ὡς βλέπομεν εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν. Οὐδέποτε ὅμως τὰ μηνύματα αὐτὰ περιεῖχον τὴν λέξιν «χαῖρε!». Ἡ γῆ ἦτο πάντοτε κατηραμένη καὶ ἡ θλῖψις -ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας- ἐσφράγιζεν ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως εὑρισκόμεθα ἐμπρὸς εἰς τὴν χαραυγὴν τῆς λυτρώσεως. Τὸ «σκεῦος τῆς ἐκλογῆς» εὑρέθη. Εἶνε ἡ Παρθένος Μαρία. Ἦλθε λοιπὸν «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου». Ὁ Θεὸς ἔχει πλέον τόπον καθαρὸν διὰ νὰ κατοικήσῃ ἐν τῇ γῇ. Καί, «κλίνας οὐρανούς», κατέρχεται διὰ νὰ καταργήσῃ τὴν λύπην καὶ νὰ παύσῃ τὰ δάκρυα. Δι᾿ αὐτὸ ὁ Ἄγγελος εὐαγγελίζεται τὴν Παρθένον: «Χαῖρε!» Τὴν λύπην διαδέχεται πλέον ἡ χαρά, τὴν κατάραν ἡ εὐλογία, τοὺς στεναγμοὺς οἱ ἀλαλαγμοί. Ἡ Ἐκκλησία μας ἀπὸ τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεως τῆς Παρθένου ὑπὸ τῶν ἁγίων γονέων της ψάλλει: «Σήμερον τῆς παγκοσμίου χαρᾶς τὰ προοίμια…» (Στιχηρὸν ἰδιόμελον τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς 8ης Σεπτεμβρίου).

[43] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 4 σημείωσιν.

[44] «Βουλὴ ἀπόῤῥητος» τοῦ Θεοῦ ἦτο τὸ σχέδιον τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς ὑπ᾿ Αὐτοῦ σωτηρίας μας. Ἡ Παρθένος καθίσταται ἤδη «μύστις» αὐτῆς τῆς ἀποῤῥήτου βουλῆς», ἤτοι καθίσταται κοινωνὸς τῶν θείων βουλῶν, εἰσάγεται εἰς τὴν γνῶσιν τῶν σχεδίων τοῦ Θεοῦ.

[45] Ἡ φράσις αὕτη δύναται νὰ λάβῃ πολλὰς ἑρμηνείας. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὑπάρχουν καὶ χειρόγραφα μὲ τὴν γραφὴν «σιγῇ δεομένων πίστις», ἤτοι «πίστις αὐτῶν ποὺ προσεύχονται ἐν σιγῇ». Εἶνε προτιμωτέρα ἡ γραφὴ «σιγῆς δεομένων πίστις», διότι αὕτη ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν φράσιν τοῦ προηγουμένου στίχου «βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις». Ὅ, τι ἀνωτέρω ὁ ποιητὴς ὠνόμασεν «ἀπόῤῥητον βουλήν», κατωτέρω ὀνομάζει, ἐν πληθυντικῷ ἀριθμῷ, «σιγῆς δεόμενα», ἤτοι ἀνέκφραστα, ἀνερμήνευτα, μυστηριώδη πράγματα. Ἡ Παναγία λοιπὸν ἐπίστευσεν ἀπολύτως εἰς τὰ ἀπερινόητα μυστήρια, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν καὶ δι᾿ αὐτῆς ἐπετέλεσεν ὁ Θεός, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπέβη ἡ προσωποποίησις τῆς τελείας πίστεως εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα γίνονται δεκτὰ ὄχι μὲ συζητήσεις καὶ ἐρεύνας τῆς ταλαιπώρου ἀνθρωπίνης λογικῆς, ἀλλὰ μὲ ταπείνωσιν καὶ σιγήν. Τὴν ἀκράδαντον πίστιν τῆς Παναγίας εἰς ὅσα θαυμαστὰ καὶ παράδοξα τῆς εἶπεν ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἀγγέλου, ἐπῄνεσε καὶ ἡ «πλησθεῖσα Πνεύματος Ἁγίου» συγγενὴς τῆς Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία εἶπεν εἰς αὐτήν: «Μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτὴ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. α´, 45). Ἄλλη ἑρμηνεία θὰ ἦτο ἡ ἑξῆς: Ἡ Παναγία εἶνε δι᾿ ἡμᾶς ἡ διαπίστωσις, ἡ βεβαίωσις, ἡ ἀπόδειξις τῶν πραγμάτων ποὺ γίνονται δεκτὰ μὲ σιγήν, μὲ ταπείνωσιν, μὲ ὑποταγήν. Βλέποντες δηλαδὴ τὰ ὅσα θαυμαστὰ ἔγιναν εἰς αὐτήν, ἀποκτῶμεν βεβαιότητα περὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῶν ἄλλων θαυμαστῶν καὶ ὑπὲρ νοῦν καὶ ἔκφρασιν πραγμάτων τῆς Θρησκείας μας.

[46] Ἡ Θεοτόκος ἔχει βασικὴν καὶ θεμελιώδη θέσιν εἰς τὴν Χριστιανικὴν Πίστιν. Καὶ μόνη ἡ λέξις Θεοτόκος ἀποτελεῖ συγκεφαλαίωσιν τῶν δογμάτων τῆς Πίστεώς μας. Τοῦτο τὸ ὄνομα, λέγουν οἱ Πατέρες, «ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησιν· εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως», Γ´, 12). Δι᾿ αὐτὸ καὶ κατωτέρω (οἶκος 8ος) ὀνομάζεται ἡ Παρθένος «στεῤῥὸν τῆς Πίστεως ἔρεισμα», ἤτοι ἀσάλευτον βάθρον τῆς Πίστεως. Ἡ λέξις Θεοτόκος ἀποτελεῖ κυματοθραύστην τῶν αἱρέσεων.

[47] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 18 σημείωσιν.

[48] Ὁ Χριστὸς εἶνε τὸ «φῶς τοῦ κόσμου» καὶ ὅποιος Τὸν ἀκολουθεῖ «οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτία, ἀλλ᾿ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η´, 12).

[49] Ἡ φράσις «λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις» ἐνθυμίζει τὸν «Παράδεισον (κῆπον) τῆς τρυφῆς» (Γέν. β´, 15), μέσα εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐτοποθέτησε τοὺς πρωτοπλάστους. Ἐπειδὴ ἐχάσαμεν ἐκεῖνον τὸν «λειμῶνα τῆς τρυφῆς» λόγῳ τῆς παρακοῆς μας, ἡ Παναγία κάμνει τώρα νὰ βλαστάνῃ χάριν ἡμῶν νέος «λειμὼν τρυφῆς», ἀπείρως τερπνότερος τοῦ παλαιοῦ. Ποῖος ὁ νέος «λειμών»; Ὁ Χριστὸς, ἡ διδασκαλία Του, τὰ Μυστήριά Του· μὲ μίαν λέξιν: ἡ Ἐκκλησία Του.

[50] Τὸ θυμίαμα ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη σύμβολον τῆς προσευχῆς. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου» (Ψαλμ. ρμ´, 2) ἔλεγεν ὁ Δαυΐδ. Ὁ Ἰωάννης δὲ ὁμιλεῖ εἰς τὴν Ἀποκάλυψίν του περὶ τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων, οἱ ὁποῖοι «ἔπεσαν ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου, ἔχοντες ἕκαστος κιθάραν καὶ φιάλας χρυσὰς γεμούσας θυμιαμάτων, αἵ εἰσιν αἱ προσευχαὶ τῶν ἁγίων» (Ἀποκ. ε´, 8).

[51] Ἡ φράσις τοῦ ὑμνῳδοῦ «ἀμνὸς ἄμωμος» ὑπενθυμίζει, ὡς νομίζομεν, τὸν «ἄμωμον ἀμνὸν» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. (Ἐξ. κθ´, 38, Λευϊτ. α´, 10, γ´, 6 κ.ἀ.), δηλαδὴ τὸν χωρὶς σωματικὸν ἐλάττωμα ἀμνόν, ὁ ὁποῖος προσεφέρετο θυσία διὰ τὴν ἐξιλέωσιν τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ. Ὁ ὑμνῳδὸς θέλει ἄραγε νὰ εἴπῃ μόνον, ὅτι ὁ Κύριος ἐφανερώθη ὄχι ὡς μέγας καὶ ἰσχυρὸς Ἡγεμὼν (Ποιμὴν λαῶν), ἀλλ᾿ ἀδύνατος καὶ ταπεινὸς ὡς μικρὸν ἀρνίον; Φρονοῦμεν ὅτι ὁ ὑμνῳδὸς θέλει νὰ εἴπῃ καὶ αὐτὸ βεβαίως, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐπὶ πλέον: ὅτι ὁ Κύριος ἐφανερώθη ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεώς Του ὡς ἀρνίον προοριζόμενον διὰ θυσίαν. Ἡ λέξις «ἄμωμος» δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ἀναφορὰν εἰς τὴν θυσίαν, ἀφοῦ ῥητὴ ἦτο ἡ ἐντολὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως οἱ θυσιαζόμενοι ἀμνοὶ εἶνε «ἄμωμοι».

[52] Ὡραιοτάτη ἡ ἔκφρασις «Ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ». Πράγματι! Πολλοὶ ἄνθρωποι ἔλαμψαν κατὰ καιροὺς ὡς ἀστέρες. Βασιλεῖς, κυβερνῆται, στρατηλάται, ἐφευρέται, μεγιστᾶνες τοῦ πλούτου, φιλόσοφοι, λογοτέχναι, ἠθοποιοί, ἀκόμη καὶ …ποδοσφαιρισταί, ἐθεωρήθησαν ὡς ἀστέρες περίλαμπροι καὶ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ἐπεθύμησαν νὰ εἶχον τὴν δόξαν των. Ὅλων ὅμως αὐτῶν τῶν «ἀστέρων» ἡ λάμψις ἦτο φευγαλέα καὶ παροδική. Ἀπῆλθον ἐκ τοῦ ματαίου τούτου κόσμου καὶ τὸ «μνημόσυνον αὐτῶν ἀπώλετο μετ᾿ ἤχου». Οὔτε τὰ ὀνόματά των πολλὰς φορὰς δὲν διέσωσεν ἡ ἱστορία. Πόση διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Υἱοῦ τῆς Παρθένου! Αὐτὸς σελαγίζει συνεχῶς εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ καταυγάζει μὲ τὸ θεῖον φῶς Του ὅλους τοὺς κόσμους, ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους. Ὁ χρόνος ποὺ παρέρχεται δὲν μειώνει τὴν λάμψιν Του. Τρισεκατομμύρια ἡλίων ἀδυνατοῦν νὰ φωτίσουν ὅσον μία ἀκτίς Του. Κάποτε ὅλοι οἱ ἀστερισμοὶ καὶ ὅλα τὰ ἡλιακὰ συστήματα τοῦ Σύμπαντος, ὠχραὶ καὶ ἀσθενεῖς εἰκόνες τῆς ἰδικῆς Του λαμπρότητος, θὰ ἐκλείψουν. Ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου ὅμως, ὁ «ἄδυτος Ἀστήρ», θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἀκτινοβολῇ καὶ τότε τὸ γλυκὺ καὶ ἱλαρὸν φῶς Του καὶ θὰ φωτίζη τὴν Πόλιν τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων (Ἀποκ. κα´, 23 κβ´, 5).

[53] Ὁ ὑμνῳδὸς δὲν ἀρκεῖται νὰ εἴπῃ μόνον ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐξεθρόνισε τὸν ἀπάνθρωπον τύραννον, τὸν Διάβολον, ἀλλὰ τονίζει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι μᾶς ἔφερεν αὐθέντην φιλάνθρωπον. Ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου δὲν εἶνε σκληρὸς καὶ βάναυσος Δεσπότης, ὅπως οἱ παλαιοὶ «κύριοι» ποὺ ἐτέρποντο μὲ τὸ νὰ βασανίζουν τοὺς δούλους των, ἀλλ᾿ εἶνε Κύριος γλυκύτατος, εὔσπλαγχνος, πλήρης ἀγάπης καὶ ἐπιεικείας… Ἡ Θεοτόκος λοιπόν, γεννήσασα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, μᾶς ἀπήλλαξεν ἀπὸ τὴν καταδυναστείαν τοῦ στυγνοῦ καὶ ἀπανθρώπου τυράννου καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Ἐλέους καὶ τῆς Χάριτος, εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ «αἰώνιον ἀγάπησιν» ἀγαπήσαντος ἡμᾶς Υἱοῦ της.

[54] Διάφοροι λαοὶ τῆς ἀρχαιότητος ἦσαν «πυρολάτραι», ἐλάτρευον δηλαδὴ τὸ πῦρ ὡς Θεόν. Ἡ Παναγία, γεννήσασα τὸν Κύριον, ὄχι μόνον ἔπαυσε τὴν ἀνόητον λατρείαν τοῦ πυρός, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὰς φλόγας τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν μας, ὅπως λέγει ὁ κατωτέρω στίχος.

[55] Ἡ φράσις «ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμὸν» εἶνε δυνατὸν νὰ λάβῃ πολλὰς ἑρμηνείας: α´) Τὸ βιβλίον τῶν Ψαλμῶν λέγει: «Βασιλεῖς Θαρσεῖς καὶ νῆσοι δῶρα προσοίσουσι, βασιλεῖς Ἀαρὼν καὶ Σαβὰ δῶρα προσάξουσι» (Ψαλμ. οα´, 10). Ὁ ὑμνῳδὸς, λέγων «χρησμόν», ἀναφέρεται πιθανῶς εἰς τὸ ἀνωτέρω προφητικὸν χωρίον καὶ βλέπει ἐκπληρούμενον αὐτόν μὲ τὴν προσφορὰν τῶν δώρων ὑπὸ τῶν ἐκ Περσίας μάγων. Αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν προτιμῶμεν. β´) Ἡ βίβλος τῶν Ἀριθμῶν λέγει: «Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωὰβ καὶ προνομεύσει πάντας υἱοὺς Σήθ» (Ἀρ. κδ´, 17). Ὁ ὑμνῳδὸς βλέπει τὴν προφητείαν ἐκπληρουμένην ὑπὸ τῶν μάγων, οἱ ὁποῖοι ᾖλθον καὶ προσεκύνησαν τὸ «ἐξ Ἰακὼβ ἀνατεῖλαν ἄστρον», ὁδηγηθέντες ἀπὸ τὸν παράδοξον ἀστέρα ποὺ εἶδον εἰς τὸν οὐρανόν. γ´) «χρησμὸς» ἐννοεῖται ἡ παραγγελία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς μάγους, ὅπως φύγουν δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ χωρὶς νὰ περάσουν πάλιν ἀπὸ τὸν Ἡρῴδην (Ματθ. β´, 12). δ´) Τὸ «χρησμὸς» ἀναφέρεται εἰς τὸ «κηρύξαντές Σε τὸν Χριστὸν ἅπασι», δηλαδή: «ἐκτελοῦντες τὸν χρησμὸν Σου, Σὲ ἐκήρυξαν…». Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὡς «χρησμός», ὡς θεία παραγγελία, δύναται νὰ νοηθῇ ὄχι μόνον εἰδικὴ ἐντολὴ τοῦ Βρέφους Ἰησοῦ (ὁμιλήσαντος μυστικῶς εἰς τὰς καρδίας τῶν μάγων), ἀλλὰ καὶ μία προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ἰδοὺ ἔθνη, ἃ οὐκ οἴδασί σε, ἐπικαλέσονταί σε, καὶ λαοὶ, οἳ οὒκ ἐπίστανταί σε, ἐπὶ σὲ καταφεύξονται» (Ἡσ. νε´, 5). Οἱ μάγοι, ἐκπληροῦντες, τρόπον τινά, τὴν προφητείαν αὐτήν, ἐκήρυξαν τὸν Χριστὸν εἰς ὅλους τοὺς συμπατριώτας των, εἰς ὅλον τὸ ἔθνος τῶν Περσῶν, τὸ ὁποῖον ἠγνόει τὸν ἀληθινὸν Θεόν.

[56] Κατὰ τὴν Ἁγίαν Γραφὴν τὰ εἴδωλα εἶνε ἐφευρήματα τοῦ Διαβόλου. Αὐτὸς εἰσηγήθη τὰ εἴδωλα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, μὲ σκοπὸν νὰ τοὺς κρατῇ πάντοτε εἰς τὴν πλάνην. Ὑποκάτω τῶν εἰδώλων ἐκρύπτετο ὁ δόλιος Σατανᾶς. «Πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνιά εἰσι» (Ψαλ. 95, 5).

[57] Ὁ Φαραώ, καταδιώκων τοὺς Ἑβραίους, ἐπνίγη μέσα εἰς τὴν Ἐρυθρὰν Θάλασσαν (Ἐξ. ιδ´ 27-28). Ὁ νοητὸς Φαραώ, ὁ Διάβολος, ὁ καταδιώκων τοὺς ἀνθρώπους μὲ σκοπὸν νὰ τοὺς κάμῃ αἰωνίως δούλους του, κατεποντίσθη μέσα εἰς τὴν νοητὴν θάλασσαν: τὴν Παναγίαν! Διότι ὁ ἐξ αὐτῆς προελθὼν Κύριος «ἐτήρησε (δηλαδὴ συνέτριψε) τὴν κεφαλὴν» τοῦ Σατανᾶ (Γεν. γ´, 15) καὶ ἀπηλευθέρωσε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν καταδυναστείαν του.

[58] Ὅταν οἱ Ἰσραηλῖται ἔφυγον ἐκ τῆς Αἰγύπτου καὶ περιεπλανῶντο εἰς τὴν ἔρημον, δὲν εὕρισκον ὕδωρ διὰ νὰ πίουν. Τότε ὁ Θεὸς ἀνέβλυσε θαυματουργικῶς ἄφθονον ὕδωρ ἀπὸ μίαν ξηρὰν «πέτραν», ἀπὸ ἕναν βράχον (Ἐξ. ιζ´, 6· Ἀρ. κ´, 11). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι ἡ «πέτρα» αὐτὴ ἦτο ὁ Χριστὸς (Α´ Κορ. Ι´, 4). Ὁ ὑμνῳδὸς τὸ ἐπεκτείνει αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Παναγίαν, διότι αὕτη, ὡς ἡ παλαιὰ ἐκείνη «πέτρα», ἀνέβλυσεν ἐκ τῶν σπλάγχνων της «τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς», ἐγέννησε δηλαδὴ τὸν Χριστόν.

[59] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 30 σημείωσιν.

[60] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 30 σημείωσιν.

[61] Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 16 σημείωσιν.

[62] «Τρυφὴ ἁγία» εἶνε προφανῶς ἡ θεία Εὐχαριστία, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἡ Παναγία, μὲ τὸ νὰ δώσῃ εἰς τὸν Κύριον Σῶμα καὶ Αἷμα, ὑπῆρξε «διάκονος» τῆς ἁγίας αὐτῆς τρυφῆς, ὑπηρέτησε καὶ αὐτὴ καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν παράθεσιν τοῦ θείου αὐτοῦ συμποσίου. Εἶνε ὅμως δυνατὸν νὰ δοθῇ καὶ ἄλλῃ ἑρμηνεία: Ὅτι «τρυφὴ ἁγία» εἶνε ἡ μέλλουσα ἀπόλαυσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία, γεννήσασα τὸν Λυτρωτήν, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀπολαύσουν οἱ πιστοὶ τὸν Παράδεισον.

[63] Ὁ Θεὸς εἶχεν ὑποσχεθῇ εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας, ὅτι θὰ ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὔφορον γῆν τῆς Χαναὰν (Γέν. ιβ´, 1 Ἐξ. γ´, 8 κ.α.). Ἡ γῆ αὕτη ὠνομάζετο διὰ τοῦτο «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας», δηλαδὴ γῆ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ εὐφορία αὐτῆς τῆς γῆς ἦτο μεγάλη, ἐλέγετο δι᾿ αὐτὴν ὅτι εἶνε «γῆ ῥέουσα μέλι καὶ γάλα». Ὁ ὑμνῳδὸς ὀνομάζει τὴν Παρθένον «Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας», διότι καὶ αὐτὴν τὴν εἶχεν ὑποσχεθῇ ὁ Θεὸς εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος. Τὴν εἶχεν ὑποσχεθῇ ὄχι μόνον διὰ τοῦ Ἡσαΐου (« Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ», Ἡσ. ζ´, 14), ἀλλὰ καὶ πολὺ παλαιότερον: ὅταν, τιμωρῶν τοὺς πρωτοπλάστους διὰ τὴν παρακοὴν των, εἶπεν ὅτι κάποτε «τὸ σπέρμα τῆς γυναικός», δηλαδὴ τὸ τέκνον μιᾶς παρθένου, θὰ «τηρήσῃ (συντρίψῃ) τὴν κεφαλὴν» τοῦ ὄφεως, τοῦ Διαβόλου (Γέν. γ´, 15). Ἡ Παναγία λοιπὸν ἦτο Κόρη Ἐπαγγελίας! Ἀλλ᾿ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ λόγου, ἡ Παναγία ὀνομάζεται «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας», δηλαδὴ γῆ εὔφορος καὶ πλουσιωτάτη, διότι μᾶς ἔδωσε τὸν μέγαν καὶ ἀνεξάντλητον πλοῦτον, τὸν Χριστόν! Πνευματικὴ «Γῆ Ἐπαγγελίας» λοιπὸν ἡ Θεοτόκος! Ἀπὸ τὴν πνευματικὴν δὲ αὐτὴν «Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας» ἔῤῥευσε τὸ οὐράνιον «μέλι καὶ γάλα», ἤτοι προῆλθε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα οἱ πιστοὶ γεύονται ἐν τῷ Μυστηρίῳ τῆς θ. Εὐχαριστίας.

[64] Ἡ ἔννοια τοῦ στίχου εἶνε ἡ ἑξῆς: Ἡ ζωὴ τῆς Παναγίας ἦτο τόσον ἁγία, τόσον τελεία, τόσον πνευματική, ὥστε ἀποτελεῖ μίαν εἰκόνα τοῦ πῶς θὰ ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μετὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν, ὁπότε θὰ εἶνε ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς ἀδυναμίας των. Θὰ ζοῦν τότε «ὡς Ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ» (Ματθ. κβ´, 30). Ἡ Παναγία λοιπὸν μὲ τὴν ἁγίαν καὶ τελείαν ζωήν της μᾶς δίδει μίαν εἰκόνα τοῦ βίου τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ θὰ ἀναστηθοῦν.

[65] Εἶνε δυνατὸν νὰ δοθοῦν καὶ αἱ ἑξῆς ἑρμηνεῖαι ἀκόμη: α´) «Χαῖρε, σὺ ἡ πρὸς τὴν ὁποίαν ἀγάπη μας εἶνε τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ ὑπερτερῇ οἰουδήποτε ἄλλου συναισθήματός μας». β´) «Χαῖρε, σύ, ποὺ ἡ στοργή σου πρὸς ἡμᾶς ὑπερβαίνει πᾶσαν ἄλλην στοργήν, πᾶσαν ἄλλην ἀγάπην». γ´) «Χαῖρε, σύ, ποὺ ἡ στοργή σου κατανικᾷ τοὺς ἁμαρτωλοὺς πόθους μας (καὶ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ αὐτούς)». δ´) «Χαῖρε, σύ, ποὺ ἡ στοργή σου ἱκανοποιεῖ καθ᾿ ὑπερβολὴν ὅλους τοὺς ἱεροὺς πόθους μας».

[66] Ἀναφορὰ εἰς τοὺς Ψαλμοὺς (οθ´, 2), ὅπου λέγεται: « Ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, ἐμφάνηθι». Τὰ Χερουβεὶμ εἶνε ἓν ἐκ τῶν Ἀγγελικῶν Ταγμάτων. Τὸ σύνολον τῶν Ταγμάτων εἶνε ἐννέα, τὰ ἑξῆς: Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι, Ἀρχαί, Ἐξουσίαι, Δυνάμεις, Κυριότητες, Θρόνοι, Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ.

[67] Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. β´, 14) λέγει ὅτι ὁ Κύριός «ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸν μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας…». Ἥνωσε δηλαδὴ ἐκεῖνα, ποὺ πρὶν ἦσαν χωρισμένα μεταξὺ των: τοὺς Ἰσραηλίτας μὲ τοὺς ἐθνικοὺς λαοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους γενικῶς μὲ τὸν Θεόν. Ὁ ὑμνῳδός, βλέπων τὴν Παναγίαν ὡς Μητέρα τοῦ Εἰρηνοποιοῦ, τὸ ἐπεκτείνει αὐτὸ καὶ εἰς αὐτήν. Εἶνε ὅμως ἐνδεχόμενον μὲ τὴν φράσιν «ταναντία εἰς ταυτὸ ἀγαγοῦσα» νὰ ἐννοῇ ὁ ὑμνῳδὸς τὴν ἐν Χριστῷ ἕνωσιν τῶν δύο φύσεων, θείας καὶ ἀνθρωπίνης, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς Παρθένου.

[68] Εἶνε χαρακτηριστικὸν τὸ ῥῆμα «ἐλύθη» («ἐλύθη παράβασις»), ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνῳδὸς διὰ νὰ σημάνῃ τὴν συγχώρησιν τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ, ἡ ὁποία εἶχε κλείσει τὸν Παράδεισον. Πράγματι! Ἡ ἁμαρτία εἶνε δεσμός, ὁ ἀπαισιώτερος δεσμός· εἶνε κλοιός, ὁ ἀσφυκτικώτερος κλοιός· εἶνε ἅλυσις, ἡ φρικτοτέρα ἅλυσις. «Παρανομίαι ἄνδρα ἀγρεύουσι, σειραῖς δὲ (δηλαδή: ἁλύσεσι) τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν ἕκαστος σφίγγεται» (Παροιμ. ε´, 22). Ὁ ἀκολουθῶν τὴν ἁμαρτίαν, «ὥσπερ βοῦς ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται καὶ ὥσπερ κύων ἐπὶ δεσμοὺς» (Παροιμ. ζ´, 22). Ὁ ζυγὸς τῆς ἁμαρτίας εἶνε «ζυγὸς σιδηροῦς καὶ οἱ δεσμοὶ αὐτῆς δεσμοὶ χάλκεοι» (πρβλ. Σοφ. Σειρ. κη´, 20). Ἀλλ᾿ εὐλογητὸς ὁ Θεός! Ὁ ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου σαρκωθεὶς Υἱὸς Του συνεχώρησε τὰς ἁμαρτίας μας διὰ τοῦ Αἵματός Του, συνέτριψε τὰς σιδηρᾶς ἁλύσεις μας, διέσπασε τοὺς χαλκίνους κλοιοὺς μας. «Ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ σκότους καὶ σκιᾶς θανάτου καὶ τοὺς δεσμοὺς ἡμῶν διέῤῥηξε… Συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασε…»(Ψαλμ. ρς´, 14, 16).

[69] Ἡ φράσις «σοφία τοῦ Θεοῦ» εἶνε δυνατὸν νὰ ἐννοῇ ὄχι τὴν γνωστὴν ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν «ἐνυπόστατον» Σοφίαν τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τὸν Υἱόν Του, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Ὁποῖον ἡ Γραφὴ ὀνομάζει «Σοφίαν Θεοῦ» (Α´ Κορ. α´, 24, 30). Ἡ Παναγία, δεχθεῖσα ἐντὸς της τὸν αἰώνιον Λόγον, ἀπέβη «Σοφίας Θεοῦ δοχεῖον». Ὁ ἑπόμενος ὅμως στίχος («χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον») συνηγορεῖ μᾶλλον ὑπὲρ τῆς πρώτης ἐκδοχῆς, ὅτι δηλαδὴ μὲ τὴν λέξιν «σοφία» ἐννοεῖται ἡ ἰδιότης τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος Του.

[70] «Τεχνολόγοι» εἶνε οἱ συστηματικῶς καὶ μετ᾿ ἐπιστήμης πραγματευόμενοι θέμα τι καὶ εἰδικώτερον οἱ γραμματικοί.

[71] Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ δεύτερος Ἀδάμ (Α´ Κορ. ιε´, 45-46). Ἀπ᾿ Αὐτὸν ἀρχίζει ἡ «καινὴ κτίσις» (Β´ Κορ. ε´, 17, Γαλ. ς´, 15), ἡ «νέα δημιουργία», ἡ ἀνάπλασις καὶ ἡ ἀνακαίνισις τῶν ἀνθρώπων. Ἐπειδὴ δὲ Αὐτὸς προῆλθεν ἀπὸ τὴν Παρθένον, ὁ ὑμνῳδὸς βλέπει αὐτὴν ὡς τὴν πρώτην ἀρχὴν τῆς νέας δημιουργίας, ὡς τὸ πρῶτον πλᾶσμα ποὺ εἰσέρχεται εἰς τὴν «καινὴν κτίσιν».

[72] «Παστὰς» εἶνε ὁ νυμφικὸς θάλαμος. «Ἄσπορος νύμφευσις» εἶνε ἡ ἄνευ ἀνδρικοῦ σπέρματος ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ, ἤτοι ἡ ἕνωσις («νύμφευσις») τῆς ἀκτίστου Θεότητος μὲ τὴν κτιστὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ὡς θάλαμος δὲ αὐτῆς τῆς ἑνώσεως ἐχρησίμευσεν ἡ κοιλία τῆς Θεομήτορος. Ἡ Παρθένος λοιπὸν εἶνε «παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως», ἤτοι «ὁ βασιλικὸς θάλαμος ἐν ᾧ τὸ παράδοξον τῆς ἀποῤῥήτου ἑνώσεως τῶν συνελθουσῶν ἐπὶ Χριστοῦ φύσεων ἐτελεσιουργήθη μυστήριον». (Δοξαστικὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς 8ης Σεπτεμβρίου.)

[73] Ἡ φράσις θὰ ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ καὶ ὡς ἑξῆς: «Χαῖρε, σύ, ποὺ ἐνῶ εἶσαι μία τῶν παρθένων, ἐν τούτοις τρέφεις παιδίον», ἤτοι εἶσαι ἡ μοναδικὴ Μήτηρ Παρθένος. Ὁ ἑπόμενος ὅμως στίχος (χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων»), ἀπαιτεῖ μᾶλλον τὴν ἔννοιαν ποὺ ἐδώσαμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου. («Κουροτρόφε παρθένων», «Νυμφοστόλε ψυχῶν»). Ἡ λέξις «κουροτρόφος», ἄλλωστε, (τρέφω κοῦρον, ἤτοι παιδίον) δὲν σημαίνει μόνον τὴν «παιδοτρόφον», ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς τὴν τροφόν. Ἡ Θεοτόκος λοιπὸν εἶνε τροφὸς τῶν παρθενικῶν ὑπάρξεων καὶ νυμφοστόλος τῶν ἁγίων ψυχῶν.

[74] Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ (μζ´, 1 κ.ἑ.) εἶδεν ἐν ὁράματι ὅτι εὑρέθη εἰς τὸν Ἰουδαϊκὸν Ναὸν καὶ παρετήρησεν ὅτι ἀπὸ τὸ κατώφλιον τοῦ προνάου ἐξήρχετο ὕδωρ καὶ ἐσχημάτιζε κατ᾿ ἀρχὰς ῥυάκιον. Ὀλίγον κατωτέρω τὸ ὕδωρ εἶχεν αὐξηθῇ, χωρὶς νὰ χύνωνται εἰς τὸ ῥυάκιον αὐτὸ ἄλλα ὕδατα. Ἡ αὔξησις τοῦ ὕδατος ἦτο συνεχής, καὶ τελικῶς τὸ ῥυάκιον εἶχε μεταβληθῇ εἰς μέγαν ποταμόν, εἰς ὁρμητικὸν χείμαῤῥον, αἱ ὄχθαι τοῦ ὁποίου ἐγέμισαν ἀπὸ πολλὰ δένδρα. Ὁ ποταμὸς αὐτὸς ἦτο τύπος τοῦ Κυρίου καὶ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ὁ Κύριος προῆλθεν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, ὅπως τὸ ὕδωρ ἐπήγαζεν ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκὸν Ναόν, καὶ ἐνῶ κατ᾿ ἀρχὰς ἡ διδασκαλία Του προσείλκυσεν ὀλίγους, βραδύτερον προσείλκυσε περισσοτέρους, καὶ τέλος, ὡς μέγας καὶ ὁρμητικὸς ποταμὸς, πλουσίως καὶ ἀφθόνως ῥέων, ἐπεξετάθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ὁ ὑμνῳδὸς λοιπὸν ἔχων προφανῶς ὑπ᾿ ὄψει τὸν συμβολισμὸν αὐτὸν τοῦ Ἰεζεκιὴλ, ἀνυμνεῖ τὴν Παρθένον ὡς ἀναβλύσασαν «τὸν πολύῤῥυτον ποταμόν».

[75] Εἶνε ἐνδεχόμενον μὲ τὴν λέξιν «κολυμβήθρα» νὰ μὴ ἐννοῇ ὁ ὑμνῳδὸς τὸ χριστιανικὸν βαπτιστήριον, ἀλλὰ τὴν «κολυμβήθραν Βηθεσδὰ» (Ἰωάν. ε´, 2), ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐθεραπεύοντο θαυματουργικῶς οἱ ἄῤῥωστοι Ἰουδαῖοι. Ὅπως λοιπὸν ἡ «κολυμβήθρα» ἐκείνη ἐθεράπευε τὰς νόσους, οὕτω καὶ ἡ Θεοτόκος θεραπεύει τὰς νόσους καὶ μάλιστα ὄχι μόνον τὰς σωματικάς, ἀλλὰ καὶ τὰς ψυχικάς, ὡς Μήτηρ τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος.

[76] Ἡ φράσις εἶνε πυκνὴ καὶ ὡς τοιαύτη δυσνόητος. Ἴσως ἡ λέξις «ζωὴ» νὰ τίθεται ἀντὶ τῆς μετοχῆς «ζῶσα», ὁπότε ἡ φράσις θὰ εἶνε: «χαῖρε, ζῶσα μυστικὴ εὐωχία», ἤτοι ἡ Παναγία εἶνε «πραγματικὸν («ζωντανὸν») πνευματικὸν συμπόσιον», ὑπερτάτη γλυκύτης καὶ εὐφροσύνη. Ἴσως ἀκόμη ὁ ὑμνῳδός, λέγων «μυστικὴν εὐωχίαν», νὰ ἐννοῇ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα ἔδωσεν εἰς Αὐτὸν ἡ Θεοτόκος. Ἴσως τέλος ἡ ἔννοια νὰ εἶνε αὐτὴ ποὺ δίδομεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου: Ἡ Παναγία εἶνε ὕπαρξις γεμάτη ἀπὸ ζωήν, διότι τροφοδοτεῖται ἀπὸ «μυστικὸν συμπόσιον», ἀπὸ τὴν ἄφθονον καὶ πλουσίαν χάριν τοῦ Θεοῦ, ὅσον οὐδὲν ἄλλο δημιούργημα.

[77] Ἡ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου, δηλαδὴ ὁ τόπος ὅπου ἐλατρεῦετο ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτας πρὶν κτισθῇ ὁ Ναός, εἶχε κατασκευασθῇ κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ (Ἐξ. κεφ. κε´, κζ´), διὰ νὰ γίνῃ τόπος ἐμφανίσεως τῆς δόξης του Θεοῦ, τόπος παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ Του. Αὕτη διεκρίνετο εἰς δύο μέρη: Εἰς τὸ πρῶτον ποὺ ἐλέγετο «Ἅγια», καὶ εἰς τὸ δεύτερον, τὸ πλέον ἱερόν, ποὺ ἐλέγετο «Ἅγια Ἁγίων». Ἐντὸς τοῦ πρώτου ὑπῆρχεν ἡ «λυχνία» (βλ.τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 15 σημείωσιν) καὶ ἡ τράπεζα μὲ τοὺς ἄρτους (βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 8 σημείωσιν). Ἐντὸς τοῦ δευτέρου μέρους, τὸ ὁποῖον ἐχωρίζετο διὰ παραπετάσματος ἀπὸ τὸ πρῶτον, ὑπῆρχε χρυσοῦν θυμιατήριον, καθὼς καὶ ἓν κιβώτιον ξύλινον μὲ ὁλόχρυσον ἐπένδυσιν, ἡ «Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης», ποὺ περιεῖχε τὰς πλάκας τοῦ Νόμου τὰς ὁποίας ὁ Θεὸς ἔδωσεν εἰς τὸν Μωϋσῆν, περιεῖχε δ᾿ ἐπίσης τὴν χρυσῆν στάμνον μὲ τὸ «μάννα» (βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 16 σημείωσιν) καὶ τὴν ῥάβδον τοῦ Ἀαρὼν (βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 32 σημείωσιν). Ὑπεράνω τῆς Κιβωτοῦ αὐτῆς ὑπῆρχον, κατασκευασμένα ἐκ χρυσοῦ, δύο Χερουβείμ, τὰ ὁποῖα ἔῤῥιπτον τὴν σκιὰν τῶν πτερύγων των ἐπάνω εἰς τὸ σκέπασμα τῆς Κιβωτοῦ, τὸ λεγόμενον «ἱλαστήριον» (βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 10 σημείωσιν). Εἰς τὸ πρῶτον μέρος εἰσήρχοντο τακτικῶς οἱ Ἱερεῖς καὶ ἐτέλουν τὰ τῆς λατρείας, ἐνῶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος, τὸ ἱερώτατον καὶ ἁγιώτατον, εἰσήρχετο μόνον ὁ Ἀρχιερεύς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς μίαν φορὰν τὸ ἔτος, καὶ ἐτέλει θυσίαν ζῴων ὑπὲρ τῶν ἁμαρτημάτων, τόσον τῶν ἰδικῶν του ὅσον καὶ τῶν τοῦ λαοῦ (Ἑβρ. κεφ. θ´). Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἦσαν «προτύπωσις» καὶ «σκιὰ» τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πραγματικότητος. Ἡ Σκηνὴ ἦτο τύπος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς τῆς Παναγίας. Ἡ Παναγία ἔγινε πραγματικὴ κατοικία τοῦ Θεοῦ. Δι᾿ αὐτῆς ἐφανερώθη εἰς τὸν κόσμον ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μὲ σάρκα, καὶ ὄχι μόνον ἡ δόξα Του, ὅπως ἐγίνετο εἰς τὴν Σκηνὴν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Δι᾿ αὐτὸ ἡ Θεοτόκος εἶνε ἀνωτέρα καὶ ἀπὸ τὸ πλέον ἅγιον μέρος τῆς Παλαιᾶς Σκηνῆς, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων». Εἰς τὸν στίχον λέγεται «χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων», καὶ ὄχι «χαῖρε, Ἁγία ἁγίων ἁγίων μείζων», ἀλλὰ τοῦτο γίνεται διὰ λόγους εὐφωνίας. Ἡ σύγκρισις εἶνε προφανὲς ὅτι γίνεται ὄχι μὲ τὰ «Ἅγια», ἀλλὰ μὲ τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων». Πάντως δὲν δύναται νὰ ἀποκλεισθῇ καὶ ἐτέρα ἑρμηνεία: Τὸ «ἁγίων» εἶνε ἀρσενικοῦ καὶ ὄχι οὐδετέρου γένους, ἤτοι ἡ Παναγία εἶνε ὑπερτέρα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους. Εἶνε δὲ τοιαύτη, ἀκριβῶς διότι, ὡς λέγει ὁ προηγούμενος στίχος, ἐχρημάτισε «Σκηνὴ (κατοικία) τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου».

[78] Ὅπως εἴπομεν εἰς τὴν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 77 σημείωσιν, ἡ Κιβωτὸς ποὺ περιεῖχε τὰς πλάκας τῆς Διαθήκης ἦτο ὁλόχρυσος, δηλαδὴ ἦτο χρυσωμένη ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς. Ἡ Παναγία ὅμως εἶνε πολὺ ἀνωτέρα τῆς Παλαιᾶς ἐκείνης Κιβωτοῦ, διότι αὕτη «ἐχρυσώθη» ὄχι μὲ ὑλικὸν χρυσόν, ἀλλὰ μὲ οὐρανίους χάριτας, τὴν «ἐχρύσωσε» δὲ ὄχι ἀνθρωπίνη χεὶρ, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.

[79] Πολλαὶ ἀπὸ τὰς ἱερὰς Ἀκολουθίας τῆς Ἐκκλησίας μας διεμορφώθησαν ἀρχικῶς εἰς τὰς ἱερὰς Μονάς. Εἶνε δὲ γνωστὸν ὅτι οἱ Μοναχοί, ἄνθρωποι συνεχοῦς προσευχῆς, ἐξυπνοῦν κατὰ τὰς νυκτερινὰς ὥρας (συνήθως τὴν 2 ἢ 3 πρωϊνὴν ὥραν) καὶ μεταβαίνουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Μονῆς διὰ νὰ προσευχηθοῦν. Δι᾿ αὐτὸ ἡ Εὐχὴ « Καὶ δὸς ἡμῖν, Δέσποτα…» τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου ζητεῖ ἀπὸ τὸν Κύριον: «διανάστησον δὲ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς», δηλαδή: «σήκωσέ μας πάλιν ἀπὸ τὸν ὕπνον, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς (νυκτερινῆς) προσευχῆς», ἢ «δῶσε εἰς ἡμᾶς πνευματικὴν ἀνάτασιν καὶ ἐγρήγορσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς (νυκτερινῆς) προσευχῆς».

[80] Ἡ εὐχὴ «ὑπὲρ τῶν ἐν θαλάσσῃ καλῶς πλεόντων» ἔχει, νομίζομεν, τὴν ἔννοιαν: «Ὑπὲρ ἐκείνων, ποὺ πλέουν εἰς τὴν θάλασσαν μὲ καλοὺς σκοπούς», δὲν εἶνε δηλαδὴ πειραταί, δεδομένου ὅτι κατὰ τὰς παλαιοτέρας ἐποχὰς ἡ πειρατεία ὠργίαζεν. Ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας ἔχῃ καλλιτέραν ἑρμηνείαν, ἂς μᾶς τὴν γράψῃ καὶ θὰ τὴν δεχθῶμεν εὐγνωμόνως. (Αὐτὸ ἰσχύει καὶ δι᾿ ὅλας τὰς ἄλλας ἑρμηνείας ποὺ ἐδώσαμεν εἰς τὸ κείμενον).


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΘΡΗΝΟΥ ἤτοι Ο ΟΡΘΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Τῼ ΑΓΙῼ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛῼ ΣΑΒΒΑΤῼ

καθ᾿ ᾧ ἑορτάζομεν τὴν θεόσωμον ταφὴν
καὶ τὴν εἰς ᾅδου κάθοδον τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ο ΟΡΘΡΟΣ

(Τελεῖται συνήθως τῇ Μ. Παρασκευῇ ἑσπέρας· ἐνιαχοῦ ὅμως τελεῖται κατὰ τὴν ἀρχαίαν συνήθειαν τὰς πρώτας πρωϊνὰς ὥρας τοῦ Μ. Σαββάτου).

Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως λέγει ὁ ἀναγνώστης τὸ Τρισάγιον καὶ τὰ τροπάρια Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου… Ὁ ἱερεὺς τὴν δέησιν καὶ ὁ ἀναγνώστης τὸν Ἑξάψαλμον· εἶτα ὁ διάκονος τὰ εἰρηνικὰ καὶ ὁ ἱερεὺς τὴν ἐκφώνησιν· Ὅτι πρέποι σοι πᾶσα δόξα…

Ἀκολούθως ψάλλομεν τὸ Θεὸς Κύριος μετὰ τῶν στίχων αὐτοῦ.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχ. α´. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχ. β´. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχ. γ´. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καί ἐστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ἦχος β´.

Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ, εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο.

Δόξα.

Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν ᾍδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Καὶ νῦν.

Ταῖς μυροφόροις γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα· Τὰ μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστὸς δὲ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος.

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις· Ὅτι σὸν τὸ κράτος…

Εἶτα ψάλλομεν τὰ παρόντα καθίσματα.

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Σινδόνι καθαρᾷ καὶ ἀρώμασι θείοις, τὸ Σῶμα τὸ σεπτόν, ἐξαιτήσας Πιλάτῳ, μυρίζει καὶ τίθησιν, Ἰωσὴφ καινῷ μνήματι· ὅθεν ὄρθριαι, αἱ μυροφόροι γυναῖκες, ἀνεβόησαν· Δεῖξον ἡμῖν ὡς προεῖπας, Χριστὲ τὴν Ἀνάστασιν.

Δόξα.

Δεῖξον ἡμῖν ὡς προεῖπας, Χριστέ, τὴν Ἀνάστασιν.

Καὶ νῦν. Ἕτερον. Ὅμοιον.

Ἐξέστησαν χοροί, τῶν Ἀγγέλων ὁρῶντες, τὸν ἐν τοῖς τοῦ Πατρός, καθεζόμενον κόλποις, πῶς τάφῳ κατατίθεται, ὡς νεκρὸς ὁ ἀθάνατος· ὃν τὰ τάγματα, τὰ τῶν Ἀγγέλων κυκλοῦσι· καὶ δοξάζουσι, σὺν τοῖς νεκροῖς ἐν τῷ ᾍδῃ, ὡς Κτίστην καὶ Κύριον.

Ὁ ἀναγνώστης τὸν Ν´ Ψαλμόν.

ΚΑΝΩΝ

Καὶ ψάλλομεν τὸν παρόντα κανόνα,
οὗ ἡ ἀκροστιχὶς ἐκτὸς τῶν Εἱρμῶν τῶν τεσσάρων πρώτων ᾠδῶν·
Καὶ σήμερον δὲ Σάββατον μέλπω μέγα.

Ποίημα Κασσιανῆς μοναχῆς, Μάρκου ἐπισκόπου Ἱδροῦντος, καὶ Κοσμᾶ μοναχοῦ.

ᾨδὴ α´. Ἦχος πλ. β´. Ὁ Εἱρμός.

Κύματι θαλάσσης, τὸν κρύψαντα πάλαι, διώκτην τύραννον, ὑπὸ γῆς ἔκρυψαν, τῶν σεσωσμένων οἱ Παῖδες· ἀλλ᾿ ἡμεῖς ὡς αἱ Νεάνιδες, τῷ Κυρίῳ ᾄσωμεν. Ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Κύριε Θεέ μου, ἐξόδιον ὕμνον, καὶ ἐπιτάφιον, ᾠδήν σοι ᾄσομαι, τῷ τῇ ταφῇ σου ζωῆς μοι, τὰς εἰσόδους διανοίξαντι, καὶ θανάτῳ θάνατον, καὶ ᾍδην θανατώσαντι.

Δόξα.

Ἄνω σε ἐν θρόνῳ, καὶ κάτω ἐν τάφῳ, τὰ ὑπερκόσμια, καὶ ὑποχθόνια, κατανοοῦντα Σωτήρ μου, ἐδονεῖτο τῇ νεκρώσει σου· ὑπὲρ νοῦν ὡράθης γάρ, νεκρὸς ζωαρχικώτατος.

Καὶ νῦν.

Ἵνα σου τῆς δόξης, τὰ πάντα πληρώσῃς, καταπεφοίτηκας, ἐν κατωτάτοις τῆς γῆς· ἀπὸ γὰρ σοῦ οὐκ ἐκρύβη, ἡ ὑπόστασίς μου ἡ ἐν Ἀδάμ, καὶ ταφεὶς φθαρέντα με, καινοποιεῖς Φιλάνθρωπε.

Καταβασία. Κύματι θαλάσσης…

ᾨδὴ γ´. Ὁ Εἱρμός.

Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων, κρεμάσαντα πᾶσαν τὴν γῆν ἀσχέτως, ἡ κτίσις κατιδοῦσα, ἐν τῷ Κρανίῳ κρεμάμενον, θάμβει πολλῷ συνείχετο· Οὐκ ἔστιν ἅγιος, πλήν σου Κύριε, κραυγάζουσα.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Σύμβολα τῆς ταφῆς σου, παρέδειξας τὰς ὁράσεις πληθύνας· νῦν δὲ τὰ κρύφιά σου, θεανδρικῶς διετράνωσας, καὶ τοῖς ἐν ᾍδῃ Δέσποτα. Οὐκ ἔστιν ἅγιος, πλήν σου Κύριε, κραυγάζουσιν.

Δόξα.

Ἥπλωσας τὰς παλάμας, καὶ ἥνωσας τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα, καταστολῇ δὲ Σῶτερ, τῇ ἐν σινδόνι καὶ μνήματι, πεπεδημένους ἔλυσας· Οὐκ ἔστιν ἅγιος, πλήν σου Κύριε, κραυγάζοντας.

Καὶ νῦν.

Μνήματι καὶ σφραγῖσιν, Ἀχώρητε συνεσχέθης βουλήσει· καὶ γὰρ τὴν δύναμίν σου, ταῖς ἐνεργείαις ἐγνώρισας, θεουργικῶς τοῖς μέλπουσιν· Οὐκ ἔστιν ἅγιος, πλήν σου Κύριε φιλάνθρωπε.

Καταβασία. Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων…

Μικρὰ συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν…

Κάθισμα. Ἦχος α´. Αὐτόμελον.

Τὸν τάφον σου Σωτήρ, στρατιῶται τηροῦντες, νεκροὶ τῇ ἀστραπῇ, τοῦ ὀφθέντος Ἀγγέλου, ἐγένοντο κηρύττοντος, Γυναιξὶ τὴν Ἀνάστασιν. Σὲ δοξάζομεν, τὸν τῆς φθορᾶς καθαιρέτην· σοὶ προσπίπτομεν, τῷ ἀναστάντι ἐκ τάφου, καὶ μόνῳ Θεῷ ἡμῶν.

Δόξα. Καὶ νῦν. Πάλιν τὸ αὐτό.

ᾨδὴ δ´. Ὁ Εἱρμός.

Τὴν ἐν Σταυρῷ σου θείαν κένωσιν, προορῶν Ἀββακοὺμ ἐξεστηκὼς ἐβόα· Σὺ δυναστῶν διέκοψας κράτος Ἀγαθέ, ὁμιλῶν τοῖς ἐν ᾍδῃ, ὡς παντοδύναμος.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ἑβδόμην σήμερον ἡγίασας, ἣν εὐλόγησας πρίν, καταπαύσει τῶν ἔργων· παράγεις γὰρ τὰ σύμπαντα, καὶ καινοποιεῖς, σαββατίζων Σωτήρ μου, καὶ ἀνακτώμενος.

Δόξα.

Ῥωμαλαιότητι τοῦ κρείττονος, ἐκνικήσαντός σου, τῆς σαρκὸς ἡ ψυχή σου, διῄρηται σπαράττουσα, ἄμφω γὰρ δεσμούς, τοῦ θανάτου καὶ ᾍδου, Λόγε τῷ κράτει σου.

Καὶ νῦν.

Ὁ ᾍδης Λόγε συναντήσας σοι, ἐπικράνθη, βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς μώλωψι, καὶ πανσθενουργόν, τῷ φρικτῷ τῆς μορφῆς δέ, διαπεφώνηκεν.

Καταβασία. Τὴν ἐν Σταυρῷ σου…

ᾨδὴ ε´. Ὁ Εἱρμός.

Θεοφανείας σου Χριστέ, τῆς πρὸς ἡμᾶς συμπαθῶς γενομένης, Ἡσαΐας φῶς ἰδὼν ἀνέσπερον, ἐκ νυκτὸς ὀρθρίσας ἐκραύγαζεν· Ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καί ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ πάντες οἱ ἐν τῇ γῇ ἀγαλλιάσονται.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Νεοποιεῖς τοὺς γηγενεῖς, ὁ πλαστουργὸς χοϊκὸς χρηματίσας, καὶ σινδὼν καὶ τάφος ὑπεμφαίνουσι, τὸ συνόν σοι Λόγε μυστήριον· ὁ εὐσχήμων γὰρ βουλευτής, τὴν τοῦ σὲ φύσαντος βουλὴν σχηματίζει, ἐν σοὶ μεγαλοπρεπῶς καινοποιοῦντός με.

Δόξα.

Διὰ θανάτου τὸ θνητόν, διὰ ταφῆς τὸ φθαρτὸν μεταβάλλεις· ἀφθαρτίζεις γὰρ θεοπρεπέστατα, ἀπαθανατίζων τὸ πρόσλημμα· ἡ γὰρ σάρξ σου διαφθορὰν οὐκ εἶδε Δέσποτα, οὐδὲ ἡ ψυχή σου εἰς ᾍδου, ξενοπρεπῶς ἐγκαταλέλειπται.

Καὶ νῦν.

Ἐξ ἀλοχεύτου προελθών, καὶ λογχευθεὶς τὴν πλευρὰν Πλαστουργέ μου, ἐξ αὐτῆς εἰργάσω τὴν ἀνάπλασιν, τὴν τῆς Εὔας Ἀδὰμ γενόμενος, ἀφυπνώσας ὑπερφυῶς, ὕπνον φυσίζωον, καὶ ζωὴν ἐγείρας ἐξ ὕπνου, καὶ τῆς φθορᾶς ὡς παντοδύναμος.

Καταβασία. Θεοφανείας σου Χριστέ…

ᾨδὴ Ϛ´. Ὁ Εἱρμός.

Συνεσχέθη, ἀλλ᾿ οὐ κατεσχέθη, στέρνοις κητῴοις Ἰωνᾶς· σοῦ γὰρ τὸν τύπον φέρων, τοῦ παθόντος καὶ ταφῇ δοθέντος, ὡς ἐκ θαλάμου, τοῦ θηρὸς ἀνέθορε, προσεφώνει δὲ τῇ κουστωδίᾳ· Οἱ φυλασσόμενοι μάταια καὶ ψευδῆ, ἔλεον αὐτοῖς ἐγκατελίπετε.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ἀνῃρέθης, ἀλλ᾿ οὐ διῃρέθης, Λόγε ἧς μετέσχες σαρκός· εἰ γὰρ καὶ λέλυταί σου, ὁ ναὸς ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάθους, ἀλλὰ καὶ οὕτω μία ἦν ὑπόστασις, τῆς Θεότητος καὶ τῆς σαρκός σου· ἐν ἀμφοτέροις γάρ, εἷς ὑπάρχεις Υἱός, Λόγος τοῦ Θεοῦ, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος.

Δόξα.

Βροτοκτόνον, ἀλλ᾿ οὐ θεοκτόνον, ἔφυ τὸ πταῖσμα τοῦ Ἀδάμ· εἰ γὰρ καὶ πέπονθέ σου, τῆς σαρκὸς ἡ χοϊκὴ οὐσία, ἀλλ᾿ ἡ Θεότης ἀπαθὴς διέμεινε· τὸ φθαρτὸν δέ σου πρὸς ἀφθαρσίαν μετεστοιχείωσας, καὶ ἀφθάρτου ζωῆς, ἔδειξας πηγὴν ἐξ ἀναστάσεως.

Καὶ νῦν.

Βασιλεύει, ἀλλ᾿ οὐκ αἰωνίζει, ᾍδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν· σὺ γὰρ τεθεὶς ἐν τάφῳ, Κραταιὲ ζωαρχικῇ παλάμῃ, τὰ τοῦ θανάτου, κλεῖθρα διεσπάραξας, καὶ ἐκήρυξας τοῖς ἀπ᾿ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι, λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σῶτερ γεγονὼς νεκρῶν πρωτότοκος.

Καταβασία. Συνεσχέθη, ἀλλ᾿ οὐ κατεσχέθη…

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις. Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης…

Ὁ ἀναγνώστης τὸ Κοντάκιον.

Ποίημα Ρωμανοῦ τοῦ μελῳδοῦ.

Ἦχος β´. Χειρόγραφον εἰκόνα.

Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται· καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ Ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσαι πικρῶς καὶ ἐκβοῶσαι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.

Ὁ Οἶκος. Τάχυνον ὁ οἰκτίρμων.

Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη, καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις· τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο· ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῷ φόβῳ συνεκλονεῖτο· ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διεῤῥήγνυντο· μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεῴχθησαν, καὶ σώματα ἠγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν· ᾍδης κάτω στενάζει· καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν· τὰ δὲ Γύναια κράζουσι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.

Συναξάριον τοῦ Μηναίου, εἶτα τὸ παρόν.

Τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ Σαββάτῳ, τὴν θεόσωμον Ταφήν, καὶ τὴν εἰς ᾍδου Κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν, δι᾿ ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν, πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε.

Στίχ. Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία·
Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν.

Τῇ ἀνεκφράστῳ σου συγκαταβάσει, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ᾨδὴ ζ´. Ὁ Εἱρμός.

Ἄφραστον θαῦμα! ὁ ἐν καμίνῳ ῥυσάμενος, τοὺς ὁσίους Παῖδας ἐκ φλογός, ἐν τάφῳ νεκρός, ἄπνους κατατίθεται, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτά, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Τέτρωται ᾍδης, ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος, τὸν τρωθέντα λόγχῃ τὴν πλευράν, καὶ σθένει πυρὶ θείῳ δαπανώμενος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτά, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ὄλβιος τάφος! ἐν ἑαυτῷ γὰρ δεξάμενος, ὡς ὑπνοῦντα τὸν Δημιουργόν, ζωῆς θησαυρός, θεῖος ἀναδέδεικται, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτά, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Δόξα.

Νόμῳ θανόντων, τὴν ἐν τῷ τάφῳ κατάθεσιν, ἡ τῶν ὅλων δέχεται ζωή, καὶ τοῦτον πηγήν, δείκνυσιν ἐγέρσεως, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτά, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Καὶ νῦν.

Μία ὑπῆρχεν, ἡ ἐν τῷ ᾍδῃ ἀχώριστος, καὶ ἐν τάφῳ, καὶ ἐν τῇ Ἐδέμ, Θεότης Χριστοῦ, σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτά, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Καταβασία. Ἄφραστον θαῦμα…

ᾨδὴ η´. Ὁ Εἱρμός.

Ἔκστηθι φρίττων οὐρανέ, καὶ σαλευθήτωσαν τὰ θεμέλια τῆς γῆς· ἰδοὺ γὰρ ἐν νεκροῖς λογίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ τάφῳ σμικρῷ ξενοδοχεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Λέλυται ἄχραντος ναός, τὴν πεπτωκυῖαν δὲ συνανίστησι σκηνήν· Ἀδὰμ γάρ τῷ προτέρῳ δεύτερος, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, κατῆλθεν μέχρις ᾍδου ταμείων· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Εὐλογοῦμεν Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸν Κύριον.

Πέπαυται τόλμα Μαθητῶν, Ἀριμαθαίας δὲ ἀριστεύει Ἰωσήφ· νεκρὸν γὰρ καὶ γυμνὸν θεώμενος, τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν, αἰτεῖται, καὶ κηδεύει κραυγάζων· οἱ Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Καὶ νῦν.

Ὢ τῶν θαυμάτων τῶν καινῶν! ὢ ἀγαθότητος! ὢ ἀφράστου ἀνοχῆς! ἑκὼν γὰρ ὑπὸ γῆς σφραγίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ πλάνος Θεὸς συκοφαντεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν, καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον.

Καταβασία. Ἔκστηθι φρίττων οὐρανέ…

Ὁ Διάκονος· Τὴν Θεοτόκον καὶ Μητέρα τοῦ φωτὸς ἐν ὕμνοις τιμῶντες μεγαλύνωμεν.

ᾨδὴ θ´. Ὁ Εἱρμός.

Μὴ ἐποδύρου μου Μῆτερ, καθορῶσα ἐν τάφῳ, ὃν ἐν γαστρὶ ἄνευ σπορᾶς, συνέλαβες Υἱόν· ἀναστήσομαι γὰρ καὶ δοξασθήσομαι, καὶ ὑψώσω ἐν δόξῃ, ἀπαύστως ὡς Θεός, τοὺς ἐν πίστει καὶ πόθῳ σὲ μεγαλύνοντας.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ἐπὶ τῷ ξένῳ σου τόκῳ, τὰς ὀδύνας φυγοῦσα, ὑπερφυῶς ἐμακαρίσθην, ἄναρχε Υἱέ· νῦν δέ σε Θεέ μου, ἄπνουν ὁρῶσα νεκρόν, τῇ ῥομφαίᾳ τῆς λύπης, σπαράττομαι δεινῶς· ἀλλ᾿ ἀνάστηθι, ὅπως μεγαλυνθήσωμαι.

Δόξα.

Γῆ με καλύπτει ἑκόντα, ἀλλὰ φρίττουσιν ᾍδου, οἱ πυλωροί, ἠμφιεσμένον, βλέποντες στολήν, ᾑμαγμένην Μῆτερ, τῆς ἐκδικήσεως· τοὺς ἐχθροὺς ἐν Σταυρῷ γάρ, πατάξας ὡς Θεός, ἀναστήσομαι αὖθις καὶ μεγαλύνω σε.

Καὶ νῦν.

Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις· εὐφραινέσθωσαν πάντες οἱ γηγενεῖς· ὁ γὰρ ἐχθρὸς ἐσκύλευται ᾍδης· μετὰ μύρων Γυναῖκες προσυπαντάτωσαν· τὸν Ἀδὰμ σὺν τῇ Εὔᾳ, λυτροῦμαι παγγενῆ· καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐξαναστήσομαι.

Καταβασία. Μὴ ἐποδύρου μου Μῆτερ…

Μετὰ δὲ τὴν Θ´ ᾨδήν, ἐξερχομένων τῶν ἱερέων καὶ ἱσταμένων πρὸ τοῦ Ἐπιταφίου, θυμιασάντων δὲ κύκλῳ τὸν Ἐπιτάφιον, ψάλλομεν εἰς τρεῖς στάσεις

Τῼ ΑΓΙῼ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛῼ ΣΑΒΒΑΤῼ

καθ᾿ ᾧ ἑορτάζομεν τὴν θεόσωμον ταφὴν
καὶ τὴν εἰς ᾅδου κάθοδον τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ο ΟΡΘΡΟΣ

(Τελεῖται συνήθως τῇ Μ. Παρασκευῇ ἑσπέρας· ἐνιαχοῦ ὅμως τελεῖται κατὰ τὴν ἀρχαίαν συνήθειαν τὰς πρώτας πρωϊνὰς ὥρας τοῦ Μ. Σαββάτου).

Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως λέγει ὁ ἀναγνώστης τὸ Τρισάγιον καὶ τὰ τροπάρια Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου… Ὁ ἱερεὺς τὴν δέησιν καὶ ὁ ἀναγνώστης τὸν ἑξάψαλμον· εἶτα ὁ διάκονος τὰ εἰρηνικὰ καὶ ὁ ἱερεὺς τὴν ἐκφώνησιν· Ὅτι πρέποι σοι πᾶσα δόξα…

Ἀκολούθως ψάλλομεν τὸ Θεὸς Κύριος μετὰ τῶν στίχων αὐτοῦ.

Ὁ Θεὸς Κύριος φανερώθηκε σὲ μᾶς· εὐλογημένος εἶναι αὐτός, ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου (ὁ ἀπεσταλμένος).

Στίχ. α´. Νὰ δοξολογεῖτε τὸν Κύριο, ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός, ἐπειδὴ τὸ ἔλεός του διαρκεῖ αἰωνίως.

Ὁ Θεὸς Κύριος φανερώθηκε σὲ μᾶς· εὐλογημένος εἶναι αὐτός, ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου (ὁ ἀπεσταλμένος).

Στίχ. β´. Ὅλα τὰ ἔθνη μὲ περικύκλωσαν κι ἐγὼ ἀμύνθηκα ἐναντίον τους στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.

Ὁ Θεὸς Κύριος φανερώθηκε σὲ μᾶς· εὐλογημένος εἶναι αὐτός, ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου (ὁ ἀπεσταλμένος).

Στίχ. γ´. Η σωτηρία μας ἔγινε ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ εἶναι θαυμαστὴ στὰ μάτια μας.

Ὁ Θεὸς Κύριος φανερώθηκε σὲ μᾶς· εὐλογημένος εἶναι αὐτός, ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου (ὁ ἀπεσταλμένος).

Ἦχος β´.

Ὁ εὐγενὴς Ἰωσήφ, ἀφοῦ κατέβασε ἀπὸ τὸ σταυρὸ τὸ ἄχραντό σου Σῶμα, τὸ περιτύλιξε σὲ καθαρὸ σεντόνι, ραντίζοντάς το μὲ ἀρώματα, καὶ τὸ ἐνταφίασε σὲ μνῆμα καινὸ (καινούργιο).

Δόξα.

Ὅταν κατέβηκες στὸ θάνατο, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατη, τότε νέκρωσες τὸν ᾅδη μὲ τὴν ἀστραπὴ τῆς θεότητός σου· ὅταν δὲ ἀνέστησες καὶ τοὺς νεκροὺς ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων (οἱ ἄγγελοι) κραύγαζαν· Χριστὲ ὁ Θεός, ποὺ παρέχεις ζωή, δόξα σοι.

Καὶ νῦν.

Στὶς μυροφόρες γυναῖκες, ποὺ παρουσιάστηκε κοντὰ στὸ μνῆμα, ὁ ἄγγελος ἔλεγε μεγαλοφώνως· τὰ μύρα ἁρμόζουν στοὺς θνητούς, ὁ δὲ Χριστός, ποὺ πᾶτε νὰ μυρίσετε, ἀποδείχτηκε ξένος τῆς διαφθορᾶς (τῆς ἀποσύνθεσης).

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις· Ὅτι σὸν τὸ κράτος…

Εἶτα ψάλλομεν τὰ παρόντα καθίσματα.

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ ζήτησε τὸ σεπτὸ σῶμα ἀπὸ τὸν Πιλάτο, τὸ περιτύλιξε σὲ σεντόνι καθαρό, τὸ ἄλειψε μὲ μύρα καὶ τὸ τοποθέτησε σὲ μνῆμα καινὸ (καινούργιο, ἀχρησιμοποίητο). Διὰ τοῦτο καὶ οἱ γυναῖκες, ποὺ ἦλθαν πολὺ πρωὶ στὸ μνημεῖο, ἀναβόησαν· δεῖξε μας, Χριστέ, ὅπως προεῖπες, τὴν ἀνάσταση.

Δόξα.

Φανέρωσέ μας, Χριστέ, ὅπως προεῖπες, τὴν Ἀνάσταση.

Καὶ νῦν. Ἕτερον. Ὅμοιον.

Ἐξεπλάγησαν οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων, ὅταν εἶδαν τὸν Χριστό, ποὺ κάθεται στοὺς κόλπους τοῦ Πατρός, νὰ κατατίθεται νεκρὸς στὸν τάφο, αὐτὸς ποὺ εἶναι ἀθάνατος· τὸν ὁποῖο περικυκλώνουν τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων, καὶ δοξάζουν, μαζὶ μὲ τοὺς νεκροὺς στὸν ᾅδη, ὡς Κτίστη καὶ Κύριο.

Ὁ ἀναγνώστης τὸν Ν´ Ψαλμόν.

ΚΑΝΩΝ

Καὶ ψάλλομεν τὸν παρόντα κανόνα,
οὗ ἡ ἀκροστιχὶς ἐκτὸς τῶν Εἱρμῶν τῶν τεσσάρων πρώτων ᾠδῶν·
Καὶ σήμερον δὲ Σάββατον μέλπω μέγα.

Ποίημα Κασσιανῆς μοναχῆς, Μάρκου ἐπισκόπου Ἱδροῦντος, καὶ Κοσμᾶ μοναχοῦ.

ᾨδὴ α´. Ἦχος πλ. β´. Ὁ Εἱρμός.

Ἐκεῖνον, ποὺ στὸν παλιὸ καιρὸ ἔκρυψε (καταπόντισε) τὸ διώκτη τύραννο (τὸν Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου) στὸ κύμα τῆς θάλασσας (Ἐρυθρᾶς), τὰ παιδιὰ αὐτῶν ποὺ σώθηκαν τότε τὸν ἔκρυψαν κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (στὸν τάφο)· ἐμεῖς ὅμως, σὰν τὶς νεάνιδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂς ψάλουμε στὸν Κύριο, γιατὶ μὲ τὸ θαῦμα του ὑπερβολικὰ δοξάστηκε.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Κύριε Θεέ μου, θὰ τραγουδήσω ὕμνον ἐξόδιο (κατὰ τὴν ἐκφορά σου) καὶ ᾠδὴν ἐπιτάφια σ᾿ ἐσένα, ποὺ μὲ τὴν ταφή σου ἄνοιξες γιὰ μένα τὶς εἰσόδους τῆς ἀθάνατης ζωῆς, καὶ μὲ τὸ θάνατό σου θανάτωσες τὸ θάνατο καὶ τὸν ᾅδη.

Δόξα.

Ἄνω σὲ θρόνο καὶ κάτω σὲ τάφο, βλέποντα τὰ ὑπερκόσμια (οἱ ἄγγελοι) καὶ τὰ ὑποχθόνια (οἱ ψυχὲς στὸν ᾅδη), συγκλονίζονταν γιὰ τὴ νέκρωσή του· διότι φανερώθηκες, κατὰ τρόπο ἀσύλληπτο στὸ νοῦ, νεκρὸς ποὺ ἔσφυζε καὶ παρεῖχε ζωή.

Καὶ νῦν.

Γιὰ νὰ γεμίσεις τὰ πάντα μὲ τὴ δόξα σου, κατέβηκες Κύριε, στὰ κατώτατα μέρη τῆς γῆς (στὸν τάφο καὶ στὸν ᾅδη)· διότι ἀπὸ σένα δὲν κρύφτηκε ἡ ὕπαρξὴ μου, ποὺ ἔχω ἀπὸ τὸν Ἀδάμ· ταφεὶς δέ, κάνεις καινούργιο ἐμένα, ποὺ παραδόθηκα στὴ φθορά, φιλάνθρωπε.

Καταβασία. Κύματι θαλάσσης…

ᾨδὴ γ´. Ὁ Εἱρμός.

Ἐσένα, Κύριε, ποὺ κρέμασες τὴ γῆ πάνω στὰ ὕδατα χωρὶς ὑποστήριγμα, ἀφοῦ σὲ εἶδε ἡ κτίση νὰ κρέμεσαι στὸν τόπο τοῦ Κρανίου, κατεχόταν ἀπὸ μεγάλη κατάπληξη, κραυγάζουσα· δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἅγιος, ἐκτὸς ἀπὸ ἐσένα, Κύριε.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Στὴν παλιὰ ἐποχὴ ἔδειξες ἔμμεσα σύμβολα ποὺ ἀναφέρονταν στὴν ταφή σου, πληθύνας τὶς σχετικὲς (προφητικὲς) ὁράσεις. Τώρα ὅμως (στὴ νέα οἰκονομία) ἔδειξες σαφῶς καὶ ἀπροκάλυπτα τὰ ἀπόρρητα σχέδιά σου (τὴν ταφὴ καὶ τὰ ἄλλα σου μυστήρια) ποὺ συντελέστηκαν στὸ θεανδρικό σου πρόσωπο· καὶ τὰ ἔδειξες ὄχι μονάχα στοὺς ζῶντες, ἀλλὰ καὶ στὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν στὸν ᾅδη, ποὺ φώναζαν· δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἅγιος ἐκτὸς ἀπὸ σένα, Κύριε.

Δόξα.

Ἅπλωσες τὶς παλάμες (ἐπάνω στὸ σταυρὸ) καὶ ἕνωσες ἐκεῖνα, ποὺ πρῶτα ἦσαν διαχωρισμένα· μὲ τὴ στολὴ δὲ τῆς ταφῆς σου καὶ τὴν κατάθεσή σου στὸ μνῆμα ἐλευθέρωσες τοὺς φυλακισμένους (στὸν ᾅδη), ποὺ κραύγαζαν· δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἅγιος ἐκτὸς ἀπὸ σένα, Κύριε.

Καὶ νῦν.

Κύριε, ἐσὺ ποὺ ὡς Θεὸς εἶσαι ἀχώρητος, κρατήθηκες μὲ τὴ θέλησή σου σὲ μνῆμα καὶ σφραγίστηκες μὲ σφραγίδες. Τὴ δύναμή σου δέ, ποὺ ἐκδήλωσες μὲ τὶς θεουργικές σου ἐνέργειες, τὴν ἔκανες γνωστὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ψάλλουν· δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἅγιος ἐκτὸς ἀπὸ σένα, Κύριε.

Καταβασία. Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων…

Μικρὰ συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν…

Κάθισμα. Ἦχος α´. Αὐτόμελον.

Οἱ στρατιῶτες, Σωτήρα, ποὺ φύλαγαν τὸν τάφο σου, νεκρώθηκαν ἀπὸ τὴν ἀστραπὴ τοῦ ἀγγέλου ποὺ φάνηκε (κατὰ τὴν ἔγερσή σου) καὶ κήρυττε στὶς γυναῖκες τὴν ἀνάσταση. Σὲ δοξάζουμε, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό μας, ποὺ καθαίρεσε τὴ φθορά, καὶ προσκυνοῦμε σένα, ποὺ ἀναστήθηκες ἀπὸ τὸν τάφο.

Δόξα. Καὶ νῦν. Πάλιν τὸ αὐτό.

ᾨδὴ δ´. Ὁ Εἱρμός.

Τὴ θεία σου κένωση στὸ σταυρό, Κύριε, προβλέποντας ὁ προφήτης Ἀββακούμ, φώναζε κατάπληκτος· ἐσύ, ἀγαθέ, συνέτριψες τὴ δύναμη τῶν δυναστευόντων τὸν ἄνθρωπο δαιμόνων, μὲ τὸ νὰ πλησιάσεις καὶ νὰ συναναστραφεῖς μὲ τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν, ποὺ κρατοῦνταν στὸν ᾅδη.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Τὴν ἕβδομη μέρα (τὸ Σάββατο) τὴν ὁποία εὐλόγησες παλιά, ὅταν κατέπαυσες ἀπὸ τὸ δημιουργικὸ ἔργο σου, εὐλόγησες σήμερα· διότι καταργεῖς τὰ σύμπαντα καὶ τὰ κάνεις καινούργια, ἀναπαυόμενος, Σωτήρ μου, ἐκ τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου σου καὶ ξανακάνοντας δικό σου τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο.

Δόξα.

Μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀνώτερου καὶ ἰσχυρότερου στοιχείου (τῆς θεότητός σου), ἀφοῦ νίκησες τὸ θάνατο διὰ τῆς σταυρώσεώς σου, ἡ ψυχή σου χωρίστηκε ἀπὸ τὸ σῶμα σου· ἐπειδὴ ὅμως καὶ τὰ δύο (σῶμα καὶ ψυχὴ) εἶναι θεοδύναμα, συντρίβουν καὶ τοὺς δύο δεσμούς, τοῦ θανάτου (τὸ σῶμα σου στὸν τάφο) καὶ τοῦ ᾅδη (ἡ ψυχή σου), διὰ τῆς δυνάμεώς σου, Λόγε τοῦ Θεοῦ.

Καὶ νῦν.

Ὁ ᾅδης, Λόγε, ὅταν σὲ συνάντησε, γέμισε πικρία ἡ κοιλία του, βλέποντας ἄνθρωπο νὰ ἔχει γίνει Θεός, ποὺ ἦταν μὲν γεμάτος ἀπὸ τὰ σημάδια τῶν πληγῶν, παράλληλα ὅμως καὶ πανσθενουργὸς (παντοδύναμος). Μὲ τὸ φρικτὸ δὲ τοῦτο θέαμα, τοῦ κόπηκε ἡ φωνὴ (ἔπεσε νεκρὸς).

Καταβασία. Τὴν ἐν Σταυρῷ σου…

ᾨδὴ ε´. Ὁ Εἱρμός.

Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, Χριστέ, ἀφοῦ εἶδε μὲ θεία ἀποκάλυψη τὸ φῶς τῆς θείας σου ἐμφανίσεως, ποὺ ἔγινε μὲ συμπάθεια σὲ μᾶς, σηκωθεὶς ἀπὸ τὴ βαθιὰ νύχτα, φώναζε· θὰ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροὶ καὶ θὰ ἐγερθοῦν ἀπὸ τὰ μνήματα ὅσοι βρίσκονται σ᾿ αὐτά, καὶ ὅλοι ποὺ θὰ εἶναι στὰ βάθη τῆς γῆς (τὸν ᾅδη) θὰ γεμίσουν ἀπὸ ἀγαλλίαση.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Κάνεις καινούργιους, Πλαστουργέ μου, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πλάστηκαν ἀπὸ τὴ γῆ, μὲ τὸ νὰ γίνεις κι ἐσὺ ἄνθρωπος χοϊκὸς (ἀπὸ τὸ χῶμα). Τὸ καινούργιο δὲ σεντόνι καὶ ὁ τάφος δηλώνουν, Λόγε, τὸ μυστήριο ποὺ ὑπάρχει μέσα σου· διότι ὁ Ἰωσήφ, ὁ εὐσχήμων βουλευτὴς (μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου) μὲ τὴν ἐνέργειά του (νὰ σὲ τυλίξει σὲ σεντόνι καὶ νὰ σὲ ἐνταφιάσει) πραγματοποιεῖ τὴ βουλὴ τοῦ Πατρὸς ποὺ σὲ γέννησε, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἔργου σου μὲ κάνει μεγαλόπρεπα καινούργιο.

Δόξα.

Διὰ τοῦ θανάτου σου, Κύριε, καταργεῖς τὸ θνητὸ καὶ διὰ τῆς ταφῆς σου μεταβάλλεις τὸ φθαρτὸ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως· διότι ἀφθαρτίζεις κατὰ τρόπο ἁρμόζοντα στὸ Θεό, καὶ κάνεις ἀθάνατο τὸ πρόσλημμα (τὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβες)· ἔτσι ἡ σάρκα (τὸ σῶμα σου) δὲν γνώρισε διαφθορὰ στὸν τάφο, Δέσποτα, οὔτε ἡ ψυχή σου ἐγκαταλείφθηκε σὰν ξένη στὸν ᾅδη.

Καὶ νῦν.

Ἐσύ, Πλαστουργέ μου, ὁ ὁποῖος γεννήθηκες ἀπὸ Παρθένο, ποὺ δὲν γνώρισε τὰ λόχια, καὶ κεντήθηκες τὴν πλευρά σου ἐπάνω στὸ σταυρό, ἐξ αὐτῆς (τῆς πλευρᾶς) πέτυχες τὴν ἀνάπλαση τῆς Εὔας, ἀφοῦ ἔγινες γι᾿ αὐτὴν νέος Ἀδάμ, κι ἀφοῦ κοιμήθηκες ὑπερφυῶς στὸ σταυρὸ ὕπνο παρεκτικὸ ζωῆς, καὶ παρήγαγες ἐκ τοῦ ὕπνου σου καὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σώματός σου ζωὴ πνευματική, ὡς παντοδύναμος.

Καταβασία. Θεοφανείας σου Χριστέ…

ᾨδὴ Ϛ´. Ὁ Εἱρμός.

Ὁ προφήτης Ἰωνᾶς, κλείστηκε μὲν στὰ σπλάγχνα τοῦ θαλάσσιου κήτους, χωρὶς ὅμως νὰ κρατηθεῖ μέσα σ᾿ αὐτὰ παντοτινά· διότι φέροντας τὸν τύπο σοῦ ποὺ ἔπαθες τὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ ἐτάφης, ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ κῆτος, σὰν ἀπὸ νυφικὸ θάλαμο, καὶ προφητικὰ φώναζε στὴν κουστωδία· ἐσεῖς ποὺ φυλάσσετε τὸν τάφο μάταια καὶ ἄσκοπα, ἀφήσατε πίσω (χάσατε) τὸ θεῖο ἔλεος.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Θανατώθηκες, ἀλλὰ δὲν χωρίστηκες ἀπὸ τὴ σάρκα, τὴν ὁποία προσέλαβες· διότι, ἂν καὶ καταστράφηκε τὸ σῶμα σου κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ πάθους, ἀλλὰ καὶ ἔτσι μία ἦταν ἡ ὑπόσταση τῆς θεότητος καὶ τῆς σαρκός σου· διότι καὶ στὰ δύο ἕνας ὑπάρχεις Υἱός, Λόγος τοῦ Θεοῦ, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος (Θεάνθρωπος).

Δόξα.

Τὸ πταῖσμα τοῦ Ἀδὰμ (ἡ ἁμαρτία) ἦταν ἀνθρωποκτόνο καὶ ὄχι θεοκτόνο· διότι, ἂν καὶ ἔπαθε ἡ χωμάτινη οὐσία τῆς σάρκας σου, ἡ θεότητά σου παρέμεινε ἀπαθής· τὴν φθαρτὴ δὲ φύση σου μεταστοιχείωσες πρὸς ἀφθαρσία καί, διὰ τῆς ἀναστάσεὼς σου, τὴν ἔκανες πηγὴ ἄφθαρτης ζωῆς.

Καὶ νῦν.

Βασιλεύει μὲν ὁ ᾅδης πάνω στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων· ὅμως δὲν βασιλεύει αἰώνια· διότι, ὅταν ἐσύ, κραταιέ, τέθηκες στὸν τάφο, μὲ τὴ ζωαρχικὴ παλάμη σου συνέτριψες τὶς κλειδαριὲς τοῦ θανάτου καὶ κήρυξες λύτρωση ἀληθινὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀπὸ παλιὰ (ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδὰμ) κοιμώντουσαν ἐκεῖ, Σωτήρ, μὲ τὸ νὰ γίνεις ὁ πρῶτος ποὺ ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν.

Καταβασία. Συνεσχέθη, ἀλλ᾿ οὐ κατεσχέθη…

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις. Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης…

Ὁ ἀναγνώστης τὸ Κοντάκιον.

Ποίημα Ρωμανοῦ τοῦ μελῳδοῦ.

Ἦχος β´. Χειρόγραφον εἰκόνα.

Αὐτός, ποὺ περιόρισε τὴ θάλασσα, ἐμφανίζεται νεκρὸς καί, περιτυλιγμένος σὲ σεντόνι καὶ ἀρώματα νεκρικά, τοποθετεῖται σὲ μνημεῖο ὡς θνητὸς ἄνθρωπος, ὁ ἀθάνατος (Θεὸς). Γυναῖκες δὲ ἦλθαν στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ τὸν ἀλείψουν μὲ μύρα, κλαίοντας πικρὰ καὶ φωνάζοντας· τοῦτο εἶναι τὸ Σάββατο, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστός, κοιμηθείς, τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθεῖ.

Ὁ Οἶκος. Τάχυνον ὁ οἰκτίρμων.

Αὐτὸς ποὺ συγκρατεῖ τὰ πάντα ἀνυψώνεται ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ θρηνεῖ ὅλη ἡ κτίση, βλέποντάς τον νὰ κρέμεται γυμνὸς ἐπάνω στὸ ξύλο· ὁ ἥλιος ἀπέκρυψε τὶς ἀκτίνες του καὶ οἱ ἀστέρες ἔχασαν τὸ φέγγος τους· ἡ δὲ γῆ ἐσείετο ἀπὸ φόβο, ἡ θάλασσα τραβήχτηκε (ἀπὸ τὴ στεριὰ) καὶ οἱ πέτρες ἔσπασαν· μνημεῖα δὲ πολλὰ ἀνοίχτηκαν καὶ σώματα ἁγίων ἀνδρῶν ἀναστήθηκαν. Ὁ ᾅδης στενάζει στὰ καταχθόνια καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἔχουν στὸ μυαλό τους νὰ συκοφαντήσουν τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ γυναῖκες (μυροφόρες) ἔκραζαν· αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπερευλογημένο Σάββατο, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστός, κοιμηθείς, θὰ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη ἡμέρα.

Συναξάριον τοῦ Μηναίου, εἶτα τὸ παρόν.

Κατὰ τὸ Ἅγιο καὶ Μεγάλο Σάββατο γιορτάζουμε τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ μετὰ τῆς θεότητας ἀχωρίστως ἑνωμένου Σώματος τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Κυρίου στὸν ᾅδη, διὰ τῶν ὁποίων τὸ ἀνθρώπινο γένος κλήθηκε νὰ ἐπανέλθει ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν κατάσταση ὅπου ἦταν ἀρχικά, καὶ ἔτσι ὁδηγήθηκε στὴν αἰώνια ζωή.

Στίχ. Μάταια φρουρεῖτε τὸν τάφον κουστωδία·
Διότι δὲν θὰ κρατήσει ὁ τάφος τὴν αὐτοζωή.

Γιὰ τὴν ἀπερίγραπτη συγκατάβασή σου, Χριστὲ ὁ Θεός μας, ἐλέησέ μας. Ἀμήν.

ᾨδὴ ζ´. Ὁ Εἱρμός.

Τὸ θαῦμα εἶναι ἀνέκφραστο! Ἐκεῖνος ποὺ στὸ καμίνι (τῆς Βαβυλώνας) ἔσωσε τοὺς ὁσίους παῖδες ἀπὸ τὴ φλόγα, τώρα τοποθετεῖται στὸν τάφο νεκρὸς χωρὶς πνοὴ γιὰ νὰ σώσει ἐμᾶς, ποὺ μελωδικὰ τραγουδᾶμε· Θεὲ Λυτρωτή, εἶσαι εὐλογημένος.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ὁ ᾅδης πληγώθηκε καίρια στὴν καρδιά, δεξάμενος στὰ σπλάγχνα του, ἐκεῖνον ποὺ στὸ σταυρὸ πληγώθηκε στὴν πλευρά, καὶ στενάζει λιώνοντας ἀπὸ τὴ φωτιὰ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ σώσει ἐμᾶς ποὺ μελωδικὰ ψάλλουμε· Θεὲ Λυτρωτή, εἶσαι εὐλογημένος.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Εὐτυχὴς καὶ πλούσιος ὁ τάφος! Διότι, ἀφοῦ δέχτηκε μέσα του τὸ Δημιουργό, ὁ ὁποῖος φαινόταν νὰ κοιμᾶται, ἀποδείχτηκε θησαυρὸς ἀδαπάνητος θείας ζωῆς, γιὰ νὰ σώσει ἐμᾶς, ποὺ μελωδικὰ ψάλλουμε· Θεὲ Λυτρωτή, εἶσαι εὐλογημένος.

Δόξα.

Σύμφωνα μὲ τὸ νόμο ποὺ ἰσχύει γιὰ ὅλους τοὺς νεκρούς, ὁ Χριστός, ἡ ζωὴ τῶν ὅλων, δέχεται τὴν κατάθεσή του στὸν τάφο, τὸν ὁποῖο ἀναδείχνει πηγὴ ἐγέρσεως πρὸς σωτηρία ἡμῶν ποὺ μελωδικὰ ψάλλουμε· Θεὲ Λυτρωτή, εἶσαι εὐλογημένος.

Καὶ νῦν.

Μία ἦταν ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾅδη καὶ στὸν τάφο καὶ στὴν Ἐδέμ, ἀχώριστη ἀπὸ τὴ θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πρὸς σωτηρία ἡμῶν ποὺ μελωδικὰ ψάλλουμε· Θεέ, Λυτρωτή, εἶσαι εὐλογημένος.

Καταβασία. Ἄφραστον θαῦμα…

ᾨδὴ η´. Ὁ Εἱρμός.

Νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου μὲ φρίκη, οὐρανέ, καὶ ἂς σαλευτοῦν τὰ θεμέλια τῆς γῆς· διότι, ἰδοὺ κατατάσσεται μεταξὺ τῶν νεκρῶν αὐτός, ποὺ κατοικεῖ ψηλὰ στὸν οὐρανό, καὶ φιλοξενεῖται σ᾿ ἕνα μικρὸ τάφο· αὐτὸν τὰ παιδιὰ νὰ εὐλογεῖτε, οἱ ἱερεῖς νὰ ἀνυμνεῖτε καὶ ὁ λαὸς νὰ ὑπερυψώνει εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Καταστράφηκε ὁ καθαρὸς ναὸς (τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου), καὶ μαζί του ἀνορθώθηκε ἡ πεσούσα σκηνὴ τοῦ Δαβὶδ (ὁ βασιλικὸς οἶκος του)· διότι ὁ δεύτερος (πνευματικὸς) Ἀδάμ, ὁ Χριστὸς ποὺ κατοικεῖ ψηλὰ στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ σώσει τὸν πρῶτο Ἀδὰμ (ἀπὸ τὴν πτώση του στὴν ἁμαρτία) κατέβηκε μέχρι τῶν σκοτεινῶν διαμερισμάτων τοῦ ᾅδη. Αὐτὸν τὰ παιδιὰ νὰ εὐλογεῖτε, οἱ ἱερεῖς ν᾿ ἀνυμνεῖτε, καὶ ὁ λαὸς νὰ ὑπερδοξάζει εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Εὐλογοῦμεν Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸν Κύριον.

Ἡ τόλμη τῶν μαθητῶν ἔχει παύσει (ἀπὸ φόβο πρὸς τοὺς Ἰουδαίους). Τότε ὁ Ἰωσήφ, ὁ καταγόμενος ἐξ Ἀριμαθαίας, παίρνει ἄριστα (διακρίνεται γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὴν ἀφοβία του)· διότι βλέποντας ἐσένα, τὸν Θεὸ ποὺ κυβερνᾶ τὰ πάντα, νεκρὸ καὶ γυμνὸ (ἐπὶ τοῦ σταυροῦ), ζητεῖ τὸ σῶμα σου καὶ τὸ κηδεύει. Αὐτὸν τὰ παιδιὰ νὰ εὐλογεῖτε, οἱ ἱερεῖς ν᾿ ἀνυμνεῖτε καὶ ὁ λαὸς νὰ ὑπερδοξάζει σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Καὶ νῦν.

Ὤ πόσο καινούργια καὶ παράδοξα θαύματα! Ὤ πόσο μεγάλη ἀγαθότητα! Πόσο ἄφραστη ἀνοχή! Γιατὶ αὐτὸς ποὺ κατοικεῖ στὰ ὑψηλὰ (στὸν οὐρανό), μὲ τὴ θέλησὴ του θάβεται καὶ σφραγίζεται μὲ σφραγίδες, συκοφαντούμενος σὰν λαοπλάνος Θεός! Αὐτὸν τὰ παιδιὰ νὰ εὐλογοῦν, οἱ ἱερεῖς ν᾿ ἀνυμνοῦν καὶ ὁ λαὸς νὰ ὑπερδοξάζει σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν, καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον.

Καταβασία. Ἔκστηθι φρίττων οὐρανέ…

Ὁ Διάκονος· Τὴν Θεοτόκον καὶ μητέρα τοῦ φωτὸς ἐν ὕμνοις τιμῶντες μεγαλύνωμεν.

ᾨδὴ θ´. Ὁ Εἱρμός.

Μὴν κλαῖς γιὰ μένα, Μητέρα, βλέποντας στὸν τάφο νεκρὸν αὐτὸν ποὺ συνέλαβες στὴ μήτρα σου χωρὶς σπορὰ ἀνδρική· γιατὶ θ᾿ ἀναστηθῶ καὶ θὰ δοξαστῶ καί, ὡς Θεός, θ᾿ ἀνυψώσω σὲ ἄπαυστη δόξα ὅλους ἐκείνους ποὺ μὲ πίστη καὶ πόθο σὲ δοξάζουν.

Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ὅταν, ἄναρχε Υἱέ μου, γεννώντας σε κατὰ τρόπο ποὺ ὑπερβαίνει τὰ κοινὰ μέτρα τῆς φύσεως, ἀπέφυγα τὶς ὠδίνες τῆς γέννας, μακαρίστηκα (ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους). Τώρα ὅμως, Θεέ μου, βλέποντάς σε νεκρὸ χωρὶς πνοή, κατακόπτεται ἡ καρδία μου σκληρὰ ἀπὸ τὸ μαχαίρι τῆς λύπης. Ὅμως ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, γιὰ νὰ πάρω κι ἐγὼ τὴ δόξα μου.

Δόξα.

Τὸ χῶμα τῆς γῆς, Μητέρα μου, μὲ σκεπάζει ὄχι παρὰ τὴ θέλησή μου, ἀλλὰ φρίττουν ἀπὸ τρόμο οἱ φύλακες τοῦ ᾅδη (οἱ δαίμονες), βλέποντάς με νὰ εἶμαι ντυμένος τὴ στολὴ τῆς ἐκδικήσεως, βουτηγμένη στὸ μαρτυρικὸ αἷμα μου· διότι, ἀφοῦ, ὡς Θεός, ἐπάταξα τοὺς ἐχθρούς μου στὸ σταυρό, θ᾿ ἀναστηθῶ πάλι καὶ θὰ σὲ δοξάσω.

Καὶ νῦν.

Ἂς νιώσει ἀγαλλίαση ἡ κτίση, ἂς εὐφρανθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς γῆς· διότι ὁ ἐχθρὸς ᾅδης ἔχει κατὰ κράτος ἡττηθεῖ καὶ ἀπογυμνωθεῖ ἀπὸ τὴ δύναμὴ του. Ἂς ἑτοιμάσουν οἱ εὐσεβεῖς γυναῖκες τὰ μύρα τους καὶ ἂς ἔλθουν στὸν τάφο νὰ μὲ προϋπαντήσουν. Τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, μαζὶ μὲ τὸ καταγόμενο ἐξ αὐτῶν γένος, λυτρώνω (ἐκ τοῦ θανάτου) καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα (ἀπὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου) θ᾿ ἀναστηθῶ ἐκ τῶν νεκρῶν.

Καταβασία. Μὴ ἐποδύρου μου Μῆτερ…

Μετὰ δὲ τὴν Θ´ ᾨδήν, ἐξερχομένων τῶν ἱερέων καὶ ἱσταμένων πρὸ τοῦ Ἐπιταφίου, θυμιασάντων δὲ κύκλῳ τὸν Ἐπιτάφιον, ψάλλομεν εἰς τρεῖς στάσεις

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

(Τὰ ἐγκώμια συνήθως δὲν ψάλλονται ὅλα, ἀλλὰ χάριν συντομίας παραλείπονται πολλὰ ἐξ αὐτῶν. Ἐνταῦθα γίνεται πλήρης παράθεσίς των).

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ἦχος πλ. α´.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ πῶς θνήσκεις; πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς; τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ, καὶ τοῦ ᾍδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷς.

Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου· δι᾿ ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.

Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον, ἐκ μνημάτων τοὺς θανέντας ἀνιστῶν.

Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾍδῃ ἐλήλυθας; ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν;

Ὁ Δεσπότης πάντων, καθορᾶται νεκρός, καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται, ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας, καὶ ἐπήγασας τῷ Κόσμῳ τὴν ζωήν.

Μετὰ τῶν κακούργων, ὡς κακοῦργος Χριστέ, ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας, κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.

Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὡραΐσας τοῦ παντός.

ᾍδης πῶς ὑποίσει, Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν, καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος, ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλῃ ἐκτυφλωθείς;

Ἰησοῦ γλυκύ μοι, καὶ σωτήριον φῶς, τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ, κατακέκρυψαι; ὢ ἀφάτου, καὶ ἀῤῥήτου ἀνοχῆς!

Ἀπορεῖ καὶ φύσις, νοερὰ καὶ πληθύς, ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον, τῆς ἀφράστου καὶ ἀῤῥήτου σου ταφῆς.

Ὢ θαυμάτων ξένων! ὢ πραγμάτων καινῶν! ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται, κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ ἐν τάφῳ ἔδυς, καὶ τῶν κόλπων Χριστέ, τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας· τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.

Ἀληθὴς καὶ πόλου, καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς, εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι, ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.

Σοῦ τεθέντος τάφῳ, πλαστουργέτα Χριστέ, τὰ τοῦ ᾍδου ἐσαλεύθη θεμέλια, καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.

Ὁ τὴν γῆν κατέχων, τῇ δρακὶ νεκρωθείς, σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται, τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῇς ᾍδου συνοχῆς.

Ἐκ φθορᾶς ἀνέβης, ἡ ζωή μου Σωτήρ, σοῦ θανόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος, καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾍδου τοὺς μοχλούς.

Ὡς φωτὸς λυχνία, νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται, καὶ διώκει τὸν ἐν ᾍδῃ σκοτασμόν.

Νοερῶν συντρέχει, στρατιῶν ἡ πληθύς, Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε, τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῷ.

Νεκρωθεὶς βουλήσει, καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν, ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας, νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.

Ἠλλοιοῦτο πᾶσα, κτίσις πάθει τῷ σῷ· πάντα γάρ σοι Λόγε συνέπασχον, συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν, ἐν κοιλίᾳ λαβών, ᾍδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν, ἐξ αἰῶνος οὓς κατέπιε νεκρούς.

Ἐν καινῷ μνημείῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.

Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ· καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ᾍδου κατελήλυθας ζητῶν.

Συγκλονεῖται φόβῳ, πᾶσα Λόγε ἡ γῆ, καὶ Φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.

Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις, ἑκουσίως Σωτήρ, ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας, ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.

Δακρυῤῥόους θρήνους, ἐπὶ σὲ ἡ Ἁγνή, μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα· Πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;

Ὥσπερ σίτου κόκκος, ὑποδὺς κόλπους γῆς, τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν, ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ Ἀδάμ.

Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης, ὥσπερ ἥλιος νῦν, καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι· ἀλλ᾿ ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.

Ὡς ἡλίου δίσκον, ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει, καὶ σὲ τάφος νῦν ἔκρυψεν, ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.

Ἡ ζωὴ θανάτου, γευσαμένη Χριστός, ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε, καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι, τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς, ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου, νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδάμ.

Νοεραί σε τάξεις, ἡπλωμένον νεκρόν, καθορῶσαι δι᾿ ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο, καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.

Καθελών σε Λόγε, ἀπὸ ξύλου νεκρόν, ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο· Ἀλλ᾿ ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.

Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ, χαρμονὴ πεφυκώς, νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος, καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.

Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ, καὶ τοὺς ζώντας βροτούς, συνυψοῖς· ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος, τοὺς κειμένους δ᾿ ὑπ᾿ αὐτὴν ἐξανιστᾷς.

Ὥσπερ λέων Σῶτερ, ἀφυπνώσας σαρκί, ὥς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι, ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.

Τὴν πλευρὰν ἐνύγης, ὁ πλευρὰν εἰληφώς, τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας, καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.

Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι, θύεται ὁ Ἀμνός· σὺ δ᾿ ὑπαίθριος τυθεὶς ἀνεξίκακε, πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.

Τίς ἐξείποι τρόπον, φρικτὸν ὄντως καινόν; ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον, πάθος δέχεται, καὶ θνήσκει δι᾿ ἡμᾶς.

Ὁ ζωῆς ταμίας, πῶς ὁρᾶται νεκρός; ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον· πῶς δ᾿ ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου Σῶτερ, ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν, τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με, ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.

Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ, συνηγάγω βροτούς· τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον, πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ, σχηματίζει φρικτῶς, καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε, καὶ θαμβεῖταί σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.

Ὑπὸ γῆν βουλήσει, κατελθὼν ὡς θνητός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἂν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἂν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.

Ὢ χαρᾶς ἐκείνης! ὢ πολλῆς ἡδονῆς! ἧς περ τοὺς ἐν ᾍδῃ πεπλήρωκας, ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.

Προσκυνῶ τὸ Πάθος, ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν, μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε, δι᾿ ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.

Κατὰ σοῦ ῥομφαία, ἐστιλβοῦτο Χριστέ, καὶ ῥομφαία ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται, καὶ ῥομφαία δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα, βλέπουσα ἐν σφαγῇ, ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε, συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.

Κἂν ἐνθάπτῃ τάφῳ, κἂν εἰς ᾍδου μολῇς, ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας, καὶ τὸν ᾍδην ἀπεγύμνωσας Χριστέ.

Ἑκουσίως Σῶτερ, κατελθὼν ὑπὸ γῆν, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.

Τῆς Τριάδος ὁ εἷς, ἐν σαρκὶ δι᾿ ἡμᾶς, ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον· φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.

Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης, τῆς Ἰούδα φυλῆς, οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο, τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.

Ὁ Κριτὴς ὡς κριτός, πρὸ Πιλάτου κριτοῦ, καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον, κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.

Ἀλαζὼν Ἰσραήλ, μιαιφόνε λαέ, τί παθὼν τὸν Βαραββᾶν ἠλευθέρωσας; τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;

Ὁ χειρί σου πλάσας, τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς, δι᾿ αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος, καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.

Ὑπακούσας Λόγε, τῷ ἰδίῳ Πατρί, μέχρις ᾍδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας, καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου! οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Φθονουργέ, φονουργέ, καὶ ἀλάστορ λαέ, κἂν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.

Δεῦρο δὴ μιαρέ, φονευτὰ μαθητά, καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι, δι᾿ ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς φιλάνθρωπός τις, ὑποκρίνῃ μωρέ, καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε, ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.

Οὐρανίου μύρου, ποίαν ἔσχες τιμήν; τοῦ τιμίου τί ἐδέξω ἀντάξιον; λύσσαν εὗρες καταρώτατε Σατάν.

Εἰ φιλόπτωχος εἶ, καὶ τὸ μύρον λυπῇ, κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον, πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;

Ὢ Θεὲ καὶ Λόγε, ὦ χαρὰ ἡ ἐμή, πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον; νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

Τίς μοι δώσει ὕδωρ, καὶ δακρύων πηγάς, ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν, ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;

Ὢ βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε, σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Πότε ἴδω Σῶτερ, σὲ τὸ ἄχρονον φῶς, τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου; ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Κἂν ὡς πέτρα Σῶτερ, ἡ ἀκρότομος σύ, κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ᾿ ἐπήγασας, ζῶν τὸ ῥεῖθρον, ὡς πηγὴ ὢν τῆς ζωῆς.

Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς, τὸν διπλοῦν ποταμόν, τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι, τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ὤφθης Λόγε, ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς, καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας, ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἀνυμνοῦμεν Λόγε, σὲ τὸν πάντων Θεόν, σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι, καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι εὐλόγηταί σου τὸ ὄνομα, καὶ δεδόξασταί σου ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Καὶ θυμιάσαντος τοῦ Ἱερέως, ἀρχόμεθα τῆς δευτέρας στάσεως.

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

(Συνήθως δὲν ψάλλονται ὅλα, ἀλλὰ γιὰ συντομία παραλείπονται πολλὰ ἀπ᾿ αὐτά. Ἐδῶ παραθέτονται ὅλα).

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ἦχος πλ. α´.

Ἐσύ, Χριστέ, ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ τῶν πάντων, κατατέθηκες σὲ τάφο, καὶ οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις γέμιζαν ἀπὸ ἔκπληξη, δοξάζουσαι τὴν ἄφατη ταπείνωση καὶ συγκατάβασή σου.

Ἐσὺ ἡ ζωοπάροχη ἀρχὴ τοῦ κόσμου, μὲ ποιό τρόπο πεθαίνεις; Πῶς κατοικεῖς σ᾿ ἕνα μικρὸ τάφο; Μὲ τὴν ἄπειρή σου δύναμη ἀφανίζεις τὸ βασίλειο τοῦ θανάτου καὶ ἀνασταίνεις τοὺς νεκροὺς ποὺ κρατοῦνταν δέσμιοι στὸν ᾅδη.

Σὲ δοξάζουμε, Ἰησοῦ βασιλέα, καὶ τιμοῦμε τὴν ταφὴ καὶ τὰ ἅγια πάθη σου, γιατὶ μ᾿ αὐτὰ μᾶς λύτρωσες ἀπὸ τὴν τυραννία τῆς φθορᾶς.

Ἐσύ, ποὺ ἔστησες τὰ μέτρα πάνω στὰ ὁποῖα κτίστηκε ἡ γῆ, κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλέα, σὲ ἕνα μικρὸ μνημεῖο, ἀνασταίνοντας μαζί σου τοὺς νεκροὺς ἀπὸ τὰ μνήματα.

Ἰησοῦ Χριστέ μου, ὁ βασιλιὰς τοῦ παντός, τί ζητοῦσες ὅταν κατέβηκες στὸν ᾅδη; Ἢ μήπως γιὰ νὰ ἐλευθερώσεις τὸ γένος τῶν θνητῶν;

Ὁ Δεσπότης ὅλων θεωρεῖται νεκρός, κείμενος σ᾿ ἕναν καινούργιο τάφο, αὐτὸς ποὺ ἄδειασε (μὲ τὴν ἀνάστασή του) τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἐσύ, Χριστέ, ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ τῶν πάντων, κατατέθηκες σὲ τάφο καὶ μὲ τὸ θάνατό σου ἀφάνισες τὸ θάνατο καὶ ἔγινες γιὰ τὸν κόσμο πηγὴ ἄφθαρτης ζωῆς.

Μαζὶ μὲ τοὺς κακούργους συγκαταλέχθηκες καὶ σύ, Χριστέ, δικαιώνοντας (συγχωρώντας) ὅλους ἐμᾶς ἀπὸ τὴν κακουργία τοῦ ἀρχαίου ἀπατεώνα (τοῦ διαβόλου, ποὺ ἐλάκτισε τοὺς πρωτόπλαστους μὲ τὴν παρακοὴ).

Αὐτός, ποὺ ὑπερβαίνει σὲ ὀμορφιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, φαίνεται τώρα νεκρὸς μὲ ἄσχημη μορφή, ὁ Θεὸς ποὺ στόλισε τὰ πάντα μὲ τόση ὀμορφιά.

Ὁ ᾅδης πῶς θὰ ὑποφέρει, Σωτήρα μου, τὴ δική σου παρουσία καὶ δὲ θὰ συντριβεῖ γρήγορα σκοτεινιασμένος καὶ τυφλὸς ἀπὸ τὴ φωτεινὴ αἴγλη τῆς ἀστραπῆς τῆς θείας σου ἐνέργειας;

Ἰησοῦ, ποὺ εἶσαι τὸ γλυκὸ καὶ σωτήριο φῶς μου, πῶς εἶσαι τώρα κρυμμένος σὲ τάφο σκοτεινό; Ὤ πόσο ἄφατη κι ἀνέκφραστη εἶναι ἡ ἀνοχή σου γιὰ μᾶς!

Ἀποροῦν ἡ νοερὰ φύση καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀσωμάτων Δυνάμεων, Χριστέ, τὸ μυστήριο τῆς ἄφραστης καὶ ἄρρητης θείας σου ταφῆς.

Ὤ θαύματα ξένα καὶ παράδοξα! Ὤ πράγματα καινοφανὴ καὶ πρωτόγνωρα! Αὐτὸς ποὺ μοῦ ἔδωσε τὴν πνοή, τώρα εἶναι ὁ ἴδιος χωρὶς πνοή, κηδευόμενος ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ στὸ μνῆμα μπῆκες καὶ τῶν πατρικῶν σου κόλπων ποτὲ δὲν ἀποχωρίστηκες, Χριστέ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθινὰ ξένο καὶ παράδοξο μαζί.

Ἰησοῦ, σ᾿ ὁλόκληρη τὴν κτίση φανερώθηκες ἀληθινὸς βασιλιὰς καὶ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, παρὰ τὸ ὅτι ἔχεις κλειστεῖ σὲ ἕνα μικρότατο μνημεῖο.

Ὅταν ἐσύ, πλαστουργὲ Χριστέ, τέθηκες στὸν τάφο, τὰ θεμέλια τοῦ ᾅδη σαλεύτηκαν καὶ ἀνοίχτηκαν τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Αὐτὸς ποὺ περικλείει τὴ γῆ στὴν παλάμη του, ἀφοῦ νεκρώθηκε κατὰ τὴ σάρκα του (τὸ σῶμα του) κρατεῖται κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, λυτρώνοντας τοὺς νεκροὺς ἀπὸ τὴν κράτηση τοῦ ᾅδη.

Ἡ ζωή μου ἀνέβηκε (ἀπαλλάχτηκε) ἀπὸ τὴ φθορά, Σωτήρ, ὅταν ἐσὺ ἀπέθανες καὶ ἐπισκέφθηκες τοὺς νεκρούς, συντρίψας τοῦ ᾅδη τοὺς μοχλούς.

Σὰν λυχνάρι φωτὸς ἡ σάρκα (τὸ σῶμα) τοῦ Χριστοῦ τοποθετεῖται τώρα κάτω ἀπὸ τὸ μόδιο (κάδο ποὺ μετροῦν τὰ σιτηρὰ), κι ἀφανίζει τὰ σκοτάδια τῶν νεκρῶν στὸν ᾅδη.

Τὸ πλῆθος τῶν νοερῶν στρατιῶν (οἱ ἀγγέλοι) τρέχει μὲ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ Νικόδημο νὰ σὲ βάλουν, τὸν ἀχώρητο, σ᾿ ἕνα μνῆμα μικρό.

Νεκρωθεὶς μὲ τὴ θέλησή σου καὶ τεθεὶς κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (στὸ μνῆμα), ἐσύ, Σωτήρ μου, ποὺ ἀναβλύζεις ζωή, σ᾿ ἐμένα ποὺ νεκρώθηκα μὲ τὴν παράβασή μου, ἐνέσταξες νάματα ζωῆς.

Μὲ τὸ πάθος σου, Λόγε, ὁλόκληρη ἡ κτίση ἀλλοιώνετο (ἄλλαζε ὄψη) καὶ ὅλα ἔπασχαν μαζί σου, ἀναγνωρίζοντάς σε συνοχέα τοῦ παντὸς (αὐτὸν ποὺ συγκρατεῖ καὶ συνέχει τὰ πάντα).

Ὁ παμφάγος ᾅδης, ὅταν δέχτηκε στὴν κοιλία του τὴν πέτρα τῆς ζωῆς (τὸν Χριστὸ), ἐξέρασε ὅλους ὅσους κατάπιε ἀπὸ παλαιά.

Σὲ καινούργιο τάφο κατατέθηκες, Χριστέ, καὶ τὴ φύση τῶν θνητῶν ἀνακαίνισες, ἀφοῦ ἀναστήθηκες ἐκ τῶν νεκρῶν θεοπρεπῶς.

Κατέβηκες στὴ γῆ, Κύριε, γιὰ νὰ σώσεις τὸν Ἀδάμ, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸν βρῆκες ἐκεῖ, κατῆλθες μέχρι τὸ σκοτεινὸ βασίλειο τοῦ ᾅδη, ἀναζητώντας αὐτόν.

Ὁλόκληρη ἡ γῆ συγκλονιζόταν ἀπὸ φόβο, Λόγε, καὶ ὁ ἥλιος τὶς ἀκτίνες του ἀπέκρυψε, μιᾶς καὶ τὸ μέγιστό σου φῶς κρύφτηκε κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (τὸν τάφο).

Ὡς ἄνθρωπος μὲν ἑκούσια πεθαίνεις, Σωτήρ, ὡς Θεὸς ὅμως ἀνέστησες τοὺς θνητοὺς ἀπὸ τὰ μνήματα καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῶν ἁμαρτημάτων τους.

Ἡ ἁγνὴ Μητέρα σου, ὦ Ἰησοῦ, σὲ ράντιζε μὲ θρήνους γεμάτους ἀπὸ δάκρυα, βοώντας· πῶς θὰ μπορέσω, Υἱέ μου, νὰ σὲ κηδεύσω;

Ὅπως ὁ κόκκος τοῦ σίτου θάβεται στοὺς κόλπους τῆς γῆς (γιὰ νὰ βλαστήσει μετὰ), ἔτσι κι ἐσύ, ἐνταφιασθείς, ἀπέδωσες πλουσιότατο στάχυν, ἀναστήσας ὅλους τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ Ἀδάμ.

Κρύφτηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, Σωτήρ, ὅπως κρύβεται ὁ ἥλιος, καὶ ἔχεις καλυφθεῖ τώρα ἀπὸ τὴ νύχτα τοῦ θανάτου· ὅμως ἀνάτειλε λαμπρότερα διὰ τῆς ἀναστάσεὼς σου.

Ὅπως ἡ σελήνη ἀποκρύπτει τὸ δίσκο τοῦ ἥλιου (ὅταν συμβαίνει ἔκλειψη), ἔτσι καὶ Σένα ἔκρυψε τώρα ὁ τάφος καὶ ἔπαθες σωματικὴ ἔκλειψη διὰ τοῦ θανάτου σου.

Ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ζωή, ἀφοῦ γεύτηκε τὸ θάνατο, ἐλευθέρωσε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ δώρησε σὲ ὅλους τὴ ζωή.

Τὸν Ἀδάμ, ποὺ παλαιὰ νεκρώθηκε ἀπὸ φθόνο (τοῦ διαβόλου), ἐπαναφέρεις στὴ ζωὴ μὲ τὴ νέκρωσή σου, Σωτήρ, ἀφοῦ φανερώθηκες στὴ σάρκα σου νέος ἐξ οὐρανοῦ Ἀδάμ.

Οἱ νοερὲς τάξεις τῶν ἀγγέλων, βλέποντάς σε ξαπλωμένο νεκρὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας, γέμιζαν ἀπὸ ἔκπληξη, καλυπτόμενες μὲ τὶς φτεροῦγες τους, Σωτήρ.

Ἀφοῦ σὲ κατέβασε ἀπὸ τὸ ξύλο νεκρό, Λόγε, ὁ Ἰωσὴφ σὲ κατέθεσε τώρα σὲ μνημεῖο. Ἀλλ᾿ ἀνάστα καὶ σῶσε ὅλους ὡς Θεός.

Σωτήρα μου, ἐσὺ ποὺ εἶσαι τῶν Ἀγγέλων ἡ χαρά, τώρα ἔγινες αἰτία λύπης γι᾿ αὐτούς, ποὺ σὲ βλέπουν νεκρὸ στὴ σάρκα σου, χωρὶς πνοή.

Μὲ τὴν ἀνύψωσή σου στὸ ξύλο, συνανύψωσες καὶ τοὺς ζῶντες βροτοὺς (ἀνθρώπους). Καὶ μὲ τὴν κατάθεσή σου κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ἀνέστησες ὅσους ἦταν θαμμένοι σ᾿ αὐτήν.

Ἀφοῦ κοιμήθηκες σωματικά, Σωτήρ, ὅπως κοιμᾶται ὁ λέων, σὰν μικρὸ λιοντάρι ἐγείρεσαι ἐσὺ ὁ νεκρός, ἀπορρίπτοντας τὴ γηρασμένη σάρκα σου (τὸ παθητὸ τῆς φύσεως).

Τρυπήθηκες τὴν πλευρὰ ἐσύ, ὁ ὁποῖος πῆρες τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἐξ αὐτῆς διαμόρφωσες τὴν Εὔα, καὶ ἀνέβλυσες (ἀπὸ τὴν τρυπηθείσα πλευρά σου), νάματα καθαρτικὰ ἁμαρτιῶν.

Παλαιὰ μὲν ὁ πασχάλιος ἀμνὸς θυσιαζόταν στὰ κρυφά· ἐσὺ ὅμως, ἀνεξίκακε Σωτήρ, θυσιασθεὶς σὲ χῶρο ἀνοικτό, καθάρισες ὁλόκληρη τὴν κτίση ἀπὸ τὴν ἀσχήμια τῆς φθορᾶς.

Ποιός μπορεῖ νὰ περιγράψει τὴ φρικτὴ καὶ πράγματι καινοφανὴ συμπεριφορά; Αὐτὸς ποὺ κυριαρχεῖ στὴν κτίση σήμερα δέχεται τὸ πάθος καὶ πεθαίνει γιὰ μᾶς (γιὰ τὴ σωτηρία μας).

Αὐτὸς ποὺ κατέχει καὶ χειρίζεται τὴ ζωὴ πῶς παρουσιάζεται τώρα νεκρός; Ἔκραζαν οἱ ἄγγελοι ἐκπληττόμενοι· πῶς περιορίζεται σὲ μνῆμα ὁ Θεός;

Ἀπὸ τὴν πλευρά σου, Σωτήρ μου, ποὺ τρυπήθηκε ἀπὸ τὴ λόγχη, ἐπιστάζεις ζωὴ στὴ Ζωὴ (τὴν Εὔα), ποὺ μὲ ἐξόρισε ἀπὸ τὴ ζωὴ (τοῦ Παραδείσου διὰ τῆς παρακοῆς της), καὶ μὲ ζωογονεῖς μαζί της.

Ὅταν ἁπλώθηκες στὸ ξύλο (τὸ σταυρὸ), μάζεψες κοντά σου τοὺς ἀνθρώπους· ὅταν δὲ τρυπήθηκες τὴ ζωήρρυτη πλευρά σου, πηγάζεις σὲ ὅλους ἄφεση ἁμαρτημάτων, Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων (Ἰωσὴφ), Σωτήρ μου, μὲ δέος ἑτοιμάζει τὸ νεκρὸ σῶμα σου καὶ σὲ κηδεύει εὐλαβῶς, μένοντας ἔκθαμβος ἀπὸ τὴ μορφή σου, ποὺ ἐμπνέει θάμβος ἱερό.

Κατελθὼν μὲ τὴ βούλησή σου κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ὡς θνητός, ἐπαναφέρεις ἀπὸ τὴ γῆ στὰ οὐράνια, ἐκείνους ποὺ ἐξέπεσαν ἀπὸ ἐκεῖ, Ἰησοῦ.

Ἂν καὶ ἐθεάθης νεκρός, ὅμως, ὡς ζῶν ἀληθινὸς Θεός, ἐπαναφέρεις ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανό, στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκείνους, Ἰησοῦ, ποὺ ἀπὸ ῾κεῖ εἶχαν ἐκπέσει.

Ἂν καὶ ἐθεάθης νεκρός, ὅμως, ὡς ζῶν ἀληθινὸς Θεός, ἀναζωογόνησες τοὺς βροτοὺς ποὺ νεκρώθηκαν (διὰ τῆς παρακοῆς), νεκρώνοντας συγχρόνως καὶ αὐτόν, ποὺ μὲ νέκρωσε (τὸ διάβολο).

Ὤ τῆς χαρᾶς ἐκείνης! Ὤ τῆς μεγάλης ἡδονῆς! Μὲ τὶς ὁποῖες γέμισες τοὺς ἐν τῷ ᾅδῃ νεκρούς, ἀστράφτοντας φῶς στὰ ζοφερὰ ἔγκατα τῆς γῆς (ᾅδη).

Προσκυνῶ τὸ πάθος, ἀνυμνῶ τὴν ταφή, δοξάζων σου τὴ δύναμη, φιλάνθρωπε, διὰ τῶν ὁποίων ἀπαλλάχτηκα ἀπὸ τὰ πάθη τὰ φθοροποιά.

Ἐναντίον σου, Χριστέ, ἀκονιζόταν ἡ ρομφαία (ἡ σπάθη τῶν σταυρωτῶν) καὶ ταυτόχρονα ἡ ρομφαία τοῦ ἰσχυροῦ (διαβόλου) ἀμβλύνεται, καὶ νικᾶται ἡ ρομφαία (τοῦ ἀγγέλου), ποὺ φύλαγε τὴν πύλη τῆς Ἐδέμ.

Βλέπουσα ἡ ἀμνάδα (ἡ Θεοτόκος) τὸ ἀρνίο της (τὸν Χριστὸ) νὰ ὁδηγεῖται σὲ σφαγή, πληττομένη ἀπὸ τὰ καρφιὰ τῆς λύπης θρηνοῦσε γοερῶς, παρακινούσα καὶ τὸ ποίμνιο (τοὺς πιστοὺς) νὰ φωνάζει καὶ αὐτό.

Εἴτε θάβεσαι στὸν τάφο, εἴτε πορεύεσαι στὸν ᾅδη, Χριστέ, ἕνα εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι καὶ τοὺς τάφους ἄδειασες (ἀπὸ τοὺς νεκροὺς) καὶ τὸν ᾅδη ἀπεγύμνωσες ἀπὸ τὴ δύναμή του.

Ἀφοῦ κατῆλθες ἑκουσίως κάτω ἀπὸ τὴ γῆ (στὸ μνῆμα), ξανάδωσες ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ νεκρώθηκαν, καὶ τοὺς ἀνύψωσες στὴ δόξα τοῦ Πατρός.

Ὁ ἕνας τῆς Τριάδος (ὁ Λόγος) ὑπέμεινε γιὰ μᾶς στὴ σάρκα του θάνατον ἐπονείδιστο· φρίττει γιαυτὸ ὁ ἥλιος καὶ τρέμει ἡ γῆ.

Σὰν ἀπὸ κρήνη πικρή, τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, οἱ ἀπόγονοί της στὸ μνῆμα κατέθεσαν ἐκεῖνον, ποὺ τοὺς ἔδωσε τροφὴ τὸ μάννα στὴν ἔρημο.

Ὁ Κριτὴς τοῦ παντὸς (ὁ Χριστὸς) ὡς ὑπόδικος μπροστὰ στὸν κριτὴ (δικαστὴ) Πιλάτο στεκόταν καὶ ἄδικα κατακρίθηκε σὲ θάνατο σταυρικό.

Λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, φονικὲ καὶ ὑπερήφανε, τί σ᾿ ἔπιασε νὰ ἐλευθερώσεις τὸν Βαραββᾶ, τὸ δὲ Σωτήρα νὰ παραδώσεις στὸ σταυρό;

Ἐσύ, ποὺ μὲ τὸ χέρι σου ἔπλασες τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ χῶμα, γιὰ χάρη του προσέλαβες τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου καὶ θεληματικὰ σταυρώθηκες.

Λόγε τοῦ Θεοῦ, ὑπακούοντας στὸ θέλημα τοῦ Πατρός, κατέβης μέχρι τὸ φοβερὸ ᾅδη, καὶ ἀνέστησες τὸ ἐκεῖ γένος τῶν βροτῶν (ἀνθρώπων).

Ἀλίμονό μου, φῶς τοῦ κόσμου! Ἀλίμονό μου, φῶς τὸ δικό μου! Ποθεινότατὲ μου Ἰησοῦ, ἡ Παρθένος ἔκραζε, θρηνωδούσα γοερῶς.

Φθονερέ, φονικὲ καὶ ἀσεβέστατε λαέ, ἂν μὴ τί ἄλλο νὰ ντραπεῖς τὰ σεντόνια καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριο (νεκρικὸ κεφαλόδεσμο) τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν (Αὐτά, βρεθέντα ἄθικτα στὸ μνῆμα, ἀπέδειξαν περίτρανα τὴν ἀνάσταση, τὴν ὁποία ὅμως πεισματικὰ ἀρνήθηκαν ἐκεῖνοι).

Ἔλα λοιπόν, ἀκάθαρτε καὶ φονευτὴ μαθητή, νὰ μοῦ δείξεις τὴν αἰτία τῆς κακίας σου, γιὰ τὴν ὁποία ἔγινες προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Σὰν φιλάνθρωπος τάχα ὑποκρίνεσαι, Ἰούδα, ἀνόητε καὶ τυφλέ, γεμάτε ἀπὸ ἐχθρότητα καὶ καταστροφικότητα, ἐσὺ ποὺ τὸ μύρο τοῦ Θεοῦ (τὸν Χριστὸ) πούλησες μὲ τιμή.

Τοῦ οὐρανίου μύρου (τοῦ Χριστοῦ) ποιά ἔλαβες τιμή; Τί δέχτηκες ἀντάξιο τοῦ ἀνεκτίμητου; Σὲ κυρίευσε λύσσα, τρισκατάρατε Σατανᾶ.

Ἂν εἶσαι πραγματικὰ φιλόπτωχος καὶ λυπᾶσαι γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ μύρου, ποὺ χύθηκε γιὰ ἐξιλέωση τῆς ψυχῆς (τῆς πόρνης γυναίκας), πῶς προδίδεις ἀντὶ χρυσοῦ αὐτόν, ποὺ παρέχει τὸ φῶς;

Ὤ Θεὲ καὶ Λόγε, ὢ γλυκιά μου χαρά, πῶς νὰ ὑποφέρω τὴν ταφή σου τὴν τριήμερη; Τώρα τὰ μητρικά μου σπλάγχνα σπαράσσονται ὀδυνηρά.

Ποιός θὰ μοῦ δώσει ὕδωρ καὶ δακρύων πηγές, ἡ θεόνυμφη Παρθένος κραύγαζε, γιὰ νὰ κλάψω τὸν γλυκύ μου Ἰησοῦ;

Ὤ βουνὰ καὶ νάπες (δασώσεις κοιλάδες) καὶ ἀνθρώπων πλήθη πολλὰ νὰ κλάψετε καὶ νὰ θρηνήσετε μαζί μου τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ σας.

Πότε θὰ δῶ, Σωτήρ μου, ἐσένα ποὺ εἶσαι τὸ ἄχρονο φῶς, ἡ χαρὰ καὶ ἡδονὴ τῆς καρδιᾶς μου; Ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Ἂν καὶ σὰν τὴ σκληρὴ κι ἀπότομη πέτρα (στὴν ἔρημο, τὴν ὁποία κτύπησε ὁ Μωυσῆς καὶ ἔτρεξαν ἄφθονα νερὰ), δέχτηκες νὰ κοπεῖ ἡ ζωή σου (ἐπάνω στὸ σταυρὸ), ἀλλ᾿ ὄντας πηγὴ τῆς ζωῆς, ἀνέβλυσες τὸ ρεῖθρο τῆς ἀθάνατης ζωῆς.

Ποτιζόμενοι ἀπὸ τὴν πλευρά σου, ποὺ σὰν μιὰ ἑνιαία κρήνη πηγάζει τὸ διπλὸ ποταμὸ (αἷμα καὶ ὕδωρ), γινόμαστε μέτοχοι τῆς ἀθάνατης ζωῆς.

Ἂν καὶ θέλοντας, Λόγε, ἐθεάθης στὸ μνῆμα νεκρός, ὅμως ζεῖς καί, ὅπως προεῖπες Σωτήρα μου, διὰ τῆς ἀναστάσεώς σου θὰ ἐγείρεις ἐκ τῶν τάφων τοὺς νεκρούς.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἀνυμνοῦμε, Λόγε, σὲ τῶν ὅλων Θεὸ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, καὶ δοξάζουμε τὴ θεία σου ταφή.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Σὲ μακαρίζουμε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ μὲ πίστη τιμᾶμε τὴν τριήμερη ταφὴ τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ μας.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ἐσύ, Χριστέ, ποὺ εἶσαι ἡ ζωὴ τῶν πάντων, κατατέθηκες σὲ τάφο, καὶ οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις γέμιζαν ἀπὸ ἔκπληξη, δοξάζουσαι τὴν ἄφατη ταπείνωση καὶ συγκατάβασή σου.

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι εὐλόγηταὶ σου τὸ ὄνομα, καὶ δεδόξασταί σου ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Καὶ θυμιάσαντος τοῦ Ἱερέως, ἀρχόμεθα τῆς δευτέρας στάσεως.

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ἦχος πλ. α´.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην· τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν, τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.

Ἔφριξεν ἡ γῆ, καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη, σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φέγγους Χριστέ, δύναντος ἐν τάφῳ σωματικῶς.

Ὕπνωσας Χριστέ, τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ, καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας, τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

Μόνη γυναικῶν, χωρὶς πόνον ἔτεκόν σε Τέκνον, πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ, ἀφορήτους, ἔλεγεν ἡ Σεμνή.

Ἄνω σε Σωτήρ, ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα, κάτω δὲ νεκρὸν ἡπλωμένον γῇ, φρίττουσιν ὁρῶντα τὰ Σεραφίμ.

Ῥήγνυται ναοῦ, καταπέτασμα τῇ σῇ σταυρώσει, κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς, σοῦ κρυβέντος Ἥλιε ὑπὸ γῆν.

Γῆς ὁ καταρχάς, μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γύρον, ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν· φρίξον τῷ θεάματι Οὐρανέ.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν, ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας, ἵν᾿ ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος, τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.

Θρῆνον ἱερόν, δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι, ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν, ἵνα καὶ τὸ Χαῖρε ἀκουσώμεθα σὺν αὐταῖς.

Μύρον ἀληθῶς, σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε· ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον, ὡς νεκρῷ τῷ ζῶντι, γυναῖκες Μυροφόροι.

ᾍδου μὲν ταφείς, τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις, θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς, καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τούς γηγενεῖς.

Ῥεῖθρα τῆς ζωῆς, ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία, τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ, τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾍδου μυχοῖς.

Ἵνα τὴν βροτῶν, καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν, πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί. Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν, ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης, καὶ νεκρούς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾍδῃ σκότος.

Κόκκος διφυής, ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι, σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον, ἀλλ᾿ ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.

Ἔπτηξεν Ἀδάμ, Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσω, χαίρει δὲ πρὸς ᾍδην φοιτήσαντος, πεπτωκὸς τὸ πρῴην, καὶ νῦν ἐγηγερμένος.

Σπένδει σοι χοάς, ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων, σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι, ἐκβοῶσα· Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.

Τάφῳ Ἰωσήφ, εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων, ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς, τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.

Ἥλοις σε Σταυρῷ, πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε, βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς, βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.

Σὲ τὸν τοῦ παντός, γλυκασμὸν ἡ Μήτηρ καθορῶσα, πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρόν, δάκρυσι τὰς ὄψεις βρέχει πικρῶς.

Τέτρωμαι δεινῶς, καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε, βλέπουσα τὴν ἄδικόν σου σφαγήν· ἔλεγεν ἡ Πάναγνος ἐν κλαυθμῷ.

Ὄμμα τὸ γλυκύ, καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε; πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε; φρίττων ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕμνους Ἰωσήφ, καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους, ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν· ᾄδει δὲ σὺν τούτοις καὶ Σεραφίμ.

Δύνεις ὑπὸ γῆν, Σῶτερ, Ἥλιε δικαιοσύνης· ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε, ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.

Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ, ᾍδης σε τὸν ζωοδότην, πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα, καὶ τοὺς ἀπ᾿ αἰῶνας, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.

Ἥλιος φαιδρόν, ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε· καὶ σὺ δ᾿ ἀναστὰς ἐξαστράψειας, μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.

Γῆ σε πλαστουργέ, ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ, συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται, ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.

Μύροις σε Χριστέ, ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων, νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες· Φρίξον, ἀνεβόων, πᾶσα ἡ γῆ.

Ἔδυς Φωτουργέ, καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου· τρόμῳ δὲ ἡ Κτίσις συνέχεται, πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτός, τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον· ἄνθρωπος θνητὸς δ᾿ ὡς θνητὸν Θεόν, κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρίξον ἡ γῆ!

Ἴδε Μαθητήν, ὃν ἠγαπήσας καὶ σὴν Μητέρα, Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον, ἔκραζε δακρύουσα ἡ Ἁγνή.

Σὺ ὡς ὢν ζωῆς, χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους, ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας· ἀλλ᾿ ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.

Κάλλος Λόγε πρίν, οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες, ἀλλ᾿ ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας, καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.

Ἔδυς τῇ σαρκί, ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος· καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος, ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.

Ἥλιος ὁμοῦ, καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ, δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον, οἳ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.

Οἶδέ σε Θεόν, Ἑκατόνταρχος κἂν ἐνεκρώθης· πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί; φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕπνωσεν Ἀδάμ, ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει· σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ, βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου Κόσμῳ ζωήν.

Ὕπνωσας μικρόν, καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας, καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας, τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος Ἀγαθέ.

Ἤρθης ἀπὸ γῆς, ἀλλ᾿ ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας, τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε· Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.

Πῶς οἱ νοεροί, Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες, γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον, ἔφερον τὴν τόλμαν τῶν σταυρωτῶν;

Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένος Ἑβραίων, ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ· διὰ τί κατέκρινας τὸν Χριστόν;

Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ, τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις, ὃς τὸν Οὐρανὸν κατεστέρωσε, καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.

Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε, σοὺς θανέντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.

Ἥλιον τὸ πρίν, Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν· αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας, καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.

Κόλπων πατρικῶν, ἀνεκφοίτητος μείνας Οἰκτίρμον, καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας, καὶ εἰς ᾍδην καταβέβηκας Χριστέ.

Ἤρθη σταυρωθείς, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας, καὶ ὡς ἄπνους ἐν αὐτῇ νῦν προσκλίνεται, ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.

Οἴμοι ὦ Υἱέ! ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει· ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον, κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.

Ταῦτα Γαβριήλ, μοὶ ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη, ὃς τὴν Βασιλείαν αἰώνιον, ἔφη τοῦ Υἱοῦ μου τοῦ Ἰησοῦ.

Φεῦ! τοῦ Συμεών, ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία· ἡ γὰρ σὴ ῥομφαία διέδραμε, τὴν ἐμήν καρδίαν Ἐμμανουήλ.

Κἂν τοὺς ἐκ νεκρῶν, ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι, οὓς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν, ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.

Ἔφριξεν ἰδών, τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου, μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε, καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.

Ἔκλαιε πικρῶς, ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε, ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε, σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν τὴν σήν, ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ, βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο· Μὴ βραδύνῃς ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.

ᾍδης ὁ δεινός, συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν, Ἥλιε τῆς δόξης ἀθάνατε, καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.

Μέγα καὶ φρικτόν, Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται! ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη, ζωῶσαι θέλων πάντας.

Νύττῃ τὴν πλευράν, καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας, πληγὴν ἐκ πλευρᾶς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν, χειρῶν τῶν Προπατόρων.

Πρὶν τὸν τῆς Ῥαχήλ, υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ᾿ οἶκον· νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο, Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.

Ῥάπισμα χειρῶν, Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι, τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος, καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.

Ὕμνοις σου Χριστέ, νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε, ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν, οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇ ταφῇ.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα, σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον, κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Τέξασα ζωήν, Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε, παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα, καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σὲ τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Μικρὰ Συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπὶ θρόνου δόξης τῶν Χερουβὶμ ἐπαναπαυόμενος, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ θυμιᾷ πάλιν ὁ Ἱερεὺς ἀρχομένης τῆς ἑπομένης τρίτης στάσεως.

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ἦχος πλ. α´.

Εἶναι ἄξιο νὰ δοξάζουμε ἐσένα, ποὺ ἅπλωσες τὰ χέρια σου ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ συνέτριψες τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Εἶναι ἄξιο νὰ δοξάζουμε ἐσένα ποὺ εἶσαι τῶν ὅλων Κτίστης, διότι διὰ τῶν παθημάτων σου πετύχαμε τὴν ἀπάθεια, λυτρωθέντες ἀπὸ τὴ φθορά.

Ἔφριξε ἡ γῆ, Σωτήρ μου, ἀπὸ φόβο, καὶ ὁ ἥλιος ἔκρυψε τὶς ἀκτίνες του, ὅταν ἐσύ, Χριστέ, τὸ ἄδυτο φῶς, εἰσῆλθες στὸν τάφο σωματικῶς.

Κοιμήθηκες, Χριστέ, τὸν ζωογόνο ὕπνο στὸν τάφο καὶ ἀπὸ τὸ βαρὺ ὕπνο τῆς ἁμαρτίας ἀνέστησες τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.

Μόνη ἀπὸ τὶς γυναῖκες σὲ γέννησα χωρὶς πόνους, τέκνον, τώρα δὲ μὲ τὸ πάθος σου νιώθω ἀφόρητους, ἔλεγε ἡ Μητέρα ἡ σεμνή.

Τὰ Σεραφεὶμ συγκλονίζονται ἀπὸ τρόμο, βλέποντάς σε, Σωτήρα μου, νὰ εἶσαι ἄνω ἀχώριστα ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα καὶ κάτω νεκρὸ ξαπλωμένο στὴ γῆ.

Σχίζεται τοῦ ναοῦ τὸ καταπέτασμα, Λόγε, μὲ τὴ σταύρωσή σου, καὶ οἱ ἀστέρες κρύβουν τὸ φῶς τους, ὅταν ἐσύ, ὁ φωτεινὸς Ἥλιος, κρύφτηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ.

Ἐκεῖνος, ποὺ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας μὲ ἕνα μόνο νεῦμα του (μὲ μιὰ του προσταγὴ) στερέωσε τὴν περίμετρο τῆς γῆς, τώρα σὰν ἄνθρωπος χωρὶς πνοὴ βυθίστηκε κάτω ἀπὸ τὴ γῆ· φρίξε, οὐρανέ, γιὰ τὸ θέαμα αὐτὸ τὸ φοβερό.

Βυθίστηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ἐσὺ ποὺ ἔπλασες μὲ τὰ χέρια σου τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ σηκώσεις ἀπὸ τὴν πτώση τους τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὸ πανίσχυρο κράτος σου.

Ἐλᾶτε νὰ ψάλλουμε θρῆνο ἱερὸ γιὰ τὸν Χριστὸ ποὺ πέθανε, ὅπως οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἔκαναν πρίν, ὥστε ν᾿ ἀκούσουμε μαζί τους καὶ τὸ «χαῖρε» (τοῦ ἀγγέλου).

Μύρο ἀληθινὸ ποὺ δὲν ἐξαντλεῖται ποτέ, ἐσὺ εἶσαι Λόγε τοῦ Θεοῦ· γιαυτὸ καὶ γυναῖκες μυροφόρες προσέφεραν μύρα, ὡς σὲ νεκρό, σ᾿ ἐσένα ποὺ εἶσαι γεμάτος ἀπὸ ζωή.

Μὲ τὸν ἐνταφιασμό σου, Χριστέ, συντρίβεις τὰ βασίλεια τοῦ ᾅδη, καὶ μὲ τὸ θάνατό σου θανατώνεις τὸ θάνατο καὶ ἐλευθερώνεις ἀπὸ τὴ φθορὰ τοὺς γηγενεῖς (τοὺς γήϊνους ἀνθρώπους).

Ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζουν νάματα ζωῆς, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὸν τάφο, ζωογονεῖ ὅσους ὑπῆρχαν στὰ ἀδιαπέραστα βάθη τοῦ ᾅδη.

Γιὰ νὰ κάνω καινούργια τὴ συντριβείσα (ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) φύση τῶν ἀνθρώπων, ἔχω κτυπηθεῖ θεληματικὰ μὲ θάνατο στὴ σάρκα μου. Λοιπόν, Μητέρα, μὴ βασανίζεσαι μὲ ὀδυρμούς.

Κρύφτηκες κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ὁ φωτεινὸς Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ σήκωσες σὰν ἀπὸ ὕπνο τοὺς νεκρούς, ἀφανίσας ὅλο τὸ σκοτάδι ποὺ ὑπῆρχε στὸν ᾅδη.

Ὁ διπλὸς κόκκος (Θεὸς καὶ ἄνθρωπος), ὁ παρεκτικὸς ζωῆς, σπείρεται σήμερα μὲ δάκρυα στοὺς κόλπους τῆς γῆς· ἀφοῦ ὅμως βλαστήσει, θὰ γεμίσει τὸν κόσμο μὲ χαρά.

Ζάρωσε ἀπὸ φόβο ὁ Ἀδάμ, ὅταν ἄκουσε τὸν Θεὸ νὰ περπατᾶ στὸν Παράδεισο (τῆς Ἐδὲμ), χαίρει ὅμως τώρα ποὺ (ὁ Θεὸς) ἐπισκέφθηκε τὸν ᾅδη, ὄντως τότε πεπτωκὼς (στὴν ἁμαρτία), τώρα δὲ ἀναστημένος ἀπὸ τὸν τόπο τῆς φθορᾶς.

Χύνει δάκρυα σ᾿ ἐσένα, σὰν θυσία, ἡ Μητέρα σου Χριστέ, ὅταν κατατέθηκες στὸ μνῆμα, φωνάζουσα· ἀνάστα, τέκνον μου, ὅπως προεῖπες.

Καλύπτοντάς σε μὲ εὐλάβεια, Σωτήρ, ὁ Ἰωσὴφ στὸ καινὸ μνημεῖο, σοῦ ψάλλει ἐπικήδεια ᾄσματα ἀνακατεμένα μὲ τοὺς θρήνους του.

Ἡ Μητέρα σου, Λόγε, βλέποντάς σε νὰ εἶσαι τρυπημένος μὲ καρφιὰ στὸ σταυρό, ἔχει κτυπηθεῖ στὴν ψυχὴ μὲ καρφιὰ καὶ βέλη λύπης πικρῆς.

Βλέποντας ἡ Μητέρα σου ἐσένα τὸν γλυκασμὸ τοῦ παντός, νὰ ποτίζεσαι μὲ τὸ πικρὸ πιοτὸ (τὴ χολὴ), βρέχει τὸ πρόσωπό της μὲ δάκρυα πικρά.

Ἔχω πληγωθεῖ φοβερὰ καὶ τὰ σπλάγχνα μου σπαράσσονται, Λόγε, βλέποντας τὴν ἄδικη σφαγή σου στὸ σταυρό, ἔλεγε ἡ πάναγνη μὲ κλαυθμό.

Πῶς νὰ κλείσω, Λόγε, τὰ γλυκὰ μάτια καὶ τὰ χείλη σου; Πῶς νὰ σὲ κηδεύσω μὲ νεκροπρέπεια; Μὲ φρίκη φώναζε ὁ Ἰωσήφ.

Ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος ψάλλουν ἐπιτάφια ᾄσματα στὸ Χριστό, τώρα ποὺ νεκρώθηκε. Μαζί τους ψάλλουν καὶ τὰ Σεραφείμ.

Βυθίζεσαι στὴ γῆ, Σωτήρα, Ἥλιε δικαιοσύνης· γιαυτὸ ἡ Μητέρα σου, σὰν ἄλλη σελήνη, παθαίνει ἔκλειψη, μὴ βλέποντας τὸ πρόσωπό σου.

Ἔφριξε ὁρώντας, Σωτήρ μου, ὁ ᾅδης ἐσένα τὸ ζωοδότη, νὰ τὸν ἀπογυμνώνεις ἀπὸ τὸν πλοῦτο του καὶ νὰ ἀνασταίνεις τοὺς νεκρούς, ποὺ πέθαναν ἀπὸ παλαιά.

Ὁ ἥλιος μετὰ τὴ νύκτα, Λόγε, ἀκτινοβολεῖ λαμπρῶς, ἀλλὰ κι ἐσύ, ἀφοῦ ἀναστηθεῖς, θὰ λάμψεις μετὰ θάνατο φαιδρῶς, σὰν νὰ βγαίνεις ἀπὸ θάλαμο νυφικό.

Ἡ γῆ ἀφοῦ δέχτηκε στοὺς κόλπους της ἐσένα τὸ Σωτήρα Πλαστουργό, κυριευθείσα ἀπὸ τρόμο, τινάσσεται, ξυπνώντας μὲ τὸ τίναγμά της τοὺς νεκρούς.

Ὁ Νικόδημος καὶ ὁ εὐσχήμων (Ἰωσὴφ), ἀφοῦ σὲ περιποιήθηκαν μὲ ἀρώματα κατὰ τρόπο ξένο καὶ ἀσυνήθιστο, φώναζαν· φρίξε, ὁλόκληρη ἡ γῆ.

Κρύφτηκες, Φωτουργέ, καὶ μαζί σου κρύφτηκε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου· ἡ δὲ κτίση ἀπὸ τρόμο κατέχεται, κηρύσσοντάς σε δημιουργὸ τοῦ παντός.

Λίθος (τοῦ μνήματος), ποὺ λαξεύτηκε ἀπὸ χέρι ἀνθρώπινο, σκεπάζει τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο (τῆς Ἐκκλησίας)· ἄνθρωπος δὲ θνητὸς (ὁ Ἰωσὴφ) κρύβει τώρα στὸν τάφο σὰν θνητό, τὸν Θεό· φρίξε ἀπὸ τρόμον ἡ γῆ!

Κοίταξε μαθητή, τὸν ὁποῖο ἀγάπησες (τὸν Ἰωάννη) καὶ τὴ Μητέρα σου, τέκνο γλυκύτατο, καὶ δῶσε λόγο (μίλησέ μας), ἔκραξε μὲ δάκρυα ἡ ἁγνή.

Ἐσύ, Λόγε, ἐπειδὴ εἶσαι ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, δὲ νέκρωσες τοὺς Ἰουδαίους, ὅταν ἁπλώθηκες ἐπάνω στὸ σταυρό, ἀλλ᾿ ἀνέστησες καὶ αὐτῶν τοὺς νεκρούς.

Λόγε, πρὶν (κατὰ τὸ πάθος) οὔτε φυσικὴ ὀμορφιὰ εἶχες οὔτε ὄψη καθαρὴ (τὶς ἀφάνισαν τὰ παθήματα)· ὅταν ὅμως ἀναστήθηκες ἔλαμψες ἐκθαμβωτικά, στολίσας τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ θείου σου φωτός.

Κρύφτηκες σωματικῶς στὴ γῆ ὁ ἀστέρας ὁ φωτεινός, ποὺ ποτὲ δὲ δύει, καὶ μὴν μπορώντας νὰ ὑποφέρει βλέποντας αὐτὸ ὁ ἥλιος, ἔχασε τὸ φῶς του, ὅταν ἡ ἡμέρα ἦταν σὲ ἀκμὴ (ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ).

Ὁ ἥλιος μαζὶ μὲ τὴ σελήνη, χάνοντας τὸ φῶς τους, Σωτήρα, εἰκόνιζαν δούλους καλούς, οἱ ὁποῖοι ντύνονται μαῦρες στολὲς (γιὰ νὰ ἐκφράσουν πένθος σὲ θάνατο τοῦ Κυρίου τους).

Ὁ ἑκατόνταρχος σὲ ἀναγνώρισε Θεό, ἔστω κι ἂν νεκρώθηκες· ἐγὼ λοιπὸν πῶς θὰ σὲ ψαύσω μὲ τὰ χέρια μου; Φρίττω! Φώναζε ὁ Ἰωσήφ.

Κοιμήθηκε ὁ Ἀδὰμ (κατὰ τὴ δημιουργία), ἀπὸ τὴν πλευρά του ὅμως βγῆκε ὁ θάνατος (ἡ Εὔα ποὺ ἔπεσε στὴν ἁμαρτία)· τώρα δὲ σύ, κοιμηθείς, Λόγε τοῦ Θεοῦ, ἀναβλύζεις ἀπὸ τὴν πλευρά σου γιὰ τὸν κόσμο ζωή.

Κοιμήθηκες, Ἀγαθέ, γιὰ λίγο καὶ ζωοποίησες τοὺς νεκροὺς καί, ἀφοῦ ξύπνησες (ἀναστήθηκες), ξύπνησες μαζί σου ὅλους, ὅσοι κοιμώντουσαν ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Ὑψώθηκες ἀπὸ τὴ γῆ, Κύριε, ἀλλὰ ἀνέβλυσες τὸν οἶνο τῆς σωτηρίας, ἄμπελε ποὺ στάζεις ζωή. Δοξάζω τὸ πάθος σου καὶ τὸ σταυρό.

Πῶς οἱ νοεροὶ ταγματάρχες (οἱ ἄγγελοι), Σωτήρα, βλέποντάς σε γυμνό, γεμάτο αἵματα καὶ καταδικασμένο, ὑπέμειναν τὴν τόλμη τῶν σταυρωτῶν;

Διεφθαρμένο γένος τῶν Ἑβραίων, ὅμοιο μὲ ἀραβικό, γνώρισες τὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ (τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ). Γιὰ ποιό λόγο, λοιπόν, καταδίκασες σὲ θάνατο τὸν Χριστό;

Ντύνεις μὲ χλαμύδα ἐμπαικτικὰ τὸν Κοσμήτορα τῶν πάντων, ἐκεῖνον ποὺ γέμισε τὸν οὐρανὸ μὲ ἄστρα κι στόλισε θαυμάσια τὴ γῆ.

Ὅπως ὁ πελεκὰν (τὸ πτηνὸ), πληγωμένος τὴν πλευρά σου, Λόγε, τὰ νεκρὰ παιδιά σου ἐζώωσες, ἐπιστάξας σ᾿ αὐτὰ κρουνοὺς ζωοποιούς.

Παλαιὰ ὁ Ἰησοῦς (τοῦ Ναυῆ), θέλοντας νὰ κατακόψει τοὺς ἀλλόφυλους, διέταξε τὸν ἥλιο ν᾿ ἀνακόψει τὴν πορεία του. Ἐσὺ δέ, ὁ Κύριος, τὸν ἀπέκρυψες (στὸ σταυρὸ), νικώντας τοῦ σκότους τὸν ἀρχηγὸ (διάβολο).

Χωρὶς ν᾿ ἀποχωριστεῖς ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους (στὴν Τριάδα), εὔσπλαγχνε Χριστέ, εὐαρεστήθηκες νὰ γίνεις ἄνθρωπος καὶ νὰ κατέβης στὴ σκοτεινὴ τοῦ ᾅδη περιοχή.

Ἀνυψώθηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸ σταυρὸ αὐτός, ποὺ κρέμασε τὴ γῆ πάνω στὰ ὕδατα, καὶ τώρα νεκρὸς χωρὶς πνοὴ θάβεται σ᾿ αὐτήν· αὐτὸ μὴν μπορώντας ν᾿ ἀντέξει (ἡ γῆ), ἐσείετο ἰσχυρῶς.

Ἀλίμονο, Υἱέ μου! λέγει κλαίουσα ἡ ἀπείρανδρη (ἡ μὴ γνωρίσασα ἄνδρα) Μητέρα· αὐτὸν ποὺ ἤλπιζα νὰ δῶ σὰν βασιλέα, τὸν βλέπω καταδικασμένο στὸ σταυρό.

Αὐτὰ λοιπὸν μοῦ ἀνήγγειλε ὁ Γαβριήλ, ὅταν πέταξε πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ (κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ), μιλώντας γιὰ αἰώνια βασιλεία τοῦ Υἱοῦ μου Ἰησοῦ;

Ἀλίμονο! Τοῦ Συμεὼν ἡ προφητεία βγῆκε ἀληθινὴ (εἶχε πεῖ ὅτι τὸ δίστομο μαχαίρι τῆς λύπης θὰ διαπεράσει τὴν καρδιά μου)· διότι ἡ δική σου ρομφαία, Ἐμμανουὴλ (Υἱὲ καὶ Θεέ μου), διεπέρασε τὴν καρδιά μου.

Ντραπεῖτε τουλάχιστον τοὺς νεκρούς, ὦ Ἰουδαῖοι, τοὺς ὁποίους ὁ ζωοδότης ἀνέστησε, τὸν ὁποῖο ἐσεῖς θανατώσατε φθονερῶς.

Τρόμαξε ὁ ἥλιος καὶ ἔχασε τὸ φῶς του, ὅταν εἶδε ἐσένα, Χριστέ, τὸ ἀόρατο φῶς νὰ κρύβεσαι στὸ μνῆμα χωρὶς πνοή.

Ἔκλαιε πικρῶς ἡ πανάμωμη Μητέρα σου, Λόγε, ὅταν στὸν τάφο ἔβλεπε, ἐσένα τὸν ἄφραστο καὶ ἄναρχο Θεό.

Βλέποντας τὴ νέκρωσή σου ἡ παρθενικότατη Μητέρα σου, Χριστέ, μὲ πίκρα στὴν ψυχὴ ἔλεγε· μὴν ἀργήσεις στοὺς νεκρούς, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ζωή.

Ὁ φοβερὸς ᾅδης τρόμαξε, ὅταν σὲ εἶδε (στὰ μέρη του) ἀθάνατε Ἥλιε τῆς δόξης, καὶ ἐλευθέρωνε τοὺς φυλακισμένους (τὶς ψυχὲς ποὺ κατεῖχε) μὲ σπουδὴ (μὲ ταχύτητα).

Μέγα καὶ φρικιαστικὸ θέαμα, Σωτήρ μου, παρουσιάζεται σήμερα· διότι αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ζωῆς, ὑπέμεινε θάνατο, θέλοντας νὰ ζωοποιήσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Τρυπιέσαι στὴν πλευρὰ καὶ καρφώνεσαι στὰ χέρια, Κύριε, θεραπεύοντας ἀπὸ τὴν πλευρά σου τὴν πληγὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἀκράτεια, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν προπατόρων.

Προηγούμενα ὅλες οἱ οἰκογένειες ἔκλαψαν μόνες τους τὸν υἱό τους, ἀπόγονο τῆς Ραχὴλ (σφαγὴ τῶν νηπίων ἀπὸ τὸν Ἡρώδη)· τώρα τὸν Υἱὸ τῆς Παρθένου θρήνησαν ἡ ὁμάδα τῶν μαθητῶν μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα.

Μὲ τὰ χέρια τους ἔδωσαν (οἱ Ἰουδαῖοι) ράπισμα στὴ σιαγόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ χέρια του ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο καὶ συνέτριψε τὰ κοφτερὰ σαγόνια τοῦ θηρίου (τοῦ διαβόλου).

Μὲ ὕμνους, Χριστέ, ἐγκωμιάζουμε ὅλοι οἱ πιστοί, οἱ λυτρωθέντες ἀπὸ τὸ θάνατο, τὴ σταύρωση καὶ τὴν ταφή σου.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα, τὴ δύναμη τῶν βασιλέων ἐνίσχυσε, ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Ἐσύ, ποὺ γέννησες τὴ ζωή, παναμώμητη ἁγνὴ Παρθένε, παῦσε τῆς Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα καὶ εἰρήνευσε αὐτήν, ὡς ἀγαθή.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Εἶναι ἄξιο νὰ δοξάζουμε ἐσένα, ποὺ ἅπλωσες τὰ χέρια σου ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ συνέτριψες τὸ κράτος τοῦ ἐχθρους.

Μικρὰ Συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Ὅτι ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπὶ θρόνου δόξης τῶν Χερουβὶμ ἐπαναπαυόμενος, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ θυμιᾷ πάλιν ὁ Ἱερεὺς ἀρχομένης τῆς ἑπομένης τρίτης στάσεως.

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Ἦχος γ´.

Αἱ γενεαί πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.

Καθελὼν τοῦ ξύλου, ὁ Ἀριμαθαίας, ἐν τάφῳ σε κηδεύει.

Μυροφόροι ἦλθον, μύρα σοι Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.

Δεῦρο πᾶσα κτίσις, ὕμνους ἐξοδίους, προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.

Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα, σὺν Μυροφόροις πάντες, μυρίσωμεν ἐμφρόνως.

Ἰωσὴφ τρισμάκαρ, κήδευσον τὸ σῶμα, Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.

Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, ἐκίνησαν τὴν πτέρναν, κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.

Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα, φέρουσι τῷ Σωτῆρι, χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης, καὶ τῆς Χριστοκτονίας, τῆς τῶν προφητοκτόνων!

Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης, προδέδωκεν ὁ μύστης, τὴν ἄβυσσον σοφίας.

Τὸν Ῥύστην ὁ πωλήσας, αἰχμάλωτος κατέστη, ὁ δόλιος Ἰούδας.

Κατὰ τὸν Σολομῶντα, βόθρος βαθὺς τὸ στόμα, Ἑβραίων παρανόμων.

Ἑβραίων παρανόμων, ἐν σκολιαῖς πορείαις, τρίβολοι καὶ παγίδες.

Ἰωσὴφ κηδεύει, σὺν τῷ Νικοδήμῳ, νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.

Ζωοδότα Σῶτερ, δόξα σου τῷ κράτει, τὸν ᾍδην καθελόντι.

Ὕπτιον ὁρῶσα, ἡ Πάναγνός σε, Λόγε, μητροπρεπῶς ἐθρήνει.

Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;

Θρῆνον συνεκίνει, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.

Γύναια σὺν μύροις, ἥκουσι μυρίσαι, Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.

Θάνατον θανάτῳ, σὺ θανατοῖς Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ.

Πεπλάνηται ὁ πλάνος, ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται, σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.

Πρὸς τὸν πυθμένα ᾍδου, κατήχθη ὁ προδότης, διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.

Τρίβολοι καὶ παγίδες, ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου, παράφρονος Ἰούδα.

Συναπολοῦνται πάντες, οἱ σταυρωταί σου Λόγε, Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.

Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ, συναπολοῦνται πάντες, οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.

Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πῶς πάθος κατεδέξω;

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα.

Σῶμα τὸ ζωηφόρον, ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει, μετὰ τοῦ Νικοδήμου.

Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη, θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα, τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;

Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν, ἐλευθερῶσαι Μῆτερ, μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.

Δοξάζω σου Υἱέ μου, τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν, ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.

Ὄξος ἐποτίσθης, καὶ χολὴν Οἰκτίρμον, τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.

Ἰκρίῳ προσεπάγης, ὁ πάλαι τὸν λαόν σου, στύλῳ νεφέλης σκέπων.

Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ, τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι, προσέφερόν σοι μύρα.

Ἀνάστηθι Οἰκτίρμον, ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων, ἐξανιστῶν τοῦ ᾍδου.

Ἀνάστα Ζωοδότα, ἡ σὲ τεκοῦσα Μήτηρ, δακρυῤῥοοῦσα λέγει.

Σπεῦσον ἐξαναστῆναι, τὴν λύπην λύων Λόγε, τῆς σὲ ἁγνῶς Τεκούσης.

Οὐράνιοι Δυνάμεις, ἐξέστησαν τῷ φόβῳ, νεκρόν σε καθορῶσαι.

Τοῖς πόθῳ τε καὶ φόβῳ, τὰ πάθη σου τιμῶσι, δίδου πταισμάτων λύσιν.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον, θέαμα Θεοῦ Λόγε! πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;

Φέρων πάλαι φεύγει, Σῶτερ Ἰωσήφ σε, καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.

Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, Σωτὴρ μου νεκρωθέντα.

Φρίττουσιν οἱ νόες, τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου, Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.

Ἔῤῥαναν τὸν τάφον, αἱ Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι. (Τρίς)

Εἰρήνην Ἐκκλησίᾳ, λαῷ σου σωτηρίαν, δώρησαι σῇ Ἐγέρσει.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ὢ Τριὰς Θεέ μου, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν Κόσμον.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου, Ἀνάστασιν Παρθένε, ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι ὕμνον τῇ ταφῇ σου προσφέρουσι, Χριστέ μου.

Μικρὰ συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Ἦχος γ´.

Ὅλες οἱ γενιὲς (τῶν ἀνθρώπων) προσφέρουν, Χριστέ μου, ὕμνο στὴν ταφὴ σου.

Ἀφοῦ σὲ κατέβασε ἀπὸ τὸ ξύλο ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, σὲ τάφο σὲ κηδεύει.

Μυροφόρες ἦλθαν, φέρουσες μὲ χαρὰ μύρα γιὰ σένα, Χριστέ μου.

Ἐλᾶτε ὅλη ἡ κτίση νὰ προσφέρουμε στὸν Κτίστη, ἐπικήδεια ᾄσματα καὶ ὕμνους.

Ὅλοι μαζὶ μὲ τὶς Μυροφόρες ἂς ἀλείψουμε μὲ μύρα, σὰν νεκρόν, αὐτὸν ποὺ ζεῖ καὶ εἶναι παρεκτικὸς ζωῆς.

Τρισευτυχισμένε Ἰωσήφ, κήδευσε τὸ σῶμα Χριστοῦ τοῦ ζωοδότη.

Αὐτοί, ποὺ ἔθρεψε μὲ μάννα στὴν ἔρημο, ἔβαλαν σὲ κίνηση τὴν πτέρνα τους, γιὰ νὰ κλοτσήσουν τὸν εὐεργέτη.

Αὐτοί, ποὺ ἔθρεψε μὲ μάννα στὴν ἔρημο, φέρουν στὸ Σωτήρα χολὴ μαζὶ μὲ ὄξος.

Ὤ πόσο μεγάλη εἶναι ἡ παραφροσύνη καὶ τὸ χριστοκτόνο μίσος, ἐκείνων ποὺ σκότωναν τοὺς προφῆτες!

Σὰν ἀνόητος ὑπηρέτης πρόδωσε ὁ μύστης (αὐτὸς ποὺ διδάχτηκε τὰ μυστήρια) τὴν ἄβυσσο τῆς σοφίας (τὸν Χριστὸ).

Ὁ δόλιος Ἰούδας, ποὺ πούλησε τὸ ρύστη (τὸ Σωτήρα), ἔγινε αἰχμάλωτος (τοῦ διαβόλου).

Κατὰ τὸ Σολομώντα, εἶναι βαθὺς βόθρος τὸ στόμα τῶν παράνομων Ἑβραίων (ἀπ᾿ αὐτὸ προέρχονται μόνο ἠθικὲς ἀκαθαρσίες).

Στὸ διαστραμμένο δρόμο ποὺ πᾶνε οἱ παράνομοι Ἑβραῖοι, ὑπάρχουν ἀγκάθια μόνο καὶ παγίδες.

Ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει, μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο, μὲ τρόπο ποὺ πρέπει στοὺς νεκρούς, τὸν Κτίστη.

Ζωοδότη Σωτήρα, δόξα στὴ δύναμή σου, ποὺ συνέτριψε τὸν ᾅδη.

Βλέποντάς σε, Λόγε, ξαπλωμένο (νεκρὸ) ἡ πάναγνη Μητέρα σου θρηνοῦσε, ὅπως ἁρμόζει σὲ μητέρες.

Ὤ ἄνοιξη γλυκιά μου, γλυκύτατο παιδί μου, ποὺ κρύφτηκε ἡ ὀμορφιά σου;

Θρῆνο συγκαλοῦσε ἡ πάναγνη Μητέρα σου, ὅταν νεκρώθηκες, Λόγε.

Γυναῖκες μὲ μύρα ἦλθαν γιὰ ν᾿ ἀλείψουν τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ θεῖο μύρο.

Τὸ θάνατο θανατώνεις μὲ θάνατο, ἐσὺ Θεέ μου, μὲ τὴ θεία ἐξουσία σου.

Αὐτὸς ποὺ πλάνεψε (ὁ διάβολος) πλανήθηκε (ἀπὸ τὸν Θεὸ), ὁ δὲ παραπλανηθεὶς (ὁ ἄνθρωπος) λυτρώθηκε μὲ τὸ σχέδιο τῆς σοφίας σου, Θεέ μου.

Στὸν πυθμένα τοῦ ᾅδη ρίχτηκε ὁ προδότης, σὲ λάκκο καταστροφῆς.

Ἀγκάθια καὶ παγίδες οἱ δρόμοι τοῦ ἀθλίου, παράφρονος Ἰούδα.

Οἱ σταυρωτές σου, Λόγε, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, παμβασιλέα, θὰ καταστραφοῦν ὅλοι (μαζὶ μὲ τὸν Ἰούδα).

Σὲ λάκκο καταστροφῆς (στὴν κόλαση) θὰ χαθοῦν ὅλοι οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων (οἱ φονιάδες).

Υἱὲ τοῦ Θεοῦ παμβασιλέα, Θεέ μου, Πλαστουργέ μου, πῶς δέχτηκες τὸ πάθος;

Ἡ δάμαλις (ἡ Παρθένος), βλέποντας τὸ μόσχο (τὸν Υἱό της) κρεμάμενο στὸ ξύλο, θρηνοῦσε ἀπὸ πόνο (ἠχηρὰ).

Ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο κηδεύουν τὸ ζωηφόρο σῶμα (τοῦ Χριστοῦ).

Κραύγαζε ἡ Κόρη (ἡ Παρθένος), θερμὰ χύνουσα δάκρυα, νιώθοντας νὰ τρυπιοῦνται τὰ σπλάγχνα της (ἀπὸ λύπη).

Ὤ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατο παιδί μου, πῶς καλύπτεσαι τώρα στὸν τάφο;

Νὰ μὴ θρηνεῖς, Μητέρα, ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ πάσχω, γιὰ νὰ ἐλευθερώσω (ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα.

Δοξάζω σου, Υἱέ μου, τὴν ἄκρα εὐσπλαγχνία, ἕνεκα τῆς ὁποίας ταῦτα πάσχεις.

Ποτίστηκες μὲ ξύδι καὶ χολή, εὐσπλαγχνικὲ Θεέ μου, καταργώντας τὴν παλαιὰ γεύση (τοῦ καρποῦ τῆς παρακοῆς).

Στερεώθηκες (μὲ καρφιὰ) ἐπάνω σὲ ἰκρίωμα (τὸν σταυρὸ), ἐσύ, ποὺ παλαιὰ σκέπαζες τὸ λαό σου (στὴν ἔρημο) μὲ φωτεινὴ στήλη νεφέλης (καθοδηγώντας τον στὴν περιπλάνησή του).

Οἱ μυροφόρες (γυναῖκες), Σωτήρ μου, ἐλθοῦσαι στὸ μνημεῖο, σοῦ πρόσφεραν ἀρώματα. (τρὶς)

Ἀνάστα (ἐκ τῶν νεκρῶν), εὐσπλαγχνικὲ Κύριε, ἀνασταίνοντας κι ἐμᾶς ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ βάραθρα τοῦ ᾅδη.

Ἀνάστα (ἐκ τῶν νεκρῶν), ἐσὺ ποὺ δίδεις ζωή, χύνουσα δάκρυα, λέγει ἡ τεκοῦσά σε Μητέρα.

Σπεῦσε ν᾿ ἀναστηθεῖς, Λόγε, καταργώντας τὴ λύπη τῆς Μητέρας, ποὺ ἁγνῶς σὲ ἔφερε στὴ ζωὴ (χωρὶς νὰ χάσει τὴν παρθενία της).

Οἱ οὐράνιες δυνάμεις (οἱ ἀγγέλοι) κατεπλάγησαν ἀπὸ φόβο, βλέποντάς σε νεκρό.

Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ πόθο καὶ μὲ φόβο τιμοῦν τὰ ἅγιά σου πάθη, χορήγει ἄφεση πταισμάτων.

Ὤ φρικτὸ καὶ παράδοξο θέαμα, Λόγε τοῦ Θεοῦ! Πῶς ἡ γῆ σὲ σκεπάζει;

Παλαιὰ ὁ Ἰωσὴφ (ὁ Μνήστωρ), Σωτήρα μου, ἔχοντάς σε μαζί του, φεύγει (στὴν Αἴγυπτο) καὶ τώρα ἄλλος σὲ ἐνταφιάζει.

Ἡ πάναγνη Μητέρα σου, Σωτήρα μου, σὲ κλαίει καὶ σὲ θρηνεῖ, νεκρωθέντα.

Οἱ νοερὲς δυνάμεις (οἱ ἄγγελοι) φρίττουν τὴν ταφή σου, τοῦ Κτίστη τῶν ἁπάντων.

Ράντισαν τὸν τάφο οἱ μυροφόρες μύρα, πολὺ πρωὶ ἐλθοῦσαι. (τρὶς)

Εἰρήνη στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ λαό σου σωτηρίαν, δώρησε μὲ τὴν ἀνάστασὴ σου.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ὤ Τριάδα ἁγία, Θεέ μου, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα, ἐλέησε τὸν κόσμο.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Τοὺς δούλους σου, Παρθένε, ἀξίωσε νὰ δοῦνε τὴν ἔγερση τοῦ Υἱοῦ σου.

Καὶ πάλιν τὸ πρῶτον Τροπάριον.

Ὅλες οἱ γενιὲς (τῶν ἀνθρώπων) προσφέρουν, Χριστέ μου, ὕμνο στὴν ταφὴ σου.

Μικρὰ συναπτὴ καὶ ἐκφώνησις. Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν,…

ΤΑ ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ

Καὶ εὐθὺς ψάλλομεν τὰ ἀναστάσιμα εὐλογητάρια.

Ἦχος πλ. α´.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Τῶν Ἀγγέλων ὁ δῆμος, κατεπλάγη ὁρῶν σε, ἐν νεκροῖς λογισθέντα, τοῦ θανάτου δὲ Σωτήρ, τὴν ἰσχὺν καθελόντα, καὶ σὺν ἑαυτῷ τὸν Ἀδὰμ ἐγείραντα, καὶ ἐξ ᾍδου πάντας ἐλευθερώσαντα.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Τί τὰ μύρα, συμπαθῶς τοῖς δάκρυσιν, ὦ Μαθήτριαι κιρνᾶτε; ὁ ἀστράπτων ἐν τῷ τάφῳ Ἄγγελος, προσεφθέγγετο ταῖς Μυροφόροις· Ἴδετε ὑμεῖς τὸν τάφον καὶ ἤσθητε· ὁ Σωτὴρ γὰρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Λίαν πρωΐ, Μυροφόροι ἔδραμον, πρὸς τὸ μνῆμά σου θρηνολογοῦσαι· ἀλλ᾿ ἐπέστη, πρὸς αὐτὰς ὁ Ἄγγελος, καὶ εἶπε· Θρήνου ὁ καιρὸς πέπαυται· μὴ κλαίετε· τὴν Ἀνάστασιν δὲ Ἀποστόλοις εἴπατε.

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Μυροφόροι γυναῖκες, μετὰ μύρων ἐλθοῦσαι, πρὸς τὸ μνῆμά σου Σῶτερ ἐνηχοῦντο, Ἀγγέλου τρανῶς, πρὸς αὐτὰς φθεγγομένου· Τί μετὰ νεκρῶν, τὸν ζῶντα λογίζεσθε; ὡς Θεὸς γὰρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

Δόξα. Τριαδικόν.

Προσκυνοῦμεν Πατέρα, καὶ τὸν τούτου Υἱόν τε, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα· τὴν ἁγίαν Τριάδα, ἐν μιᾷ τῇ οὐσίᾳ, σὺν τοῖς Σεραφίμ, κράζοντές τό, Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ Κύριε.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Ζωοδότην τεκοῦσα, ἐλυτρώσω Παρθένε, τὸν Ἀδὰμ ἁμαρτίας· χαρμονὴν δὲ τῇ Εὔᾳ, ἀντὶ λύπης παρέσχες· ῥεύσαντα ζωῆς, ἴθυνε πρὸς ταύτην δέ, ὁ ἐκ σοῦ σαρκωθεὶς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος.

Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα. Δόξα σοι ὁ Θεός. (τρίς)

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις· Ὅτι σὲ αἰνοῦσι πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἐξαποστειλάριον. Ἦχος β´.

Ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν (τρίς).

Καὶ εὐθὺς τοὺς Αἴνους, ἐν οἷς ψάλλομεν τὰ ἀκόλουθα Στιχηρὰ Ἰδιόμελα.

Ἦχος β´.

Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλοσύνης αὐτοῦ.

Σήμερον συνέχει τάφος, τὸν συνέχοντα παλάμῃ τὴν Κτίσιν· καλύπτει λίθος, τὸν καλύψαντα ἀρετῇ, τοὺς οὐρανούς· ὑπνοῖ ἡ ζωή, καὶ ᾍδης τρέμει, καὶ Ἀδὰμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται. Δόξα τῇ σῇ οἰκονομίᾳ, δι᾿ ἧς τελέσας πάντα σαββατισμὸν αἰώνιον, ἐδωρήσω ἡμῖν, τὴν παναγίαν ἐκ νεκρῶν σου Ἀνάστασιν.

Ἦχος ὁ αὐτός.

Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ.

Τί τὸ ὁρώμενον θέαμα; τίς ἡ παροῦσα κατάπαυσις; ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων, τὴν διὰ πάθους τελέσας οἰκονομίαν, ἐν τάφῳ σαββατίζει, καινὸν ἡμῖν παρέχων σαββατισμόν. Αὐτῷ βοήσωμεν· Ἀνάστα ὁ Θεὸς κρίνων τὴν γῆν, ὅτι σὺ βασιλεύεις εἰς τοὺς αἰῶνας, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ μέγα ἔλεος.

Ἦχος ὁ αὐτός.

Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ.

Δεῦτε ἴδωμεν τὴν ζωὴν ἡμῶν, ἐν τάφῳ κειμένην, ἵνα τοὺς ἐν τάφοις κειμένους ζωοποιήσῃ· δεῦτε σήμερον, τὸν ἐξ Ἰούδα ὑπνοῦντα θεώμενοι, προφητικῶς αὐτῷ ἐκβοήσωμεν· Ἀναπεσὼν κεκοίμησαι ὡς λέων· τίς ἐγερεῖ σε Βασιλεῦ; ἀλλ᾿ ἀνάστηθι αὐτεξουσίως, ὁ δοὺς ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἑκουσίως· Κύριε, δόξα σοι.

Ἦχος πλ. β´.

Στίχ. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ· πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον.

ᾘτήσατο Ἰωσήφ, τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἀπέθετο ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ· ἔδει γὰρ αὐτὸν ἐκ τάφου, ὡς ἐκ παστάδος προελθεῖν· ὁ συντρίψας κράτος θανάτου, καὶ ἀνοίξας πύλας Παραδείσου ἀνθρώποις, δόξα σοι.

Δόξα. Ἦχος ὁ αὐτός.

Τὴν σήμερον μυστικῶς, ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο λέγων· Καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεός, τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην· τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ εὐλογημένον Σάββατον, αὕτη ἐστὶν ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα· ἐν ᾗ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὑτοῦ, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς κατὰ τὸν θάνατον οἰκονομίας, τῇ σαρκὶ σαββατίσας· καὶ εἰς ὃ ἦν, πάλιν ἐπανελθών, διὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος β´.

Ὑπερευλογημένη ὑπάρχεις, Θεοτόκε παρθένε· διὰ γὰρ τοῦ ἐκ σοῦ σαρκωθέντος ὁ ᾅδης ᾐχμαλώτισται, ὁ Ἀδὰμ ἀνακέκληται, ἡ κατάρα νενέκρωται, ἡ Εὔα ἠλευθέρωται, ὁ θάνατος τεθανάτωται καὶ ἡμεῖς ἐζωοποιήθημεν. Διὸ ἀνυμνοῦντες βοῶμεν· Εὐλογητὸς Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ οὕτως εὐδοκήσας· δόξα σοι.

Δοξολογία μεγάλη. Δόξα σοι τῷ δείξαντι τὸ φῶς… Ψαλλομένου δὲ τοῦ ἆσματικοῦ Ἅγιος ὁ Θεὸς… γίνεται μετὰ πομπῆς ἡ ἔξοδος καὶ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου μετὰ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Κατ᾿ αὐτήν ψάλλεται καὶ τὸ παρὸν Ἰδιόμελον.

Γεωργίου Ἀκροπολίτου. Ἦχος πλ. α´.

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτῖνας καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαῤῥαγὲν τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων· Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸν ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ μήτηρ ὁρῶσα νεκρωθέντα, ἐβόα· Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι καὶ καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορῶσα, ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαῤῥοῦσα μεγαλύνω. Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα, ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ κατέθετο ἐν τάφῳ τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ

Καὶ εὐθὺς ψάλλομεν τὰ ἀναστάσιμα εὐλογητάρια.

Ἦχος πλ. α´.

Εὐλογημένος εἶσαι, Κύριε· δίδαξέ με τὸ Νόμο σου (τὴν τήρηση τοῦ ὁποίου δικαιοῦσαι ν᾿ ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἐμένα).

Οἱ νοερὲς ταξιαρχίες (τῶν ἀγγέλων) κατεπλάγησαν, Σωτήρ μου, βλέποντὰς σε νὰ καταλέγεσαι μεταξὺ τῶν νεκρῶν, νὰ γκρεμίζεις τὴ δύναμη τοῦ θανάτου, νὰ ἐγείρεις μαζί σου τὸν Ἀδάμ, καὶ νὰ ἐλευθερώνεις ὅλους ἀπὸ τὴ φοβερὴ δυναστεία τοῦ ᾅδη.

Εὐλογημένος εἶσαι, Κύριε· δίδαξέ με τὸ Νόμο σου (τὴν τήρηση τοῦ ὁποίου δικαιοῦσαι ν᾿ ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἐμένα).

Γιατί, ὦ μαθήτριες τοῦ Χριστοῦ, ἀνακατεύετε μὲ ἀγάπη καὶ συμπάθεια τ᾿ ἀρώματα μὲ τὰ δάκρυά σας; Ἔλεγε στὶς Μυροφόρες ὁ λαμπρὸς ἄγγελος (ποὺ κατέβηκε στὸ μνῆμα). Νά, κοιτᾶξτε τὸν τάφο ὅτι εἶναι ἄδειος, καὶ χαρεῖτε· διότι ὁ Σωτὴρ ἀναστήθηκε ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Εὐλογημένος εἶσαι, Κύριε· δίδαξέ με τὸ Νόμο σου (τὴν τήρηση τοῦ ὁποίου δικαιοῦσαι ν᾿ ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἐμένα).

Πολὺ πρωὶ οἱ μυροφόρες ἔτρεξαν πρὸς τὸ μνῆμα σου, θρηνολογοῦσαι· ἀλλὰ παρουσιάστηκε σ᾿ αὐτὲς ὁ ἄγγελος καὶ τοὺς εἶπε· ἔχει ἤδη πάψει ὁ καιρὸς τῶν θρήνων· νὰ μὴν κλαῖτε πιά, ἀλλὰ ν᾿ ἀναγγείλετε τὴν ἀνάσταση στοὺς Ἀποστόλους.

Εὐλογημένος εἶσαι, Κύριε· δίδαξέ με τὸ Νόμο σου (τὴν τήρηση τοῦ ὁποίου δικαιοῦσαι ν᾿ ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἐμένα).

Μυροφόρες γυναῖκες, μαζὶ μὲ μύρα ἐλθοῦσαι πρὸς τὸ μνῆμα σου, Σωτήρα, ἄκουαν τὸν ἄγγελο νὰ λέγει σ᾿ αὐτὲς μὲ εὐκρίνεια· γιατί κατατάσσετε μεταξὺ τῶν νεκρῶν αὐτὸν ποὺ ζεῖ; Διότι, ὡς Θεός, ἀναστήθηκε ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Δόξα. Τριαδικόν.

Προσκυνοῦμε τὸν Πατέρα καὶ τὸν ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντα Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ἁγία Τριάδα ποὺ ἔχει μιὰ οὐσία, κράζοντας σ᾿ αὐτὴ μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι, Κύριε.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Παρθένε, μὲ τὸ ποὺ γέννησες τὸ ζωοδότη Κύριο, λύτρωσες τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ στὴν Εὔα ἀντὶ τῆς λύπης ἔδωσες χαρά, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐκπέσει ἀπὸ τὴ ζωή· σ᾿ αὐτὴ τοὺς ἐπανέφερε ὁ Θεός, ποὺ σαρκώθηκε ἀπὸ ἐσένα, καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ προσλήφθηκε ἀπὸ τὴ σάρκα σου.

Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα. Δόξα σοι ὁ Θεὸς (τρὶς).

Συναπτὴ μικρὰ καὶ ἐκφώνησις· Ὅτι σὲ αἰνοῦσι…

Ἐξαποστειλάριον. Ἦχος β´.

Ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν (τρὶς).

Καὶ εὐθὺς τοὺς Αἴνους, ἐν οἷς ψάλλομεν τὰ ἀκόλουθα Στιχηρὰ Ἰδιόμελα.

Στίχ. Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο γιὰ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα τῆς θεϊκῆς δυνάμεὼς Του· ὑμνεῖτε Αὐτὸν ὅσο ἁρμόζει στὸ ἄπειρο μεγαλεῖο Του.

Ἦχος β´.

Σήμερα περικλείει ὁ τάφος αὐτόν, ποὺ κρατᾶ στὴν παλάμη του τὴν κτίση· σκεπάζει ὁ λίθος αὐτόν, ποὺ μὲ τὴν ἁγιότητά του σκέπασε τοὺς οὐρανούς· κοιμᾶται ἡ ζωὴ καὶ ὁ ᾅδης τρέμει (τὸν πανίσχυρο νεκρὸ) καὶ ὁ Ἀδὰμ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς παρακοῆς (τὸν ᾅδη καὶ τὸ θάνατο). Δόξα στὴ λυτρωτικὴ θεία οἰκονομία σου, Κύριε, διὰ τῆς ὁποίας, ἀφοῦ τέλεσες κάθε αἰώνιο σαββατισμὸ (ἀνάπαυση ἀπὸ τοῦ ἔργου σου), μᾶς χάρισες τὴν ἐκ νεκρῶν παναγία σου ἀνάσταση.

Στίχ. Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο μὲ τὸν ἦχο τῆς σάλπιγγας· ὑμνεῖτε Αὐτὸν μὲ ψαλτήριο καὶ μὲ κιθάρα.

Ἦχος ὁ αὐτός.

Τί εἶναι τὸ θέαμα αὐτὸ ποὺ βλέπουμε; Ποιά εἶναι ἡ σημερινὴ κατάπαυση; Ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων (ὁ Χριστὸς), ἀφοῦ τέλεσε διὰ τοῦ πάθους του τὸ λυτρωτικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ (τοῦ Πατρὸς), ἀναπαύεται στὸν τάφο, παρέχοντας σὲ μᾶς καινούργιο σαββατισμὸ (ἀνάπαυση). Ἂς ἀναφωνήσουμε σ᾿ αὐτόν· ἀνάστα ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κρίνεις τοὺς κατοίκους τῆς γῆς, διότι βασιλεύεις στοὺς αἰῶνες, ὁ ἔχων τὸ μέγα καὶ ἀμέτρητο ἔλεος.

Στίχ. Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο μὲ τύμπανο καὶ μὲ χορούς· ὑμνεῖτε αὐτὸν μὲ ὄργανα ἔγχορδα καὶ πνευστά.

Ἦχος ὁ αὐτός.

Ἐλᾶτε, πιστοί, νὰ δοῦμε τὴ ζωή μας νὰ εἶναι ξαπλωμένη στὸν τάφο, γιὰ νὰ χαρίσει ζωὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ξαπλωμένοι στοὺς τάφους. Ἐλᾶτε σήμερα, βλέποντες νὰ κοιμᾶται τὸν ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καταγόμενο Κύριον, νὰ τοῦ ἀναφωνήσουμε· ἀνέπεσες καὶ κοιμήθηκες ὡς λέων· ποιός θὰ σὲ ξυπνήσει, Βασιλέα; Ἀλλὰ ἀνάστα μὲ τὴ δική σου ἐξουσία ἐσύ, ποὺ θυσίασες θεληματικὰ τὸν ἑαυτὸ σου γιὰ χάρη μας· Κύριε, δόξα σοι.

Στίχ. Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο μὲ κύμβαλα ποὺ δίνουν λεπτοὺς ἤχους καὶ μὲ κύμβαλα ποὺ κροτοῦν μὲ πάταγο· καθετὶ ποὺ ἀναπνέει ἂς ὑμνήσει τὸν Κύριο.

Ἦχος πλ. β´.

Ζήτησε ὁ Ἰωσὴφ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ (ἀπὸ τὸν Πιλάτο) καὶ τὸ τοποθέτησε στὸ καινούργιο μνῆμα του· γιατὶ ἔπρεπε αὐτὸς (ὁ Χριστὸς) νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν τάφο, ὅπως ὁ νυμφίος (ὁ γαμπρὸς) βγαίνει ἀπὸ τὸν νυφικό του θάλαμο. Σ᾿ ἐσένα, Κύριε, ποὺ συνέτριψες τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ ἄνοιξες τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου, ἀνήκει ἡ δόξα.

Δόξα. Ἦχος ὁ αὐτός.

Ὁ μέγας Μωυσῆς προδιετύπωνε μυστικῶς τὴ σημερινὴ ἡμέρα, λέγων· καὶ ὁ Θεὸς εὐλόγησε τὴν ἡμέρα τὴν ἑβδόμη· διότι αὐτὴ εἶναι τὸ εὐλογημένο (ἀπὸ τὸν Θεὸ) Σάββατο· αὐτὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπαύσεως, κατὰ τὴν ὁποία ξεκουράστηκε ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα του ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σαββατίσας (ἀναπαυθεὶς) διὰ τοῦ θανάτου τῆς σαρκός του, σύμφωνα μὲ τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ· καὶ διὰ τῆς ἀναστάσεώς του ἐλθὼν καὶ πάλι σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ ἦταν προηγουμένως, μᾶς χάρισε τὴν αἰώνια ζωή, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος β´.

Εἶσαι εὐλογημένη πιὸ πάνω ἀπ᾿ ὅλα, Θεοτόκε Παρθένε· διότι διὰ τοῦ Λόγου, ποὺ ἔλαβε σάρκα ἀπὸ ἐσένα, ὁ ᾅδης ἔχει καταστεῖ αἰχμάλωτος, ὁ Ἀδὰμ ἔχει ἀνακληθεῖ στὴν προπτωτική του κατάσταση, ἡ κατάρα (τῆς ἀρχαίας παρακοῆς) ἔχει νεκρωθεῖ, ἡ Εὔα ἔχει ἐλευθερωθεῖ (ἀπὸ τὴν παράβασή της), ὁ θάνατος ἔχει θανατωθεῖ, καὶ ἐμεῖς ὅλοι λάβαμε ζωή. Γιαυτό, ἀνυμνοῦντες, σοῦ φωνάζουμε· δοξασμένος εἶσαι

Χριστὲ ὁ Θεός μας, ποὺ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο θέλησες νὰ μᾶς σώσεις. Ἀληθινὰ δόξα ἀνήκει σ᾿ ἐσένα!

Δοξολογία μεγάλη. Δόξα σοι τῷ δείξαντι τὸ φῶς… Ψαλλομένου δὲ τοῦ ἆσματικοῦ Ἅγιος ὁ Θεὸς γίνεται μετὰ πομπῆς ἡ ἔξοδος καὶ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου μετὰ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Κατ᾿ αὐτὴν ψάλλεται καὶ τὸ παρὸν Ἰδιόμελον.

Γεωργίου Ἀκροπολίτου. Ἦχος πλ. α´.

Ὁ Ἰωσήφ, ὅταν εἶδε τὸν ἥλιο νὰ κρύβει τὶς ἀκτίνες του καὶ τὸ καταπέτασμα νὰ σχίζεται μὲ τὸ θάνατο τοῦ Σωτήρα, ἦλθε στὸν Πιλάτο καὶ τὸν καθικέτευσε, λέγων· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ βρέφος ζοῦσε στὸν κόσμο σὰν ἀποξενωμένος ξένος· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τὸν ὁποῖο, μισοῦντες οἱ ὁμόφυλοὶ του, θανατώνουν σὰν ξένο· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τοῦ ὁποίου τὸν παράδοξο θάνατο βλέπων, νιώθω παράξενα· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, ὁ ὁποῖος ξέρει νὰ περιποιεῖται τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τὸν ὁποῖον οἱ Ἑβραῖοι ἀπὸ φθόνο ἀποξένωσαν ἀπὸ τὸν κόσμο· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, ὁ ὁποῖος, σὰν ξένος, δὲν ἔχει ποὺ ν᾿ ἀκουμπήσει τὴν κεφαλή του· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τὸν ὁποῖον ἡ Μητέρα, ἀτενίζουσα νεκρό, ἐβόα· ὢ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, ἂν καὶ ὁ πόνος πληγώνει τὰ σπλάγχνα μου καὶ σχίζει τὴν καρδία μου, ὅταν σὲ βλέπω νεκρό, ὅμως θαρρώντας στὴν ἀνάστασή σου, σὲ δοξάζω. Καὶ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια παρακαλώντας τὸν Πιλάτο ὁ εὐσχήμων, λαμβάνει τὸ σῶμα τοῦ Σωτήρα, τὸ ὁποῖο, ἀφοῦ εὐλαβικὰ τύλιξε σὲ σεντόνι καὶ ἄλειψε μὲ μύρα, κατέθεσε στὸν τάφο αὐτόν, ποὺ παρέχει ζωὴ καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἐπανελθούσης τῆς ἱερᾶς πομπῆς εἰς τὸν Ναόν, ὁ προεξάρχων ἱερεὺς ἐκφωνεῖ· Πρόσχωμεν. Εἰρήνη πᾶσι. Σοφία. Καὶ εἰσάγει μετὰ τῶν λοιπῶν ἱερέων τὸν Ἐπιτάφιον εἰς τὸ Ἱερόν· οἱ δὲ ἱερεῖς ἀλλάσσουν ὅλην τὴν ἱερατικὴν στολὴν καὶ ἡμεῖς ψάλλομεν τὰ τροπάρια·Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν ᾍδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.

Ταῖς μυροφόροις γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα· Τὰ μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστὸς δὲ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος.

Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ, εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο.

Καὶ ἀποθέτουσιν οἱ ἱερεῖς τὸν Ἐπιτάφιον καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης. Καὶ εὐθὺς λέγομεν τὸ

Τροπάριον τῆς Προφητείας. Ἦχος β´.

Ὁ συνέχων τὰ πέρατα, τάφῳ συσχεθῆναι κατεδέξω Χριστέ, ἵνα τῆς τοῦ ᾍδου καταπτώσεως, λυτρώσῃς τὸ ἀνθρώπινον, καὶ ἀθανατίσας, ζωώσῃς ἡμᾶς, ὡς Θεὸς ἀθάνατος.

Δόξα. Καὶ νῦν. Τὸ αὐτό.

Ὁ Ἀναγνώστης·

Προκείμενον. Ἦχος δ´. Ψαλμὸς μγ´ (43).

Ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Στίχ. Ὁ Θεός, ἐν τοῖς ὠσὶν ἡμῶν ἠκούσαμεν καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνήγγειλαν ἡμῖν.

Προφητείας Ἰεζεκιὴλ τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. λζ´, 1-14).

Ἐγένετο ἐπ᾿ ἐμὲ χεὶρ Κυρίου, καί ἐξήγαγέ με ἐν πνεύματι Κυρίου, καί ἔθηκέ με ἐν μέσῳ τοῦ πεδίου· καὶ τοῦτο ἦν μεστὸν ὀστέων ἀνθρωπίνων· καὶ περιήγαγέ με ἐπ᾿ αὐτά, κύκλωθεν κύκλῳ· καὶ ἰδοὺ πολλὰ σφόδρα, ἐπὶ προσώπου τοῦ πεδίου, καὶ ἰδοὺ ξηρὰ σφόδρα. Καὶ εἶπε πρός με· Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα; καὶ εἶπα· Κύριε, Κύριε, σὺ ἐπίστασαι ταῦτα. Καὶ εἶπε πρός με· Προφήτευσον ἐπὶ τὰ ὀστᾶ ταῦτα, καὶ ἐρεῖς αὐτοῖς· Τὰ ὀστᾶ τὰ ξηρά, ἀκούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος τοῖς ὀστέοις τούτοις. Ἰδοὺ ἐγὼ φέρω εἰς ὑμᾶς πνεῦμα ζωῆς, καὶ δώσω εἰς ὑμᾶς νεῦρα, καί ἀνάξω εἰς ὑμᾶς σάρκας, καὶ ἐκτενῶ ἐφ᾿ ὑμᾶς δέρμα, καὶ δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καὶ ζήσεσθε, καὶ γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος. Καὶ προεφήτευσα, καθὼς ἐνετείλατό μοι Κύριος.

Καὶ ἐγένετο φωνὴ ἐν τῷ ἐμὲ προφητεῦσαι· καὶ ἰδοὺ σεισμός· καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ, ἑκάτερον πρὸς τὴν ἁρμονίαν αὑτοῦ. Καὶ εἶδον· καὶ ἰδοὺ ἐπ᾿ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες ἐφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν ἐπ᾿ αὐτὰ δέρμα ἐπάνω· καὶ πνεῦμα οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς. Καὶ εἶπε πρός με· Προφήτευσον, ἐπὶ τὸ πνεῦμα, υἱὲ ἀνθρώπου, προφήτευσον, καὶ εἰπὲ τῷ πνεύματι. Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· Ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων ἐλθέ, καὶ ἐμφύσησον εἰς τοὺς νεκροὺς τούτους, καὶ ζησάτωσαν. Καὶ προεφήτευσα, καθ᾿ ὅ,τι ἐνετείλατό μοι· καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτοὺς τὸ πνεῦμα, καὶ ἔζησαν, καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγὴ πολλὴ σφόδρα. Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρός με, λέγων· Υἱὲ ἀνθρώπου, τὰ ὀστᾶ ταῦτα, πᾶς οἶκος Ἰσραήλ ἐστιν· αὐτοὶ λέγουσι· Ξηρὰ γέγονε τὰ ὀστᾶ ἡμῶν, ἀπώλωλεν ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, διαπεφωνήκαμεν. Διὰ τοῦτο προφήτευσον, καὶ εἰπὲ πρὸς αὐτούς· Τάδε λέγει Κύριος Κύριος. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀνοίγω τὰ μνήματα ὑμῶν, καὶ ἀνάξω ὑμᾶς ἐκ τῶν μνημάτων ὑμῶν, καὶ εἰσάξω ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν τοῦ Ἰσραήλ· καὶ γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος, ἐν τῷ ἀνοῖξαί με τοὺς τάφους ὑμῶν, τοῦ ἀναγαγεῖν με ἐκ τῶν τάφων τὸν λαόν μου. Καὶ δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καὶ ζήσεσθε, καὶ θήσομαι ὑμᾶς ἐπὶ τὴν γῆν ὑμῶν, καὶ γνώσεσθε, ὅτι ἐγὼ Κύριος· ἐλάλησα, καὶ ποιήσω, λέγει Κύριος Κύριος.

Προκείμενον. Ἦχος βαρύς. Ψαλμὸς θ´ (9).

Ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός μου, ὑψωθήτω ἡ χείρ σου, μὴ ἐπιλάθῃ τῶν πενήτων.

Στίχ. Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου.

Ὁ Ἀπόστολος.

Πρὸς Κορινθίους Α´ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα

(Α´ Κορ. ε´ 6-8. Γαλ. γ´ 13-14).

Ἀδελφοί, μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι· καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός. Ὥστε ἑορτάζωμεν, μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾿ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας. Χριστὸς γὰρ ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα. Γέγραπται γάρ· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου· ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία τοῦ Ἀβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πνεύματος λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως.

Ἀλληλούϊα. Ἦχος πλ. α´. Ψαλμὸς ξζ´ (67).

Στίχ. α´. Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν.

Στίχ. β´. Ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν, ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός.

Στίχ. γ´. Οὕτως ἀπολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοί, ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν.

Τὸ Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ Ἀνάγνωσμα (Ματθ. κζ´ 62-66).

Τῇ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν, συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς Πιλᾶτον λέγοντες· Κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ, ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Ἔφη αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Ἔχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε. Οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον σφραγίσαντες τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας.

Ὁ λαός· Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Ὁ διάκονος τὴν ἐκτενῆ καὶ τὰ πληρωτικά.

Ὁ ἱερεὺς τὴν εὐχὴν τῆς κεφαλοκλισίας. Εἶτα· Σοφία. Ὁ ὢν εὐλογητός… Στερεώσαι Κύριος ὁ Θεός… κ.τ.λ. Καὶ ποιεῖ ἀπόλυσιν οὕτω·

Δόξα σοι, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι. Ὁ δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν τὰ φρικτὰ πάθη καὶ τὸν ζωοποιὸν σταυρὸν καὶ τὴν ἑκούσιον ταφὴν σαρκὶ καταδεξάμενος Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν…

Δι᾿ εὐχῶν…

Ὁ λαός· Ἀμήν.

Ἐπανελθούσης τῆς ἱερᾶς πομπῆς εἰς τὸν Ναόν, ὁ προεξάρχων ἱερεὺς ἐκφωνεῖ· Πρόσχωμεν. Εἰρήνη πᾶσι. Σοφία. Καὶ εἰσάγει μετὰ τῶν λοιπῶν ἱερέων τὸν Ἐπιτάφιον εἰς τὸ Ἱερόν· οἱ δὲ ἱερεῖς ἀλλάσσουν ὅλην τὴν ἱερατικὴν στολὴν καὶ ἡμεῖς ψάλλομεν τὰ τροπάρια·Ὅταν κατέβηκες στὸ θάνατο…

Στὶς Μυροφόρες γυναῖκες…

Ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ ζήτησε τὸ σεπτὸ σῶμα ἀπὸ τὸν Πιλάτο, τὸ περιτύλιξε σὲ σεντόνι καθαρό, τὸ ἄλειψε μὲ μύρα καὶ τὸ τοποθέτησε σὲ μνῆμα καινὸ (καινούργιο, ἀχρησιμοποίητο). Διὰ τοῦτο καὶ οἱ γυναῖκες, ποὺ ἦλθαν πολὺ πρωὶ στὸ μνημεῖο, ἀναβόησαν· δεῖξε μας, Χριστέ, ὅπως προεῖπες, τὴν ἀνάσταση.

Καὶ ἀποθέτουσιν οἱ ἱερεῖς τὸν Ἐπιτάφιον καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης. Καὶ εὐθὺς λέγομεν τὸ

Τροπάριον τῆς Προφητείας. Ἦχος β´.

Χριστέ, ἐσὺ ποὺ συγκρατεῖς στὴ θεία σου ἐνέργεια τὰ πέρατα (ὅλη τὴν κτίση), καταδέχτηκες νὰ κρατηθεῖς σὲ τάφο, γιὰ νὰ λυτρώσεις τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν κατάποση τοῦ ᾅδη καί, ἀφοῦ μᾶς ζωοποιήσεις, νὰ μᾶς καταστήσεις ἀθάνατους, ὡς Θεὸς ἀθάνατος.

Δόξα. Καὶ νῦν. Τὸ αὐτό.

Ὁ Ἀναγνώστης·

Προκείμενον. Ἦχος δ´. Ψαλμὸς μγ´ (43).

Σήκω ἐπάνω, Κύριε, βοήθησέ μας καὶ λύτρωσέ μας, ἐξαιτίας τοῦ ὀνόματὸς σου.

Στίχ. Ὤ Θεέ, μὲ τὰ ἀφτιά μας ἀκούσαμε τὶς θαυμαστὲς ἐνέργειές σου καὶ οἱ πατέρες μας τὶς ἀφηγήθηκαν σ᾿ ἐμᾶς.

Προφητείας Ἰεζεκιὴλ τὸ Ἀνάγνωσμα

(Κεφ. λζ´, 1-14).

Ὁ Κύριος μὲ ἔλαβε μὲ τὸ χέρι Του καὶ μὲ ἐξήγαγε ὁ Κύριος (ἀπὸ τὴν οἰκία μου), ἀφοῦ μὲ ἔφερε σὲ κατάσταση ἐκστάσεως, καὶ μὲ τοποθέτησε στὸ μέσο μιᾶς πεδιάδας. Ἡ πεδιάδα αὐτὴ ἦταν γεμάτη ἀπὸ ἀνθρώπινα ὀστά. Καὶ μὲ περιέφερε γύρω-γύρω ἀπὸ τὰ ὀστὰ καὶ εἶδα ὅτι ἦταν πάρα πολλά, καταλαμβάνοντα ὅλη τὴν ἐπιφάνεια τῆς πεδιάδας, ἦταν δὲ τελείως ξηρά. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος πρός με· Υἱὲ ἀνθρώπου, εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπανέλθουν στὴ ζωὴ αὐτὰ τὰ ὀστά; Καὶ ἐγὼ ἀπάντησα· Κύριε, Κύριε, Σὺ (μόνον) γνωρίζεις αὐτὰ τὰ πράγματα. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος πρὸς με· Κήρυξε στὰ ὀστὰ αὐτὰ καὶ πὲς πρὸς αὐτά· Σεῖς, τὰ ὀστὰ τὰ ξηρά, ἀκούσατε λόγο Κυρίου. Τὰ ἑξῆς λέγει ὁ Κύριος πρὸς τὰ ὀστὰ αὐτά· Ἰδού, ἐγὼ θὰ φέρω σὲ σᾶς πνεῦμα ζωῆς καὶ θὰ δώσω εἰς σᾶς νεῦρα καὶ θὰ κάνω νὰ προβάλουν σὲ σᾶς σάρκες καὶ θὰ ἁπλώσω ἐπάνω σας δέρμα καὶ θὰ δώσω σὲ σᾶς τὴ ζωογόνο πνοὴ μου καὶ θὰ λάβετε ζωή. Ἔτσι θὰ ἀντιληφθεῖτε ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ (παντοδύναμος) Κύριος. Καὶ κήρυξα, σύμφωνα πρὸς τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου. Ἐνῶ δὲ ἐγὼ κήρυττα, συνέβη τοῦτο· Ἰδοὺ ἔγινε σεισμὸς καὶ τὰ ὀστὰ πλησίασαν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, κατὰ τρόπο ἁρμονικὸ (ὥστε κάθε ἕνα νὰ λαμβάνει τὴν κανονική του θέση). Καὶ εἶδα μετὰ θαυμασμοῦ ὅτι ἀνεφύοντο σὲ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες καὶ ἐπάνω σ᾿ αὐτὰ προέβαλλε δέρμα, ἀλλὰ πνεῦμα ζωῆς δὲν ὑπῆρχε σ᾿ αὐτὰ (δηλαδὴ ἦταν σώματα ἄψυχα). Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρός με· Κήρυξε πρὸς τὸ πνεῦμα, κήρυξε, υἱὲ ἀνθρώπου, καὶ πὲς σ᾿ αὐτό. Τὰ ἑξῆς λέγει ὁ Κύριος· Ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων (δηλαδὴ ἀπ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα), ἐλθέ, ὢ πνεῦμα, καὶ ἐμφύσησε (πνοὴ ζωῆς) στὰ ἄψυχα αὐτὰ σώματα, ὥστε νὰ ἀποκτήσουν ζωή. Καὶ κήρυξα, σύμφωνα πρὸς τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου. Καὶ εἰσῆλθε σ᾿ αὐτὰ (τὰ ἄψυχα σώματα) τὸ ζωογόνο πνεῦμα καὶ ἔγιναν ζῶντα καὶ στάθηκαν στὰ πόδια τους, ἦταν δὲ πλῆθος ἀναρίθμητο. Καὶ λάλησε ὁ Κύριος πρός με καὶ εἶπε· Υἱὲ ἀνθρώπου, τὰ ὀστὰ αὐτὰ εἶναι σύμβολο τῶν Ἰσραηλιτῶν, διότι αὐτοὶ λέγουν· Ἐξηράνθηκαν τὰ ὀστά μας, χάθηκαν οἱ ἐλπίδες μας, νεκρωθήκαμε. Γι᾿ αὐτὸ προφήτευσε καὶ πὲς πρὸς αὐτούς. Τὰ ἑξῆς λέγει ὁ Κύριος· Ἰδοὺ ἐγὼ θὰ ἀνοίξω τοὺς τάφους σας καὶ θὰ σᾶς ἐξαγάγω ἀπ᾿ αὐτοὺς (δηλαδὴ θὰ σᾶς ἐπαναφέρω ἀπὸ τὴν ἐξορία σας) καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήσω στὴ χώρα τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ τότε, ὅταν ἐγὼ ἀνοίξω τοὺς τάφους σας καὶ ἐξαγάγω ἀπὸ τοὺς τάφους (ἐσᾶς ποὺ ἀποτελεῖτε) τὸν (περιούσιο) λαό μου, θὰ βεβαιωθεῖτε ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ (παντοδύναμος) Κύριος. Ὄντως, θὰ δώσω σὲ σᾶς τὸ πνεῦμα μου καὶ θὰ ζωογονηθεῖτε καὶ θὰ σᾶς ἐπαναφέρω στὴν χώρα σας καὶ θὰ πεισθῆτε ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος. Ὑποσχέθηκα καὶ θὰ πραγματοποιήσω ὅ,τι ὑποσχέθηκα, λέγει ὁ Κύριος.

Προκείμενον. Ἦχος βαρύς. Ψαλμὸς θ´ (9).

Σήκω ἐπάνω, Κύριε, ἂς ὑψωθεῖ τὸ χέρι σου (γιὰ νὰ συντρίψει τοὺς ἀσεβεῖς)· μὴ λησμονήσεις (καὶ ἀφήσεις ἀβοήθητους) μέχρι τέλους τοὺς φτωχοὺς (τοῦ λαοῦ) σου.

Στίχ. Εὐγνώμονες δοξολογίες θὰ ἀναπέμψω σὲ σένα, Κύριε, μ᾿ ὅλη μου τὴν καρδιά· θὰ ἐξαγγείλω καὶ θὰ διακηρύξω ὅλες τὶς θαυμαστὲς ἐνέργειές σου.

Ὁ Ἀπόστολος

Πρὸς Κορινθίους Α´ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα

(Α´ Κορ. ε´ 6-8. Γαλ. γ´ 13-14).

Ἀδελφοί, λίγο προζύμι ζυμώνει ὅλο τὸ ζυμάρι. Πετάξτε λοιπὸν τὸ παλιὸ προζύμι, γιὰ νὰ γίνετε νέο ζυμάρι, ἀφοῦ εἶστε χωρὶς προζύμι. Διότι καὶ ὁ πασχαλινὸς ἀμνός μας, ὁ Χριστός, γιὰ μᾶς θυσιάστηκε. Ὣστε ἂς γιορτάζουμε ὄχι μὲ τὸ παλιὸ προζύμι, οὔτε μὲ προζύμι κακίας καὶ πονηριᾶς, ἀλλὰ μὲ ἄζυμα εἰλικρίνειας καὶ ἀλήθειας. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἐξαγόρασε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ νόμου, μὲ τὸ νὰ γίνει ὁ ἴδιος πρὸς χάρη μας κατάρα, -διότι εἶναι γραμμένο, Καταραμένος εἶναι ὅποιος κρεμᾶται στὸ ξύλο,- γιὰ νὰ ἔλθει ἡ εὐλογία τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς ἐθνικοὺς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβουμε τὴν ὑπόσχεση τοῦ Πνεύματος διὰ τῆς πίστεως.

Ἀλληλούϊα. Ἦχος πλ. α´. Ψαλμὸς ξζ´ (67).

Στίχ. α´. Ἂς σηκωθεῖ ἐπάνω ὁ Θεὸς καὶ ἂς διασκορπισθοῦν οἱ ἐχθροί Του, καὶ ἂς φύγουν ἀπὸ μπροστά Του αὐτοὶ ποὺ τὸν μισοῦν.

Στίχ. β´. Ὅπως ἐξαφανίζεται ὁ καπνός, ἔτσι νὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ αὐτοὶ (οἱ ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ)· ὅπως λιώνει τὸ κερί, ὅταν πλησιάσει ἡ φωτιά.

Στίχ. γ´. Ἔτσι, (ὅπως λιώνει τὸ κερὶ κοντὰ στὴ φωτιὰ) νὰ διαλυθοῦν καὶ νὰ καταστραφοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ μπροστὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ δίκαιοι ἂς γεμίσουν μὲ εὐφροσύνη.

Τὸ Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ Ἀνάγνωσμα

(Ματθ. κζ´ 62-66).

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, μετὰ τὴν Παρασκευή, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἦλθαν ὅλοι μαζὶ στὸν Πιλάτο καὶ τοῦ εἶπαν, «Κύριε θυμηθήκαμε ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπε, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε, Ὕστερα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες θὰ ἀναστηθῶ, δῶσε λοιπὸν διαταγὴ ν᾿ ἀσφαλισθεῖ ὁ τάφος ἕως τὴν τρίτη ἡμέρα, μήπως ἔλθουν τὴ νύχτα οἱ μαθητές του καὶ τὸν κλέψουν καὶ ποῦν στὸ λαό, Ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, καὶ ἡ τελευταία αὐτὴ ἀπάτη θὰ εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὴν πρώτη». Ὁ Πιλάτος τοὺς εἶπε, «Πάρετε φρουρά, πηγαίνετε καὶ ἀσφαλίστε τον, ὅπως ξέρετε». Αὐτοὶ δὲ πῆγαν καὶ ἀσφάλισαν τὸν τάφο, σφραγίσαντες τὸ λίθο καὶ τοποθετήσαντες φρουρά.

Ὁ λαός· Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Ὁ διάκονος τὴν ἐκτενῆ καὶ τὰ πληρωτικά.

Ὁ ἱερεὺς τὴν εὐχὴν τῆς κεφαλοκλισίας. Εἶτα· Σοφία. Ὁ ὢν εὐλογητός… Στερεώσαι Κύριος ὁ Θεός… κ.τ.λ. Καὶ ποιεῖ ἀπόλυσιν οὕτω·

Δόξα σοι, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα σοι. Ὁ δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν τὰ φρικτὰ πάθη καὶ τὸν ζωοποιὸν σταυρὸν καὶ τὴν ἑκούσιον ταφὴν σαρκὶ καταδεξάμενος Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν…

Δι᾿ εὐχῶν…

Ὁ λαός· Ἀμήν.

«Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον…
τὸν ᾍδην ἐνέκρωσας»

Σήμερον γὰρ τὰ ἐν ᾅδου περιπολεῖ πάντα ὁ Δεσπότης ἡμῶν· σήμερον τὰς χαλκᾶς πύλας συνέκλασε· σήμερον τοὺς μοχλοὺς τοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν. Ὅρα τὴν ἀκρίβειαν τῆς λέξεως. Οὐκ εἶπεν, Ἀνέῳξε πύλας χαλκᾶς, ἀλλά, «Συνέθλασε πύλας χαλκᾶς» (Ψαλμ. 106, 16· Ἡσ. 45,2), ἵνα ἄχρηστον γένηται τὸ δεσμωτήριον. Οὐκ ἀφεῖλε τοὺς μοχλούς, ἀλλά συνέθλασεν, ἵνα ἀσθενὴς γένηται ἡ φυλακή. Ὅπου γε οὔτε θύρα, οὔτε μοχλός, κἂν εἰσέλθῃ τις, οὐκ κατέχεται. Ὅταν οὖν ὁ Χριστὸς συνθλάσῃ, τίς ἕτερος διορθῶσαι δυνήσεται; Ὃ γὰρ Θεὸς διαστρέψει, φησί, τίς διορθώσει λοιπόν; Οἱ βασιλεῖς ὅταν μέλλωσιν ἀφιέναι τοὺς δεσμώτας, πέμποντες ἐπιστολάς, οὐχ οὕτω ποιοῦσιν, ἀλλ᾿ ἀφιᾶσι καὶ τὰς θύρας καὶ τοὺς φύλακας, δηλοῦντες ὅτι εἰσελθεῖν πάλιν ἀνάγκη ἐκεῖ ἢ καὶ τοὺς ἀφεθέντας, ἢ ἑτέρους ἀντ᾿ ἐκείνων τινάς. Ὁ δὲ Χριστὸς οὐχ οὕτως· ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι τέλος ὁ θάνατος ἔχει, συνέθλασεν αὐτοῦ τὰς πύλας τὰς χαλκᾶς· χαλκᾶς δὲ ὠνόμασεν, οὐκ ἐπειδὴ ἀπὸ χαλκοῦ ἦσαν αἱ πύλαι, ἀλλὰ τὸ ἀπηνὲς καὶ ἀπαραίτητον τοῦ θανάτου δηλῶν…

Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς τὸν πόλεμον νικήσας τὸν πρὸς τὸν διάβολον, τὰ ὅπλα αὐτοῦ πάντα, τὸν θάνατον, τὴν κατάραν ἐκρέμασεν ἐφ᾿ ὑψηλοῦ τοῦ σταυροῦ, καθάπερ ἐπὶ τροπαίου τινός, ἵνα πάντες τὸ τρόπαιον βλέπουσιν, αἱ ἄνω δυνάμεις, αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οἱ κάτω ἄνθρωποι, οἱ ἐπὶ τῆς γῆς, αὐτοὶ οἱ πονηροὶ δαίμονες οἱ ἡττηθέντες. Ἐπειδὴ οὖν τοσαύτης ἀπελεύσαμεν δωρεᾶς, ἑαυτοὺς κατὰ δύναμιν ἀξίους ἐπιδείξωμεν τῶν ὑπηργμένων ἡμῖν ἀγαθῶν, ἵνα καὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν τύχωμεν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ καὶ μεθ᾿ οὗ τῷ Πατρὶ ἅμα τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι δόξα, τιμή, κράτος, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ἐκ τῆς ὁμιλίας Εἰς τό ὄνομα τοῦ κοιμητηρίου καί τόν σταυρόν, Migne, PG. 49, 393-398)

«Ὅταν κατέβηκες στὸ θάνατο…
νέκρωσες τὸν ᾅδη»

Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν ἅδη. Σήμερα ἔκαμε κομμάτια τὶς χάλκινες πύλες τοῦ ἅδη. Σήμερα σύντριψε τοὺς σιδερένιους μοχλούς. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, Ἄνοιξε τὶς χάλκινες πύλες, μὰ εἶπε, Σύντριψε τὶς χάλκινες πύλες, γιὰ ν᾿ ἀχρηστέψει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἔβγαλε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς σύντριψε, γιὰ νὰ κάμει ἄχρηστο τὸ δεσμωτήριο. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς ποὺ νὰ τὸ κλείνει, κι ἂν μπεῖ κανένας, δὲν ἐμποδίζεται νὰ βγεῖ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὶς σύντριψε ὁ Χριστός, ποιός θὰ μπορέσει νὰ τὶς διορθώσει; Γιατὶ, ἂν χαλάσει, λέει, κάτι ὁ Θεός, ποιός θὰ τὸ διορθώσει; Οἱ βασιλεῖς, ὅταν πρόκειται ν᾿ ἀφήσουν ἐλεύθερους τοὺς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς κι ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ᾿ αὐτὸ πὼς θὰ χρειασθεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίσθηκαν, ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους. Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν ἔκαμε ἔτσι, μὰ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξει, ὅτι ὁ θάνατος πέθανε, σύντριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς λέει χάλκινες, ὄχι γιατὶ ἦταν ἀπὸ χαλκό, μὰ γιατὶ ἤθελε νὰ δείξει πὼς ὁ θάνατος εἶναι σκληρὸς κι ἀσυγκίνητος…

Κέρδισε τὸν πόλεμο ποὺ ἔκαμε ἐνάντια στὸ διάβολο, κρέμασε ψηλὰ πάνω στὸ σταυρό, σὰν νὰ τὰ κρέμασε πάνω σὲ τρόπαιο, ὅλα τὰ ὅπλα τοῦ διαβόλου, τὸ θάνατο καὶ τὴν κατάρα, γιὰ νὰ βλέπουν ὅλοι τὸ τρόπαιο, οἱ δυνάμεις ποὺ βρίσκονται στοὺς οὐρανούς, οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται πάνω στὴ γῆ, οἱ ἴδιοι οἱ νικημένοι πονηροὶ δαίμονες. Ἀφοῦ λοιπὸν μᾶς εὐεργέτησε τόσο πολύ, ἂς ἀποδείξουμε ὅτι εἴμαστε ἄξιοι γιὰ τ᾿ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ κερδίσουμε καὶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἂς ἔχει δόξα, τιμὴ καὶ δύναμη, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ἐκ τῆς ὁμιλίας Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ κοιμητηρίου καὶ τὸν σταυρόν, Migne, PG. 49, 393-398)